Legislator Case Law & Legislation
1220/2016 AI generated

1220/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1220/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1220/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε’ Κ.Ποιν.Δ.). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1220/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 546/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον G. (K.) G.-G. του P. κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/8-6-2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Μαρίας Βογιατζόγλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 699/2015.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 551 Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται, ότι κατά της αποφάσεως, με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή (συγχωνευτικής) επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον καταδικασμένο και στον εισαγγελέα για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και αυτός της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ Κ.Ποιν.Δ.). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει.

Επομένως, η κρινόμενη από 8-6-2015 (υπ’ αριθ. 2/2015) αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά της υπ’ αριθ. 546/2015 συγχωνευτικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία έχει ασκηθεί νομοτύπως, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και μέσα στη νόμιμη (δεκαήμερη) προθεσμία από της κατά την 3-6-2015 καταχωρίσεως της εν λόγω ανέκκλητης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου, με λόγο την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι τυπικά δεκτή (άρθρα 551 παρ. 3 εδ.

τελευτ. σε συνδ. με άρθρ. 473 παρ. 1, 3, 4, 507 παρ. 1 εδ. α’ και 509 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, σαν να ήταν παρών και ο αιτών-κατάδικος G. (K.) G.-G. του P., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο αυτό κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασή του, κατά την οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της η υπόθεση και έγινε η συζήτησή της, αν και είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, όπως προκύπτει από το από 31-8-2015 αποδεικτικό επιδόσεως της αρμόδιας επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Μ.

Μ. (άρθρα 513 παρ. 1 εδ. γ’ και 515 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.).

Κατά τους ορισμούς των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 Π.Κ., κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές ή ποινές σε χρήμα, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη με ανάλογη προσμέτρηση των υπολοίπων, της προβλέψεως αυτής εφαρμοζομένης και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή.

Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Π.Κ., αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής, το οποίο υπολειπόταν για έκτιση σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, (όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών), χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη) θεωρείται ότι έχει εκτιθεί.

Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από ένα έτος (όπως προβλέπεται μετά την αντικατάσταση του άρθρου 108 Π.Κ. με το άρθρ. 67 παρ. 2 Ν.4139/2013, που ισχύει από 20-3-2013 και εφεξής), τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως και, επομένως, δεν χωρεί στην περίπτωση αυτή η εφαρμογή των διατάξεων, που διέπουν τον καθορισμό συνολικής ποινής, αφού αποκλείεται η προσμέτρηση του κατά τα άνω υπολοίπου.

Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ.Α.Π. 106/1991), η δε άρση της απολύσεως επέρχεται αυτοδικαίως, μόλις η καταδίκη για το νέο έγκλημα γίνει αμετάκλητη έστω και μετά τη λήξη του χρόνου δοκιμασίας, αρκεί το έγκλημα αυτό να έχει τελεσθεί εντός του χρόνου της δοκιμασίας.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., η οποία συνιστά ουσιαστική ποινική διάταξη κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής και ορίζει, ότι "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή", δηλαδή τα άρθρα 94 επ.

Π.Κ., συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο συμπέσει ποινή ανώτερη του ενός έτους για άλλη (ή και περισσότερες) από δόλο τελεσθείσα πράξη (ή πράξεις), παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και η νέα (ή οι νέες) συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής, που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, που επέβαλε στον υπό όρο απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη του ενός έτους για έγκλημα, το οποίο διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του υπό κρίση αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής:

Ο G. (K.) G.-G. του P., στον οποίο είχε επιβληθεί, με την υπ’ αριθ. 62/4-5-2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για διακεκριμένη περίπτωση κλοπής (τετελεσμένης και σε απόπειρα) κατ’ εξακολούθηση από περισσότερους δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ εξέτιε σε εκτέλεση αυτής την ανωτέρω στερητική της ελευθερίας ποινή, έτυχε υπό όρο απολύσεως με το υπ’ αριθ. 386/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων και αποφυλακίστηκε στις 10-11-2011 με υπόλοιπο ποινής προς έκτιση ενός (1) έτους, εννέα (9) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών.

Ο ίδιος, όμως, εντός του χρόνου της τριετούς δοκιμασίας από την απόλυσή του, διέπραξε νέα εγκλήματα από δόλο και συγκεκριμένα στις 17-4-2013 εκείνα της ληστείας από κοινού και της παράνομης οπλοφορίας, για τα οποία καταδικάστηκε, με την υπ’ αριθ. 122-135/19-3-2014 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, γεγονός επαγόμενο την αυτοδίκαιη άρση της κατά τα άνω υπό όρο απολύσεώς του και την αθροιστική έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου του 1 έτους, 9 μηνών και 15 ημερών της προαναφερόμενης προηγούμενης ποινής του.

Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 807/20-1-2015 αίτησή του, ο ανωτέρω κατάδικος υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης το αίτημα συγχωνεύσεως των ποινών, που του είχαν επιβληθεί με τις προαναφερθείσες δύο καταδικαστικές αποφάσεις. Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης έκανε δεκτή την εν λόγω αίτηση με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. 546/2015, απόφασή του και καθόρισε, κατά συγχώνευση, τη συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή, που έπρεπε να εκτίσει ο αιτών κατάδικος, σε κάθειρξη δεκατριών (13) ετών και έξι (6) μηνών, αποτελούμενη από τη βαρύτερη ποινή καθείρξεως των 10 ετών και 6 μηνών, που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω υπ’ αριθ. 122-135/2014 απόφαση του Μ.Ο.Δ.

Θεσσαλονίκης, επαυξημένη κατά 3 έτη από την ποινή καθείρξεως των 6 ετών, που του επιβλήθηκε με την πιο πάνω υπ’ αριθ. 62/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Η προσμέτρηση, όμως, και της ποινής, που του επιβλήθηκε με την παραπάνω 62/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, μέρος της οποίας είχε εκτιθεί και για το υπόλοιπο είχε χορηγηθεί απόλυση υπό όρο με το προμνημονευόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων, ήταν ανεπίτρεπτη κατά το νόμο, διότι αυτή υπόκειται, όπως προαναφέρθηκε, σε αθροιστική έκτιση, λόγω αυτοδίκαιης άρσεως της άνω απολύσεως (άρθρ. 108 Π.Κ.), ενόψει του ότι ο αιτών-κατάδικος διέπραξε νέα εγκλήματα από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας και του επιβλήθηκε γι’ αυτά η (υπερβαίνουσα το ένα έτος) προεκτεθείσα ποινή καθείρξεως, οπότε έπρεπε να εκτίσει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της ποινής, που είχε ανασταλεί με την υπό όρο απόλυσή του.

Το γεγονός δε, ότι η απόφαση, με την οποία αυτός καταδικάστηκε εκ νέου, δεν κατέστη αμετάκλητη εντός του χρόνου δοκιμασίας, δεν ασκεί επιρροή στην αυτοδίκαιη άρση της απολύσεως, αφού η τέλεση των νέων πράξεων ανάγεται μέσα στο χρόνο αυτό και η αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος-κατηγορουμένου, κατά τη διατύπωση του άρθρου 108 Π.Κ., δύναται να επέλθει οποτεδήποτε.

Παρά ταύτα, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεπιμέτρησε εσφαλμένα και την ποινή που του είχε επιβληθεί με την υπ’ αριθ. 62/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, ενώ η ποινή αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να συγχωνευθεί. Ενόψει τούτων, όπως κατά τα άνω αποφάσισε το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 108 Π.Κ.

και 551 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ. και, συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας δεν συντρέχει, αφού δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω εκδικάσεώς της και, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει η αίτηση για τον καθορισμό συνολικής ποινής, για την οποία έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί από το Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 546/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την υπ’ αριθ. πρωτ. 807/20-1-2015 αίτηση του G. (K.) G.-G. του P., για καθορισμό συνολικής ποινής.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ