Supreme Court dismisses State's appeal on property title, upholding lower court's finding of acquisitive prescription rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance judgment confirming the plaintiff's property rights via acquisitive prescription. The State argued that the title was invalid because the properties were state-owned forest lands subject to expropriation laws, yet the lower court found the title valid based on the Cretan Civil Code. The Court ruled that the State's succession from Ottoman property did not negate rights acquired before 1915 and that the lower court's reasoning was legally sound and sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The State's succession from Ottoman public property does not invalidate private rights acquired under the Cretan Civil Code prior to 1915, and appeals must be dismissed if the lower court's reasoning is legally sound and sufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1220 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1220/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Αρετάκη που ανακάλεσε την από 30-11-2021 δήλωση για παράσταση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2012 μη οριστική, 88/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 11-10-2017 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1706/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 122/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Α. Α., με την από 13-7-2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία στρεφόταν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος με παράγωγο τρόπο, των επιδίκων ακινήτων (δύο αγροτεμαχίων, εκτάσεως 1209 και 884 τ.μ, αντίστοιχα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού ...
του Δ.Δ. ... του Δήμου Χανίων) και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή, όσον αφορά τα παραπάνω ακίνητα στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Χανίων. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 88/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε από το ηττηθέν Ελληνικό Δημόσιο η από 17-3-2014 έφεση και εκδόθηκε η 52/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 11-10-2017 αναίρεση από το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έγινε δεκτή με την 1706/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τη συνδρομή ή μη των περί τακτικής χρησικτησίας προϋποθέσεων του Κρητικού Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα δε κατά την ως άνω απόφαση, ενώ έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν ακαλλιέργητες και έως το έτος 2014 καλύπτονταν από θαμνώδη βλάστηση σε ποσοστό 10%-40%, από χορτολιβαδική βλάστηση σε ποσοστό 30%-60% και από άγριες αυτοφυείς χαρουπιές σε ποσοστό 3%-5%, ότι τα ίδια ακίνητα ήταν χέρσα και άγονα σε ποσοστό 27%-37% της συνολικής τους έκτασης και ότι δεν είχαν μεταβάλει ποτέ τη φύση και τη μορφή τους και συνεπώς ήταν ανέκαθεν δασικές εκτάσεις, στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι το ξηρό τους και πετρώδες έδαφος, όπως και η παραθαλάσσια θέση τους, ευνοούσαν πάντοτε την ανάπτυξη παραγωγικών αμπελώνων και ελαιώνων στην περιοχή, ότι ο Ε.
Ν., αγρότης και κτηνοτρόφος στην περιοχή, τουλάχιστον από τις 23-7-1889 και με στέρεη διάνοια κυρίου, καλλιεργούσε σε αυτά αμπέλια και ελαιώνες και συνέλεγε τους καρπούς τους έως τις 2-10-1902, όταν μεταβίβασε τη φυσική εξουσία σε αυτά στην Κ. Π. με συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης κατά την ίδια απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι η νέα νομέας των ακινήτων εξακολούθησε να τα νέμεται έως τις 11-5-1915, με όμοιες εμφανείς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και επομένως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει πλήρες δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα, τα οποία είναι βέβαια δασικές εκτάσεις, αλλά δεν είχαν παραμείνει στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου και δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο επειδή η απώτερη δικαιοπάροχός του Κ.
Π. είχε νεμηθεί τα ακίνητα με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 10 έτη, το οποίο είχε συμπληρωθεί πριν από τις 11-5-1915. Έτσι, όμως, που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο, όπως κρίθηκε, με την προαναφερθείσα, 1706/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, καθόσον δεν προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό των επίδικων δασικών εκτάσεων η άσκηση των πράξεων νομής που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, άσκησε η απώτερη δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου, ώστε να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας (ανεξάρτητα από τη συνδρομή των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων) με τακτική χρησικτησία κατά τον Κρητικό Αστικό Κώδικα, όταν μάλιστα υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη μορφολογία του εδάφους των επίδικων ακινήτων και τη δυνατότητα καλλιέργειας αυτών, στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό των πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των ακινήτων.
Στη συνέχεια δε παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Το τελευταίο με την 122/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση του εναγομένου-αναιρεσίβλητου και την απέρριψε κατ'ουσίαν. Κατά της τελευταίας απόφασης το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την υπό κρίση αναίρεση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτώ δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του εν λόγω Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.
Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).
Ενόψει συνεπώς της με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό μέχρι δεκαπέντε ετών χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα.
Εξάλλου κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί" το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της.
Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1.2.1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, είχαν τον χαρακτήρα του δάσους αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτών με χρησικτησία (ΑΠ 1343/2015) ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους (ΑΠ 591/2021, ΑΠ 282/2021, 555/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονταν στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... της πρώην Κοινότητας και ήδη Δημοτικής Κοινότητας ...
του τότε Δήμου ... και ήδη Δήμου Χανίων, Το πρώτο εκ των επιδίκων φέρει ΚΑΕΚ .../0/0 και συνορεύει βόρεια - βορειοδυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας του ενάγοντος, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Θ. Κ. και με ιδιοκτησία Α., νότια με ιδιοκτησία Μ.- και ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Π., ενώ το δεύτερο φέρει ΚΑΕΚ .../0/0 και συνορεύει βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας του ενάγοντος, δυτικά με ιδιοκτησία Σ.
Π., νότια με ιδιοκτησία Μ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Κ.. Το πρώτο επίδικο ακίνητο (με ΚΑΕΚ .../0/0) και το όμορο αυτού με ΚΑΕΚ .../0/0 αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, το οποίο κατά την κτηματογράφηση διαχωρίστηκε σε δύο διακεκριμένα μέρη. που έλαβαν διαφορετικό ΚΑΕΚ. το ίδιο δε συνέβη και με το δεύτερο επίδικο ακίνητο (με ΚΑΕΚ .../0/0) και το συνεχόμενο με αυτό ακίνητο με ΚΑΕΚ ...0/0.
Για αμφότερα τα ενιαία ακίνητα απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ήταν ο Ε. Ν.. ο οποίος νεμόταν τα ακίνητα ήδη από το έτος 1890. έχοντας αποκτήσει αυτά λόγο) πωλήσεως, για την οποία μάλιστα συντάχθηκε και συμβολαιογραφικό έγγραφο, τα ακριβή στοιχεία του οποίου δεν είναι γνωστά, είχε ωστόσο μεταγραφεί στον τόμο δεύτερο και με αύξοντα αριθμό ...
στα βιβλία μεταγραφών του τότε Δήμου .... Μετά την εγκατάστασή του σε αυτά. που κατά την απόκτησή τους ήταν αμπελώνας, φύτευσε ελαιόδενδρα και επιπλέον τα χρησιμοποιούσε για τη βόσκηση των ζώων του. Δυνάμει του υπ' αριθ. .../25.09.1902 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Κουράκη. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (με α.α.
μεταγραφής ...). ο άνω Ε. Ν. μεταβίβασε την κυριότητα επί των δύο αυτών ακινήτων στην Κ. σύζ. Β. Π., το γένος Π.. η οποία αμέσως εγκαταστάθηκε και στη νομή τους, επιβλέποντας αυτά. περιποιούμενη τα ελαιόδενδρα και συλλέγοντας τον καρπό τους. Τα ακίνητα αυτά η Κ. Π. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στη Γ. σύζ. Γ. Π., το γένος Γ.
Λ.. συνταγέντος σχετικώς του υπ' αριθ. .../04.11.1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Θρασύβουλου Γαλάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (τόμος 20 με α.α. μεταγραφής 67373), ενώ από την εγκατάστασή της σε αυτά η νέα κυρία τους εξακολούθησε να προβαίνει στις ίδιες με τη δικαιοπάροχο της πράξεις νομής (επίβλεψη, καλλιέργεια των ελαιόδενδρων και συλλογή του ελαιόκαρπου).
Στο συμβόλαιο αυτό το πωληθέν περιγράφεται ως "κτήμα κείμενον εντός της περιφερείας ... ... και εις θέσιν ..., ήτοι ένα χωράφιον εκτάσεως ενός και ημίσεως κοιλού περίπου, ήμερον και άγριον. χωριζόμενον εις δύο τεμάχια από έτερον χωράφιον ιδιοκτησίας Σ. Π. και το οποίον πωλούμενον χωράφιον περιέχει εις το ένα αυτού τμήμα είκοσι πέντε μουρέλλα ημικατεστραμμένα και το έτερον δέκα πέντε μουρέλλα.
συνορεύονται δε τα μεν περιέχον τα 25 μουρέλλα με κτήματα Σ. Π. προς ανατολάς. Π. Π. προς βορράν, Μ. Κ. προς νότον. το δε έτερον το περιέχον δέκα πέντε μουρέλλα συνορεύεται δυτικά Σ. Π.. ανατολικά Π. Π., βορείως κληρονόμων Σ. Μ. και νοτίως Γ. Μ.". Από την περιγραφή των ακινήτων στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει με σαφήνεια η ταυτότητά τους με τα επίδικα καθώς και το γεγονός ότι καλλιεργούντο με ελαιόδενδρα.
Εν συνεχεία, με το υπ' αριθ. …/02.09.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χάμιλτον Η.Π.Α. Phyllis Koumbourlis (Φύλλη Κουμπουρλή), που μεταγράφηκε στα βιβλία του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 1924 με αριθ. μεταγραφής 217365) η άνω αγοράστρια Γ. σύζ. Γ. Π. το γένος Γ. Λ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον ενάγοντα Α. Α. του Γ. και στο Θ. Γ.
του Σ. εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη τα δύο αγροτεμάχια. Στον τίτλο το μεν ένα ακίνητο περιγράφεται ως έχον έκταση 2.955.69 τ.μ. και συνορεύον βορείως με ιδιοκτησία Σ. Π., ανατολικώς με ιδιοκτησία Σ. Π.. νοτίως με ιδιοκτησία Β. Μ. και δυτικώς με ιδιοκτησία Ν. Λ. και με ιδιοκτησία Θ. Χ. Κ., το δε έτερο περιγράφεται ως έχον έκταση 2.663.82 τ.μ.
και συνορεύον βορείως - βορειοανατολικώς με ιδιοκτησία Γ. Κ.. ανατολικώς με ιδιοκτησία Β. Μ., νοτίως - νοτιοδυτικώς με ιδιοκτησία Σ. Π. και με ιδιοκτησία Α. Β.. Τέλος, με το υπ' αριθ. …/26.09.2006 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου Χάμιλτον Η.Π.Α., που μεταγράφηκε νόμιμα (στον τόμο ... με αρ. μεταγραφής ...). ο ενάγων αγόρασε από τον έως τότε συγκύριο των δύο ακινήτων Θ.
Γ. το ανήκον στον τελευταίο ες αδιαιρέτου ποσοστό επί αυτών. Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων κατέστη με παράγωγο τρόπο αποκλειστικός κύριος των δύο μειζόνων ακινήτων, τμήματα των οποίων αποτελούν τα δύο επίδικα, αποκτώντας τα από τους έως τότε αληθείς κυρίους αυτών με συμβολαιογραφικά έγγραφα νομίμως μεταγεγραμένα.
Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί των επιδίκων τμημάτων, καθόσον αυτά ήταν ανέκαθεν δημόσια κτήματα και συγκεκριμένα δασικές εκτάσεις και ως τέτοια ανήκουν στην κυριότητα του. μεταβιβασθέντα αυτοδικαίως σε αυτό ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Όπως όμως προαναφέρθηκε, ο αρχικός νομέας των δύο ακινήτων Ε. Ν. και η από αυτόν αποκτήσασα τα ακίνητα Κ. Π. το γένος Π. τα επέβλεπαν και τα επόπτευαν, τα καλλιεργούσαν στην αρχή με αμπέλια και στη συνέχεια με ελιές, ο δε πρώτος τα χρησιμοποιούσε και για τη βόσκηση των ζώων του. νεμόμενοι αυτά με διάνοια κυρίου, χωρίς διακοπή και χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η εξουσία τους σε αυτά.
Επομένως, η Κ. Π., που εγκαταστάθηκε στα ακίνητα το 1902. τα απέκτησε και με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη αυτά για διάστημα μείζον των είκοσι ετών, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11 Μαΐου 1915. προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και αυτόν του δικαιοπαρόχου της, που τα νεμόταν τουλάχιστον από το 1890. Έτσι. ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των επιδίκων ως δασικών εκτάσεων, υπαγόμενων ή μη στη δασική νομοθεσία καθώς και ανεξαρτήτως του αν τα ακίνητα ανήκαν στην περιουσία του κράτους (ως δυνάμενα να απαλλοτριωθούν ακίνητα), συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την απόκτησή τους από ιδιώτη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έως το 1915.
καθόσον υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα οι δασικές εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια των δημοσίων κτημάτων, αλλά υπάγονταν στην περιουσία του κράτους και υπόκειντο σε χρησικτησία, μη εμποδίζοντας τη με πρωτότυπο τρόπο κτήση κυριότητας επ' αυτών. Συνακόλουθα, λόγω της απόκτησης ιδιωτικού δικαιώματος επί των δύο ακινήτων, αυτά δεν ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας μετά την ισχύ των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εισήχθησαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1915, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. πρωτ. .../15.01.2015 τεχνικής έκθεσης του Δ. Σ.. δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, ο οποίος ασχολείται κυρίως με τη μορφολογία του εδάφους των επιδίκων και το είδος της βλάστησης που εμφάνιζαν με βάση τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και εξής, χωρίς όμως να αναφέρει κάτι για το προγενέστερο ενδιαφέρον εν προκειμένω διάστημα ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα και ιδίως ως προς το κρίσιμο ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής επί των επιδίκων.
Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα ανωτέρω, ενόψει της αμφισβήτησης εκ μέρους του εναγομένου του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, βασίμως αυτός ζητά να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος των επιδίκων γεωτεμαχίων και να διορθωθούν οι σχετικές με αυτά αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, απορριπτομένων των (αρνητικών) ισχυρισμών του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμων, όπως έκρινε με την εκκαλουμένη απόφασή του και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις και εκτιμώντας τις ενώπιόν του τεθείσες αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με τον δεύτερο και τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1248, 1678 και 1624 του Οθωμανικού Α.Κ, 1-3 του Οθωμανικού νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, 2 παρ. 3 του ν. 147/2014 και 9 του Α.Ν 262/1914, 51 ΕισΝΑΚ, 293, 295, 298, 299 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, 21 ν.δ 22.4/16.5.1926 του Ν.
ΔΞΗ/1912, καθώς και των άρθρων 4 και 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 30ης Μαίου 1913 και 15 της Συνθήκης Ειρήνης της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, δέχθηκε ότι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των επιδίκων ακινήτων ως δασικών εκτάσεων και ανεξαρτήτως του αν τα ακίνητα αυτά ανήκαν στην περιουσία του κράτους, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την απόκτησή τους από ιδιώτη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έως το 1915, επειδή η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, Κ.
Π., χήρα Β. Π., που είχε εγκατασταθεί στα ακίνητα το 1902, τα απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη αυτά για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-5-1915, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και αυτόν του δικαιοπαρόχου της, που τα νεμόταν τουλάχιστον από το 1890. Τούτο δε διότι, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά τους ισχυρισμούς του, έχει εκ του νόμου τίτλο κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, ως διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, εφόσον τα ως άνω ακίνητα είχαν ανέκαθεν δασική μορφή, ήτοι δημόσιας, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, γαίας, οι οποίες (γαίες) δεν ήταν δεκτικές εξουσίασης από ιδιώτη και ουδέποτε υπήρξαν ιδιοκτησία ιδιωτών Οθωμανών ή Ελλήνων, περιήλθαν δε στο αναιρεσείον μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, λαμβανομένου υπόψη ότι στο Οθωμανικό δίκαιο δεν ίσχυε ο θεσμός της χρησικτησίας και επομένως δεν ήταν δυνατόν να υπολογιστεί ο χρόνος νομής υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας ούτε και να τύχουν εφαρμογής, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι περί χρησικτησίας διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα.
Επιπλέον δε το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι προσμετράται ο χρόνος νομής του Ε. Ν., δικαιοπαρόχου της Κ. Π., στον χρόνο νομής της ίδιας, από το 1890 (χρόνος έναρξης νομής των επιδίκων ακινήτων), μέχρι το 1904 (έτος ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα), δεν ήταν συμπληρωμένος ο χρόνος χρησικτησίας των είκοσι ετών, ούτε υπολειπόταν προς συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας, αλλά ούτε και της τακτικής χρησικτησίας, αφού από το έτος 1902, οπότε συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../1902 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Ι.
Κουφάκη, μέχρι το 1904 δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας ούτε υπολειπόταν προς συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα επίδικα ακίνητα, περιήλθαν στην κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, Κ.
Π., χήρας Β. Π., που είχε εγκατασταθεί στα ακίνητα και νεμόταν αυτά από το 1902, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και αυτού του δικαιοπαρόχου της από το 1890, κατά τις διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα, καθόσον κατά τις ορθά εφαρμοσθείσες διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1356 και 1357 του εν λόγω Κώδικα, ο κατά τις παραδοχές της απόφασης αποδειχθείς χρόνος νομής με διάνοια κυρίου επί 14 έτη πριν την ισχύ του Κώδικα (άρθ. 295 και 206), που δεν υπερβαίνει κατά τα ως άνω τα δεκαπέντε έτη και συνεχίστηκε και μετά την ισχύ του, προσπόρισε σ' αυτήν κυριότητα πριν την 11η Μαϊου 1915, οπότε ενώθηκε η Κρήτη με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Επομένως, για τον προ της ισχύος του Κρητικού ΑΚ χρόνο ισχύουν οι περί χρησικτησίας του Κώδικα αυτού διατάξεις, για τα δεκτικά χρησικτησίας ακίνητα, όπως ήταν τα επίδικα, τα οποία και αν ακόμα ήταν, όπως υποστηρίζει το Δημόσιο στο σύνολό τους δασικές εκτάσεις, περιλαμβάνονταν στα, κατά το άρθρο 200 του Κρητικού ΑΚ, ανήκοντα στην περιουσία του Κράτους κτήματα που ήταν απαλλοτριωτά και κατά το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα υπέκειντο στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Συνεπώς δεν συνέτρεξε περίπτωση εφαρμογής των επικαλουμένων διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου, ενώ η επικαλούμενη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στις ανήκουσες στο Οθωμανικό Δημόσιο ιδιοκτησίες δεν αναιρεί τα υπό την ισχύ του Κρητικού ΑΚ αποκτηθέντα από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος δικαιώματα, τα οποία έχουν αποκτηθεί σε χρόνο προγενέστερο της επικαλουμένης διαδοχής, ήτοι της 11.5.1915, ημερομηνία, κατά την οποία, σε περίπτωση που δεν είχαν αποκτηθεί σε αυτά ιδιωτικά δικαιώματα, θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή, όσον αφορά τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί των επίδικων ακινήτων, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της περιγραφής και ταυτότητας των επιδίκων ακινήτων με τα ακίνητα που φέρεται να έχει αποκτήσει το 1890 ο Ε.
Ν. και το 1902 η Κ. συζ. Β. Π., το γένος Π., δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν αναφέρεται η θέση, το εμβαδόν, τα όρια, οι πλευρικές διαστάσεις, οι όμοροι ιδιοκτήτες, ούτε άλλα προσδιοριστικά στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι τα αναφερόμενα σ' αυτήν συμβόλαια πράγματι αφορούν τα επίδικα ακίνητα.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττει, την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 122/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ