Supreme Court dismisses appeal for violent interruption due to vague grounds and lack of reviewable error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial following a violent interruption caused by the appellant's death. The court found the appeal inadmissible because the grounds were too vague to identify specific errors and did not challenge the court's assessment of facts. Consequently, the appeal was rejected, and the heirs of the deceased appellant were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal for retrial following a violent interruption is admissible only if the grounds specifically identify the error and cannot be cured by reference to other documents, while the court's evaluation of facts remains beyond its review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1221 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1221/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση προς επανάληψη δίκης λόγω βιαίας διακοπής: 1. ..., 2. .... και 3. ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την ... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων- καλούντων: 1. ...και 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πελαγίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-4-2008 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/1998 προδικαστική, 150/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2363/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων με την από 5-11-2004 αίτησή του. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 13-11-2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η δίκη, μετά τη βίαια διακοπή της, που επήλθε με τον κατά την 22-10- 2005 επισυμβάντα θάνατο του αναιρεσείοντος... (βλ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ...), νομίμως επαναλαμβάνεται, σύμφωνα με τα άρθρα 286 περ. α', 287 και 291 του Κ.Πολ.Δ, με κλήση των αναιρεσιβλήτων προς τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού (αναιρεσείοντος), ήτοι τη σύζυγό του ... και ... (βλ. το ...πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου ... και τα 1867/2006 και 66/2008 πιστοποιητικά του Γραμματέα του πρωτοδικείου Χαλκιδικής, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του ανωτέρω αναιρεσείοντος και περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας αυτού, από τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, αντίστοιχα).
ΙΙ. Από τις ..., .... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ..., τις οποίες επικαλούμενη και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι - καλούντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 5-11-2004 αίτησης αναιρέσεως, με την από 13-11-2007, κλήση τους, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστεί κατά της συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αναιρεσείοντος. Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ.2 εδαφ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ)
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 345 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με. τους πραγματικούς· ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη, να γίνεται "δική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που δέχτηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν καταστεί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, αφενός μεν παραγώγως (αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα τους ...και μεταγραφή των δηλώσεων αποδοχής), αφετέρου δε πρωτοτύπως (με έκτακτη χρησικτησία ως νεμηθέντες το επίδικο, ο πατέρας τους από το 1920 έως τις 29-3-1978 που αποβίωσε και οι ίδιοι στη συνέχεια, ως κληρονόμοι του, έως την άσκηση της αγωγής (16-12-1996), κρίνοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος ότι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους επί του επιδίκου και ότι άσκησαν την ένδικη αγωγή ύστερα από αδράνεια είκοσι ετών, και στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία ως προς αυτόν είχε γίνει δεκτή η αγωγή, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν σι διάδικοι".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα επιμέρους έγγραφα ήτοι α) την 2099/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής με τα πρακτικά της, β) την 416/2001 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, γ) την με αριθ.
καταθέσεως 113/1973 διεκδικητική αγωγή κατά του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και δ) την 146/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αρχικός αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναστολή της συζητήσεως της ένδικης αγωγής εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της προγενέστερης διεκδικητικής αγωγής αυτού κατά των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β' του Κ.ΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ αναστολή της δίκης, για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς, ολικά ή εν μέρει, εξαρτάται από την ύπαρξη μιας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, αφήνεται στην κυριαρχική και γι'αυτό αναιρετικά, ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 207/2008).
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 573 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσδύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχεται, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών, πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΚΠολΔ 578, Ολ.ΑΠ 20/2005 Ολ.ΑΠ 27/98, ΑΠ 651/2002) .
Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (ΑΠ 339/2003).
Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτή πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου. ήτοι σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες α) της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 947 και 1045 του ΑΚ, και β) της έλλειψης νόμιμης βάσης, που συνίστανται στο ότι "από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων των πρωτόδικων προτάσεων μου και των προτάσεων μου στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ποτέ οι αντίδικοι δεν ήταν κύριοι της επίδικης έκτασης....ότι ο πατέρας των αντιδίκων ποτέ δεν άσκησε κάποια πράξη νομής επί του επιδίκου, αλλά όλοι μαζί νεμόμεθα και κατείχαμε εξ αδιαιρέτου...".
Ο λόγος αυτοί πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρει α) τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, β) το σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω επικαλούμενων ουσιαστικών διατάξεων γ) το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης και δ) σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης (ήτοι παντελής έλλειψη αιτιολογιών ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), αφετέρου δε διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων πλήττει (ο λόγος) αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
V. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.8 περ.α' και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες 1) της λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 2) της παραδοχής πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που θεμελίωναν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής και λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν απ' αυτούς και έγιναν δεκτοί χωρίς την προσαγωγή οποιασδήποτε απόδειξης γι' αυτούς (ισχυρισμούς), γι' αυτό πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. VI. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδιασθούν οι συνεχίζοντες τη δίκη προμνημονευόμενοι κληρονόμοι του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του ... για αναίρεση της 2363/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους συνεχίζοντες τη δίκη προμνημονευόμενους κληρονόμους του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ