Legislator Case Law & Legislation
1220/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and evidentiary issues regarding contract value.

Case Number 1220/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Third Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court erred in admitting witness testimony for a contract exceeding 20,000 euros while relying on a public deed stating a value of 435,000 euros. The court rejected these claims, ruling that the procedural defect regarding the absent defendant did not invalidate the proceedings and that the evidentiary assessment regarding the contract's true value was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1-3, 576 para. 1-3, 226 para. 4 items 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; The court may examine ex officio whether a party expedited the appeal hearing, and if the absent party validly expedited it, the case proceeds as if all parties were present, otherwise it is inadmissible; Furthermore, witness testimony regarding a contract exceeding 20,000 euros is admissible when proving the fictitious nature of a public deed or the existence of a superior transaction, as the limitation applies only to the content of the deed itself.

Keywords

AI generated
appeal admissibility expedited hearing witness testimony public deed value fictitious transaction evidentiary assessment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1-3, 576 para. 1-3, 226 para. 4 items 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 393 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 12 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1220/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Σ. του Ε., και 2) Μ. συζ. Σ. Σ. το γένος Χ. Κ., κατοίκων ... Αττικής, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Αθανασίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 118/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6047/2009 μη οριστική και 3131/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 4, 576 παρ.1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν με την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι, οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 241/2015 ΑΠ 1061/2010).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1 και γ ΚΠολΔ που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του τυχόν απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά, την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωση του καλύφθηκε η τυχόν, ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμα διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 2903Γ/4-5-2018 και 2904Γ/4-5-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Δ. η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3131/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένου χρόνο συζήτησης της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 31 την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση για να παραστεί σ' αυτήν.

Όμως, η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη:

"Στις 2-12-2002, η ενάγουσα, η οποία έχει νόμιμα διορισθεί ως μεσίτης αστικών συμβάσεων και είναι εγγεγραμένη στα μητρώα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών από το έτος 1998 (με αριθμ. αδείας ...) διατηρώντας προς τούτο μεσιτικό γραφείο στο δήμο ... Αττικής με τον διακριτικό τίτλο "...", ανέλαβε από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, έγγραφη εντολή για υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά μονοκατοικίας με κήπο στις περιοχές ...

και .... Ως μεσιτική αμοιβή τα μέρη συμφώνησαν ποσοστό 2% επί της πραγματικής αγοραίας αξίας, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, το τίμημα δε θα καταβαλλόταν εις ολόκληρον από κάθε αγοραστή εναγόμενο κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Στο πλαίσιο αυτό και προς εκτέλεση της ως άνω εντολής η ενάγουσα αυθημερόν υπέδειξε στους εναγομένους τέσσερα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, δηλαδή μία κατοικία - μεζονέτα 374 μ2 επί οικοπέδου 417 μ2 στην ... ... (επί των οδών ...

και ...) με τιμή πώλησης 400.000.000 δραχμές ή 1.173.881,19 ευρώ. Η κυριότητα του ακινήτου αυτού ανήκε στην Κ. συζ. Π. Γ. το γένος Κ. Κ. Κ., ελληνικής ιθαγένειας, μόνιμη κάτοικο .... Από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού θεμελιώνεται ότι η ενάγουσα υπέδειξε την ευκαιρία προς σύναψη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου εκ μέρους των εναγομένων.

Τούτο, διότι: Όταν ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε την από 2-12-2002 μεσιτική εντολή, στην οποία μεταξύ άλλων αναγράφεται ότι του υποδείχθηκε και ακίνητο "... ... ..." μεζονέτα 374 τ.μ. όλο τιμή 400 εκατομ. δραχ.", ήταν παρούσα και η δεύτερη εναγομένη, σύζυγος του, η οποία ενέκρινε την υπογραφή του συζύγου της, επικρατεί δε η συνήθεια τη μεσιτική εντολή να την υπογράφει ο ένας των συζύγων.

Επιπλέον, αυτός δηλώνει σε αυτήν, εκτός των άλλων, ότι "για την περίπτωση που καταρτισθούν τελικά οι κύριες συμβάσεις οποιασδήποτε νομικής ή εξωτερικής μορφής είτε στο δικό μου όνομα ή μέλους της οικογένειάς μου, ή και εταιρείας από την οποία έλκει συμφέροντα ένας εξ ημών, για τους οποίους και δηλώνω υπεύθυνα ότι ενεργώ ύστερα από εντολή, κατ' εξουσιοδότηση και για λογαριασμό τους.... (αναγνωρίζω) ότι είμαστε υποχρεωμένοι τόσο εγώ ο ίδιος ατομικά σε κάθε περίπτωση, όσο και εκείνοι στο όνομα των οποίων θα καταρτισθούν ολικά ή μερικά οι σχετικές κύριες συμβάσεις, και ασχέτως αν αυτοί έχουν ήδη λάβει ή θα λάβουν γνώση των ίδιων ακινήτων και με άλλο τρόπο, να σας καταβάλλουμε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας μας, την ειδικώς συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή σας που ανέρχεται σε 2% επί της αναγραφομένης τιμής πλέον ΦΠΑ".

Από την ίδια ως άνω μεσιτική εντολή αποδεικνύεται η συμφωνία των διαδίκων για εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων προς καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, καθώς και ότι περιλαμβάνεται σ' αυτήν αποτίμηση εκ των προτέρων της αξίας του προς πώληση ενδίκου ακινήτου στο ποσό των 400.000.000 δραχμών όπως ορθά κρίθηκε από την εκκαλουμένη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο και τέταρτο (α) λόγους έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Το παραπάνω έγγραφο φέρει την υπογραφή του πρώτου εναγομένου, μάλιστα δε αυτός έλαβε και αντίγραφο της εντολής αυτής, όπως φαίνεται στο σώμα της τελευταίας, στην οποία κάτω από την ένδειξη "παρέλαβα αντίγραφο της εντολής μου αυτής" υπάρχει η υπογραφή του, η γνησιότητα της οποίας αποδεικνύεται και από τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 5354/2015 (ήδη αμετάκλητης) απόφασης του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Ειδικότερα μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε στις 13- 5-2008, οι εναγόμενοι υπέβαλλαν την από 11-7-2008 μήνυση κατά της ενάγουσας αναφέροντας ότι το από 2-12-2002 ως άνω έγγραφο επιβεβαιωτικής μεσιτικής εντολής, που η τελευταία προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι πλαστό και ότι ουδαμού φέρει την υπογραφή του πρώτου εναγομένου, κατονόμασαν δε ως πλαστογράφο την ενάγουσα.

Κατόπιν της εν λόγω μηνύσεως, ασκήθηκε σε βάρος της ενάγουσας ποινική δίωξη για απάτη ενώπιον Δικαστηρίου και χρήση πλαστού εγγράφου, κατηγορίες όμως, για τις οποίες κρίθηκε αθώα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5354/2015 απόφαση, στο σκεπτικό της οποίας (σελ. 38) αναφέρεται ότι με βάση τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και γραφολογική γνωμοδότηση κλπ, ... " αποδεικνύεται κατά τρόπο απόλυτο, με τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στην επίδικη επιβεβαιωτική μεσιτική εντολή έχουν τεθεί από τον μηνυτή" (σ.σ.

πρώτο εναγόμενο).

Συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες προβάλλουν παραδεκτά το πρώτον κατ' έφεση τον ισχυρισμό ότι όλο το προαναφερόμενο έγγραφο και η στο τέλος της οπίσθιας όψης του μονογραφή δεν ανήκουν στον πρώτο τούτων, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο την ενάγουσα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, αποδείχθηκε ότι με την υπόδειξη και μεσολάβηση της ενάγουσας υπογράφτηκε τελικά στις 23-10-2006 το υπ' αριθμ. 21467/2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β., που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα, με το οποίο η Κ. Γ. πώλησε και μεταβίβασε στους εναγομένους, κατ' ισομοιρία σε καθένα το παραπάνω ακίνητο. Στο εν λόγω συμβόλαιο δήλωσαν και αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 435.000 ευρώ, που σχεδόν ταυτίζεται με την αντικειμενική αξία του ακινήτου (433.405,96 ευρώ), το οποίο όμως αναγράφηκε για φορολογικούς λόγους και δεν ταυτίζεται με το πραγματικό τίμημα, το οποίο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, προέκυψε ότι ανέρχονταν στο ποσό των 1.100.000 ευρώ. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα ως μεσιτική αμοιβή της, το ποσό των 22.000 ευρώ (= 1.100.000 ευρώ Χ 2%) και τον αναλογούντα επί του ανωτέρω ποσού ΦΠΑ ύψους 4.180 ευρώ......".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και την αντέφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την εκκληθείσα, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της υπογραφής από τον πρώτο εναγόμενο, ήδη πρώτο των αναιρεσειόντων, της από 2-12-2002 μεσιτικής εντολής προς την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, εκθέτοντας σαφώς τους συλλογισμούς, βάσει των οποίων κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφέροντας ειδικότερα ότι εκτός των λοιπών προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων έλαβε υπόψη του και τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της υπ' αριθ. 5354/2015 (αμετάκλητης) απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας η ενάγουσα κρίθηκε αθώα των αποδοθεισών σ' αυτήν, κατόπιν μηνύσεως των εναγομένων, αδίκων πράξεων της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου και της χρήσης πλαστού εγγράφου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάρτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (την έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ. και την γραφολογική έκθεση του δικαστικού γραφολόγου Κ. Δ. Κ.), που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλες τις προσκομισθείσες αποδείξεις σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξης. Ο λόγος αυτός, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί, οποιαδήποτε απόδειξη, για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια, αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη, να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση των ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια με την αιτιολογία ότι : "Το Δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινό [το γεγονός] της ύπαρξης υψηλότερου πραγματικού τιμήματος χωρίς απόδειξη".

Το Εφετείο όμως κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το αληθές ύψος του τιμήματος πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου στηριζόμενο στο σύνολο των προσκομισθεισών αποδείξεων σύμφωνα δε με τις παραδοχές του "Στο εν λόγω συμβόλαιο δήλωσαν και αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 435.000 που σχεδόν ταυτίζεται με την αντικειμενική αξία του ακινήτου (433.405,96 ευρώ), το οποίο όμως αναγράφηκε για φορολογικούς λόγους και δεν ταυτίζεται με το πραγματικό τίμημα, το οποίο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και τα διδάγματα της κοινής πείρας προέκυψε ότι ανέρχονταν στο ποσό των 1.100.000 ευρώ". Κατόπιν αυτού ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενης σ' αυτό με τον 4ο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχουν εκ του Νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων.

Ειδικότερα με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε την δια μαρτύρων απόδειξη για περιεχόμενο συμβάσεως η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ (αρθ. 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήδη 30.000 ευρώ, όπως η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), ενώ συγχρόνως το ως άνω υπ' αριθ. 21467/2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ε.

Β. που μεταγράφηκε νόμιμα και στο οποίο ορίζεται ότι το τίμημα της πωλήσεως της επιδίκου ακινήτου ορίζεται στο ποσό των 435.000 ευρώ παράγει πλήρη απόδειξη. Επί των ανωτέρω ισχυρισμών των αναιρεσειόντων πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω περιορισμός αφορά μόνο το δικαιοπρακτικό περιεχόμενο της σύμβασης ή της συλλογικής πράξης (ΑΠ 588/2003), δεν αφορά δε ο περιορισμός αυτός τα "εσωτερικά ελαττώματα των δηλώσεων βουλήσεως όπως λ.χ.

αν αυτή έχει συναφθεί λόγω πλάνης, απάτης, απειλής ή αν είναι εικονική κ.λ.π. Έτσι, η εικονικότητα της δικαιοπραξίας και η ύπαρξη της άλλης ισχυρής δικαιοπραξίας που καλύπτεται κάτω από αυτήν (ΑΚ 138), μπορεί να αποδειχθεί με τα επιτρεπόμενα κατά τον ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, διότι, δεν πρόκειται για τροποποίηση της δικαιοπραξίας κατά το περιεχόμενο της, ούτε η απόδειξη της εικονικότητας που γίνεται με έγγραφα και μάρτυρες στρέφεται κατά του περιεχομένου της, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικά (ΑΠ 10/2007, ΑΠ 26/2003).

Εξάλλου, το συμβολαιογραφικό έγγραφο ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί μεν πλήρη απόδειξη, μη επιτρεπόμενης ανταποδείξεως, παρά μόνον με την προσβολή του για πλαστότητα, πλην όμως όχι περί όλων των περιεχομένων σ' αυτό, αλλά μόνον περί όσων ο συμβολαιογράφος, βεβαιώνει ότι έγιναν από αυτόν ή έγιναν ενώπιόν του.

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί του αληθούς ύψους του τιμήματος πωλήσεως του ενδίκου ακινήτου, δεν στηρίχθηκε μόνον στις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά συνεξετίμησε και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ των οποίων και το έγγραφο της δοθείσας προς την ήδη αναιρεσίβλητη μεσιτικής εντολής περί αγοράς ακινήτου αξίας 400.000.000 δραχμών.

Κατόπιν, αυτών ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν, αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί να μη επιδικασθεί όμως εις βάρος των αναιρεσειόντων δικαστική δαπάνη ελλείψει σχετικού αιτήματος συνεπεία της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3131/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ