Supreme Court allows appeal against insurance company verdict, remands case for retrial due to procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's withdrawal regarding two defendants but allowed the appeal against the insurance company. The court found the lower court erred in assessing traffic priority based on arrival time rather than right of way, a critical factual mistake. Consequently, the verdict was annulled and the case remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court misapplies substantive law regarding traffic priority rules, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1220 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1220/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: L. (Λ.) Q. (Κ.) του J. (Γ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Μ., 2) Ζ. Τ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21127/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 455/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2016 αίτησή του και τους από 27-10-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρεσείων, με δήλωσή του στις από 18-5-2018 προτάσεις του που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την ίδια ημέρα, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Κ. Κ. και Ζ. Τ., αντίστοιχα), με αποτέλεσμα η εν λόγω αίτηση να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς (άρθρα 294, 295 εδάφ. α', 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015 και ισχύουν, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου, από 1-1-2016, συνεπώς και εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης).
Εισάγονται προς συζήτηση η από 1-7-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …-7-2016 αίτηση αναίρεσης και οι από 27-10-2017 πρόσθετοι λόγοι (αριθμ. κατάθεσης 112/3-11-2017) που ασκήθηκαν παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ (σχετ. η 6404ΣΤ/23-11-2017 έκθεση επίδοσης, προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Δ.). Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Ειδικότερα, στο άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται ότι η πινακίδα Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας - STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο (η έννοια του οποίου προσδιορίζεται στο άρθρο 2 ΚΟΚ, κατά το οποίο ισόπεδος οδικός κόμβος είναι "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές"), σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο, καθώς και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, προκύπτει ότι, όταν σε ισόπεδο κόμβο μία οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "Τ", ήτοι καταλήγει σ' αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, και υπάρχει πινακίδα Ρ-2 (STOP) για τον κινούμενο στην τέμνουσα οδό οδηγό, αυτός οφείλει, στο πλαίσιο των παραπάνω διατάξεων, να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, να τη μειώνει πλησίον του ισόπεδου οδικού κόμβου, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει, αριστερά ή δεξιά, σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατεύθυνσης για να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση και, τέλος, να διακόπτει υποχρεωτικά την πορεία του πριν από τον οδικό κόμβο και να εισέρχεται σ' αυτόν με ιδιαίτερη προσοχή (ΑΠ 557/2016) και, συγκεκριμένα, όταν, ύστερα από έλεγχο, διαπιστώσει ότι ο κόμβος είναι ελεύθερος, δηλαδή όταν τα αυτοκίνητα που κινούνται στην οδό στην οποία πλησιάζει και που έχουν προτεραιότητα, όπως έχει προαναφερθεί, βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ' αυτόν (κόμβο) που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φθάσουν στον κόμβο, ενώ, αντίθετα, ο άλλος οδηγός, στην πορεία του οποίου είναι τοποθετημένη η πινακίδα STOP και, συνακόλουθα, δεν έχει προτεραιότητα και ο οποίος, όμως, κάποτε δικαιούται να διέλθει, να προλαβαίνει να διασχίσει την απόσταση του κόμβου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην υπό κρίση περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 455/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (ή μη) των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στις 10-6-2012 και ώρα 19:50', ο πρώτος εναγόμενος Κ.
Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …3 ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου Ζ. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εκινείτο στην ..., προς την επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνας και με κατεύθυνση από Λαγκαδά προς Ρεντίνα.
Η οδός, επί της οποίας εκινείτο, είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 6,10 μ., ευθεία και οριζόντια ασφαλτοστρωμένη στη συμβολή της με την επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνας και πέραν του σημείου αυτού με χωμάτινη επίστρωση. Λίγα μέτρα πριν τη διασταύρωσή της με την επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνα, στην πορεία του πρώτου εναγομένου υπήρχε τοποθετημένη ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP).
Την ίδια στιγμή, επί της επαρχιακής οδού Λαγκαδά - Ρεντίνας, εκινείτο ο ενάγων L. Q., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …5 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, στο οποίο επέβαιναν και τα δύο ανήλικα τέκνα του στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, με κατεύθυνση από Ρεντίνα προς Λαγκαδά. Η οδός αυτή στη συμβολή της με την ...
είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 7,20 μ., πλάτος ερείσματος 0,20 cm, ευθεία οριζόντια και ασφαλτοστρωμένη. Όταν το πρώτο από τα πιο πάνω οχήματα, δηλαδή το με στοιχεία κυκλοφορίας …ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος, έφθασε στη διασταύρωση της οδού ...
με την επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνας, ο οδηγός του διέκοψε την πορεία του, ως όφειλε, ενόψει της ρυθμιστικής πινακίδας "STOP" και, αφού ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της επαρχιακής οδού Λαγκαδά - Ρεντίνας και βεβαιώθηκε ότι με την είσοδό του στη διασταύρωση δεν θα παρεμβληθεί στην πορεία άλλου οχήματος, εισήλθε στον ισόπεδο κόμβο, προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα την επαρχιακή οδό και να κινηθεί στη συνέχεια αριστερά επί του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής με κατεύθυνση από Λαγκαδά προς Ρεντίνα.
Όμως, κατά το χρόνο που διέσχιζε με χαμηλή ταχύτητα, κάτω των 40 χλμ./ώρα, το με κατεύθυνση από Ρεντίνα προς Λαγκαδά ρεύμα κυκλοφορίας και εισερχόταν στο με κατεύθυνση από Λαγκαδά προς Ρεντίνα ρεύμα κυκλοφορίας, πριν ολοκληρώσει την έξοδό του από τη διασταύρωση, ενώ δηλαδή είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος αυτής, συγκρούστηκε, με την αριστερή εμπρόσθια γωνία του οχήματός του, με το εμπρόσθιο μέρος - ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, ο οποίος, κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χλμ./ώρα και κατευθυνόμενος από Ρεντίνα προς Λαγκαδά, μην έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ακινητοποίησε έγκαιρα το αυτοκίνητό του μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου.
Μάλιστα, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δηλαδή ακολούθησε την πορεία του οχήματος με το οποίο τελικά συγκρούστηκε. Από τη σύγκρουση αυτή ο μεν ενάγων υπέστη βαριές σωματικές βλάβες, το δε αυτοκίνητό του εκτεταμένες υλικές ζημίες. Όπως όμως αποδείχθηκε στην επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος ουδόλως συνετέλεσε ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου.
Τούτο διότι, ναι μεν ο ενάγων είχε προτεραιότητα διέλευσης της διασταύρωσης σε σχέση με τον εναγόμενο, ο οποίος στην πορεία του πριν τη διασταύρωση είχε ρυθμιστική πινακίδα STOP, πλην, όμως, η προτεραιότητα αυτή ισχύει για την περίπτωση που δύο αυτοκίνητα αφικνούνται στη διασταύρωση συγχρόνως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων πλησίασε στη διασταύρωση τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος αυτής και βρισκόταν πλέον προς την έξοδό της και συνεπώς είχε πλέον αυτός αποκτήσει προτεραιότητα έναντι του ενάγοντος, ο οποίος όφειλε, εφόσον λογικά έπρεπε να τον είχε αντιληφθεί, αφού ήταν ημέρα και οι συνθήκες ορατότητας δεν περιορίζονταν, να διακόψει έγκαιρα την πορεία του ώστε να επιτρέψει σε αυτόν να ολοκληρώσει με ασφάλεια τη διέλευση.
Όμως, από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να επιδείξει, δεν διέκοψε έγκαιρα την πορεία του. Όπως δε αποδείχθηκε, η έλλειψη ικανότητας να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του αυτοκινήτου του εναγομένου και να ρυθμίσει ανάλογα την ταχύτητά του οφείλεται στο γεγονός ότι, όχι μόνο στερούνταν άδειας ικανότητας οδήγησης, αλλά επιπλέον, κατά το χρόνο του ατυχήματος, βρισκόταν σε κατάσταση μέθης από προηγούμενη μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ.
Συγκεκριμένα, μετά από αιμοληψία και εξέταση του δείγματος αίματος από την αρμόδια υπηρεσία, βρέθηκε θετικός σε ποσοστό αλκοόλης 1,60‰ γρ. ανά λίτρο αίματος. Αποδείχθηκε δε, ότι η κατάσταση μέθης στην οποία τελούσε, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν διέθετε δίπλωμα ικανότητας οδήγησης, δεν του επέτρεψαν να εκτιμήσει ορθά την κίνηση του αυτοκινήτου του εναγομένου, σε συνδυασμό με τη δική του ταχύτητα, ούτε και να προβεί σε αποτελεσματικούς αποφευκτικούς ελιγμούς.
Εξαιτίας δε των άνω συνθηκών (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος - έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης), ακόμη και αν έβαινε με μικρότερη των 80 χλμ./ώρα ταχύτητα και πάλι δεν θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα τον κίνδυνο και να αντιδράσει αποτελεσματικά. Από το γεγονός δε, ότι στο όνομα του ενάγοντος είχε εκδοθεί αλβανική άδεια ικανότητας οδήγησης, φωτοαντίγραφο της οποίας προσκομίζει ο ενάγων, σε καμία περίπτωση δεν τεκμαίρεται και πραγματική ικανότητά του να οδηγεί αυτοκίνητο.
Υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις αποκλειστικά υπαίτιος της επέλευσης του ατυχήματος αποδείχθηκε ότι είναι ο ενάγων, ο οποίος δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις περιστάσεις, ώστε να μπορεί να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους, για τις συγκεκριμένες συνθήκες, χειρισμούς, με αποτέλεσμα, ενώ μπορούσε από μεγάλη απόσταση να αντιληφθεί τη διέλευση του αυτοκινήτου του εναγόμενου από τη διασταύρωση, στην οποία πλησίαζε, να μη μειώσει την ταχύτητά του, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στον εναγόμενο να ολοκληρώσει με ασφάλεια τη διάσχιση της διασταύρωσης, έχοντας, όπως προαναφέρθηκε, αυτός προτεραιότητα διέλευσης, αφού, κατά το χρόνο που είχε εισέλθει και είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της, ο ενάγων βρισκόταν δεκάδες μέτρα μακριά από αυτή.
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ενάγοντα, που βρέθηκαν από τα αρμόδια όργανα της τροχαίας στον τόπο του ατυχήματος, είχαν μήκος 42 μέτρων. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι από τη στιγμή που ένας μέσος συνετός οδηγός αντιληφθεί τον κίνδυνο, μέχρι να αντιδράσει, κάνοντας χρήση πέδης, έχει ήδη διανύσει κάποια απόσταση, είναι προφανές ότι η είσοδος του εναγομένου στη διασταύρωση έγινε όταν ο ενάγων βρισκόταν σε τόσο μεγάλη απόσταση, ώστε δικαιολογημένα να θεωρεί ο εναγόμενος ότι μπορεί με ασφάλεια να εισέλθει στη διασταύρωση...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, την από 30-1-2015 έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της πρωτόδικης 21.127/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο και αυτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο ενάγων - αναιρεσείων και απορρίπτοντας, κατόπιν τούτου, την ένδικη, από 8-5-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 12.152/14-5-2013, αγωγή του.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του ΑΚ και του ΚΟΚ που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι αυτές ορθά εφαρμόστηκαν και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και, ειδικότερα, αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη του οδηγού του …3 ΙΧΦ αυτοκινήτου Κ.
Κ. στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, με την απόφασή του: 1) Αν και δέχεται ότι ο οδηγός του …85 ΙΧΕ αυτοκινήτου - αναιρεσείων, ενώ μπορούσε, δεν αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση (την οποία, πάντως, δεν προσδιορίζει) το …3 ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ.
Κ. και που εισερχόταν στη διασταύρωση, δεν διευκρινίζει γιατί από την ίδια ικανή απόσταση ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, που κινούνταν, από αριστερά του, στην επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνας (με κατεύθυνση προς Λαγκαδά), η οποία, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή, στο σημείο εκείνο, είναι "ευθεία οριζόντια", ώστε να μην εκκινήσει από το STOP.
Δεν δικαιολογείται, δηλαδή, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο οδηγός του φορτηγού Κ. Κ. έλεγξε, μετά τη διακοπή της πορείας του πριν από τη διασταύρωση, όπως όφειλε, λόγω της ύπαρξης εκεί, επί της οδού ... επί της οποίας κινούνταν, της πινακίδας STOP, την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν στην επαρχιακή οδό και, ειδικά, αυτών που κινούνταν με κατεύθυνση προς Λαγκαδά, δεδομένου ότι για την επιμελή διέλευση από τη διασταύρωση των προαναφερόμενων οδών δεν αρκούσε το γεγονός ότι αυτή ήταν προς στιγμή ελεύθερη, αλλά έπρεπε το κινούμενο επί της επαρχιακής οδού αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος να βρισκόταν σε τέτοια απόσταση που να παρείχε τη δυνατότητα στο κινούμενο επί της οδού ...
φορτηγό, το οποίο δεν είχε προτεραιότητα, να εισέλθει και να διασχίσει τη διασταύρωση χωρίς κίνδυνο σύγκρουσης (ΑΠ 53/2016, ΑΠ 1293/1996), 2) δεν εξειδικεύει την ταχύτητα, με την οποία κινούνταν το φορτηγό αυτοκίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο που εισήλθε και άρχισε να διασχίζει τη διασταύρωση, αλλά αναφέρεται, αόριστα, ότι η ταχύτητά του ήταν χαμηλή, "κάτω των 40 χιλιομέτρων την ώρα", 3) δεν αναφέρει ποίο ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην επαρχιακή οδό, όπου κινούνταν το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, και κατ' ακρίβεια στη διασταύρωσή της με την ...
και 4) δεν μνημονεύει πόσο ήταν το μήκος του φορτηγού αυτοκινήτου. Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε αμέλεια του οδηγού του φορτηγού (αποκλειστική ή συγκλίνουσα), αν δηλαδή αυτός αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση την κίνηση του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και, χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητά του, ξεκίνησε πριν βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων ή αν, αντίθετα, δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα, διότι ενήργησε κατά νόμο, διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από τη διασταύρωση, έλεγξε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνας, δεν είδε το όχημα του αναιρεσείοντος, διότι αυτό βρισκόταν εκτός του ορατού του πεδίου, και μετά ξεκίνησε, η δε σύγκρουση επήλθε εξαιτίας της αυξημένης ταχύτητας (των 80 χιλιομέτρων την ώρα) και της έλλειψης προσοχής του αναιρεσείοντος, που κάλυψε ικανή απόσταση πριν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου εισέλθει στη διασταύρωση.
Μόνο το γεγονός ότι το φορτηγό αυτοκίνητο έφθασε πρώτο και εισήλθε στον ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν συνεπάγεται ότι απέκτησε και την προτεραιότητα έναντι του άλλου αυτοκινήτου. Μία τέτοια άποψη θα οδηγούσε σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας διελκυστίνδα μεταξύ των οδηγών ως προς το ποίος θα εισέλθει πρώτος στον οδικό κόμβο ώστε να αποκτήσει την προτεραιότητα έναντι του άλλου (ΑΠ 1591/2014).
Κατά συνέπεια, κρίνονται βάσιμα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, τους τρίτο και τέταρτο λόγους (κατά τα οικεία μέρη), καθώς και με τις πρώτη, τρίτη και πέμπτη αιτιάσεις του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Μετά απ' αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η τρίτη αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. και Ζ. Τ., αντίστοιχα.
Συνεκδικάζει την από 1-7-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 27-10-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...".
Αναιρεί την 455/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ