Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, ruling compensation amounts are within trial court discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on traffic accident damages. The appellant argued that the awarded compensation for moral damage was disproportionately low compared to the physical injuries sustained. The court held that determining the amount of moral damages falls within the free discretion of the trial court based on factual assessment, not subject to appellate review under the principle of proportionality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 297/1911 and 932 of the Civil Code; The Supreme Court reviews only the legal application of the law, not the factual assessment of moral damages, which remains within the trial court's free discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1221 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1221/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παύλου Καταφυγιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ASSOCIATION OF LLOYD'S UNDERWRITERS (ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΛΛΟΥΔΣ ΛΟΝΔΙΝΟΥ) (LLOYD'S OF LONDON) " νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα και έχει ορίσει ως νόμιμο αντιπρόσωπο την εταιρεία με την επωνυμία "LLOYD'S OF LONDON (γραφείο αντιπροσωπείας) Ελλάς Α.Ε." με έδρα την Αθήνα και η οποία αντιπροσωπεύεται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2003 προπαρασκευαστική και 1761/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4660/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/12/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 26/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.ΓΠΝ/1911 297, 298, 299, 300, 330 εδ.β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς τoυ οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ'αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείo, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι' επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφ.
α' και β' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του αυτού ως άνω άρθρου και αριθμού αποτελεί λόγο αναιρέσεως και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγών, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Στις 14-2-2001 περί ώρα 13.20', ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας την ιδιοκτησίας του .. δίκυκλη μοτοσικλέτα έβαινε επί της οδού, που οδηγεί από το φυλάκιο 1 στο φυλάκιο 3 του στρατοπέδου του Ναυστάθμου Σαλαμίνας, όταν δε έφθασε στο ύψος της εξόδου εκ του χώρου σταθμεύσεως οχημάτων των ανθυπασπιστών και υπαξιωματικών του εν λόγω στρατοπέδου επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του επί του εμπρόσθιου φτερού του....
αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγομένος Γ1 (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) και εξερχόταν εκ του εν λόγω χώρου σταθμεύσεως, με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημιές στην μοτοσικλέτα αυτή και να τραυματισθεί ο εφεσίβλητος λόγω της πτώσεως και της σύρσεως αυτού μετά της μοτοσικλέτας του επί του οδοστρώματος.
Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο προαναφερόμενος οδηγός του αυτοκινήτου εισήλθε ανέλεγκτα στην ανωτέρω οδό, ο δε εφεσίβλητος οδηγούσε την ανωτέρω μοτοσικλέτα με ωριαία ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης των 20 χιλιομέτρων που είχε καθορισθεί με σχετική πινακίδα και κανένας εκ των οδηγών αυτών δεν αντιλήφθηκε το έτερο όχημα, δοθέντος ότι η μεταξύ αυτών ορατότητα περιοριζόταν εκ των υψηλών θάμνων που υπήρχαν στο εμπρόσθιο μέρος του ως άνω χώρου σταθμεύσεως και προς το δεξιό της πορείας της μοτοσικλέτας.
Υπό τα περιστατικά αυτά στη σύγκρουση των ως άνω οχημάτων συντέλεσε κατά ποσοστό 70% η αμέλεια του Γ1 και κατά 30% η αμέλεια του εφεσίβλητου. Ειδικότερα η αμέλεια του Γ1 συνίσταται στο ότι αυτός κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 26 παρ. 5β του ΚΟΚ, εισήλθε ανεξελέγκτως στην προαναφερόμενη οδό, ενώ όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, εφόσον εξερχόταν εκ του ως άνω χώρου σταθμεύσεως και η ορατότητα του προς την εν λόγω οδό περιοριζόταν εκ των θάμνων, να οδηγεί το αυτοκίνητο του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του οπότε θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα την ως άνω μοτοσικλέτα, και να παραχωρήσει σ' αυτήν προτεραιότητα.
Περαιτέρω, η αμέλεια του εφεσιβλήτου συνίσταται στο ότι αυτός κατά παράβαση των αρθρ. 4 παρ. 3 (Ρ-32) και 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με την προαναφερόμενη ταχύτητα, ενώ όφειλε να οδηγεί αυτή με ταχύτητα κατώτερη της ανώτατης επιτρεπόμενης και να έχει ρυθμίσει περαιτέρω αυτή κατά τρόπο, ώστε να ήταν σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα το ως άνω αυτοκίνητο και να αποφύγει την επίπτωσή του σ' αυτό με άμεση διακοπή της πορείας του...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του και αφενός μεν μείωσε το ποσό της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για τη θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη, κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού, αφετέρου δε έλαβε υπόψη το ποσοστό αυτό συν-υπαιτιότητας για τον καθορισμό της οφειλομένης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίας ουσιαστικές διατάξεις, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, συγκροτούν της έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα σε σχέση με τα αμέσως πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω δήθεν αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ήμη εξειδίκευση των ανωτέρω αόριστων νομικών εννοιών.
Ειδικότερα: α) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αφενός μεν της οδικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, που συνίσταται, κατά την απόφαση, στο ότι αυτός έβαινε με ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπομένου, βάσει σχετικής πινακίδας, ανώτατου ορίου των 20 χιλιομέτρων την ώρα, και δεν ρύθμισε, την ταχύτητα αυτή όπως όφειλε, ενόψει και του ότι η μεταξύ αυτού και του αυτοκινήτου ορατότητα περιοριζόταν από ψηλούς θάμνους, που υπήρχαν στο εμπρόσθιο μέρος του χώρου σταθμεύσεως οχημάτων, από όπου αυτό εξήλθε, σε κατώτερο του επιτρεπομένου ορίου, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το αυτοκίνητο και να μη διακόψει την πορεία του, αλλά να επιπέσει επ' αυτού , αφετέρου δε της όμοιας οδικής συμπεριφοράς του οδηγού του αυτοκινήτου, η οποία, κατά το Εφετείο, συνίσταται στο ότι αυτός εισήλθε ανελέγκτως στην οδό, ενώ όφειλε, ως συνετός οδηγός, εφόσον εξερχόταν από το χώρο σταθμεύσεως και η ορατότητά του προς τα αριστερά της οδού περιοριζόταν από τους θάμνους, να οδηγεί το αυτοκίνητό του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, οπότε θα αντιλαμβανόταν εγκαίρως τη μοτοσικλέτα, και να παραχωρήσει σ' αυτή προτεραιότητα.
Β) Στην απόφαση εκτίθεται το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, ότι ο αναιρεσείων οδηγός της μοτοσικλέτας έβαινε, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, με ταχύτητα, που υπερέβαινε το ανώτατο αυτό όριο, ότι, ενόψει του περιορισμού της ορατότητάς του προς την οδό από τους στα δεξιά του θάμνους, όφειλε να περιορίσει την ταχύτητά του κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, και ότι, αν είχε τηρήσει την υποχρέωσή του αυτή, θα είχε αντιληφθεί εγκαίρως την έξοδο του αυτοκινήτου από τον προς τα δεξιά του χώρο σταθμεύσεως οχημάτων και θα είχε αποφύγει, με διακοπή της πορείας του, την πτώση της μοτοσικλέτας του στο αυτοκίνητο, δεχόμενη έτσι εμμέσως πλην σαφώς ότι η απόσταση των δύο αυτών οχημάτων κατά την έξοδο του αυτοκινήτου στην οδό ήταν τόση, που επέτρεπε την έγκαιρη διακοπή της πορείας της μοτοσικλέτας και τη μη πτώση της στο αυτοκίνητο, αν αυτός είχε ρυθμίσει κατά τ' ανωτέρω την ταχύτητά της.
Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους δύο πρώτους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, ενώ οι περαιτέρω επικαλούμενες με την δεύτερη πλημμέλεια ελλείψεις της αποφάσεως, συνιστάμενες στο ότι δεν καθορίζονται σ' αυτή η ακριβής ταχύτητα, με την οποία έβαινε η μοτοσικλέτα και εκείνη την οποία έπρεπε να έχει ακριβώς, κάτω από τα 20 χλμ ωριαίως, καθώς και η ακριβής απόσταση της μοτοσικλέτας από το αυτοκίνητο κατά την έξοδο του τελευταίου στην οδό, αφορούν στην ανάλυση και πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση, για τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, αποδεικτικού πορίσματος κι επομένως κατά το μέρος αυτό ο αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Τέλος, ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι, πρωτίστως, αόριστος κι' επομένως απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα αυτά.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του αυτού ως άνω άρθρου, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Έγγραφα, με την έννοια του λόγου αυτού, θεωρούνται τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ΚΠολΔ κατά κυριολεξία αποδεικτικά έγγραφα κι επομένως δεν αποτελούν τέτοια έγγραφα εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι έγγραφες γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ). Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, α) κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και β) εκείνο, που το δικαστήριο δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση αυτού με το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου να μπορεί να κρίνει ο Άρειος Πάγος, αν υπάρχει διαγνωστικό λάθος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, ήτοι την κατάθεση του μάρτυρα και τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε, αντιστοίχως, το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος της προανακριτικής Αρχής, που επιλήφθηκε του ατυχήματος, και το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως της δικαστικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ο μεν πρώτος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος και εκείνο το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινό, ο δε δεύτερος διότι αφορά σε έγγραφο αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου.
ΙΙΙ. Ο προσδιορισμός του ποσού της κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάζεται στον παθόντα σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν'αποφασίζουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2007).
Συνακόλουθα, ο έκτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να καθορίσει την επιδικαστέα στον τραυματισθέντα κατά το τροχαίο ατύχημα αναιρεσείοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο αναφερόμενο μικρό ποσό, που υποβαθμίζει την απαξία της σε βάρος του αδικοπραξίας και τελεί σε αναντιστοιχία με την σωματική του βλάβη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη θεσπίζουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙV. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 4660/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ