Legislator Case Law & Legislation
1220/2015 AI generated

1220/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1220/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1220/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι οριστική και τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Ως οριστική θεωρείται η απόφαση που περατώνει την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή (βλ. άρθ. 553 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ). Απόφαση μη οριστική δεν υπόκειται σε αναίρεση και αν τέτοια ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1220/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α) Οικονομικών, β) Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων - ΓΓΔΕ, γ) Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και δ) το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Κρήτης, που κατοικοεδρεύει στο … Κρήτης και 2) Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 3-4-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2009 μη οριστική (ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα) και 157/2013 οριστική του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 10-12-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της από 13-6-2014 αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 3-4-2008 αίτησης του αναιρεσείοντος για άρση της υποχρέωσής του προς αυτοαποζημίωση, καθώς και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της κατά της ίδιας ως άνω υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και β) την παραδοχή του τρίτου λόγου της από 13-6-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 157/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και την αναίρεση της εν λόγω απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13-6-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ’ αριθμ. 157/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία το Εφετείο δικάζοντας επί της από 3-4-2008 και με αριθμό κατάθεσης 335/22-4-2008 αίτησης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε α) τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης για τα αναφερόμενα σ’ αυτήν τμήματα της με αριθμό ...

στον κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτησίας, της οποίας φέρεται ιδιοκτήτης και απαλλοτριώθηκε καθώς και των επ’ αυτής επικειμένων, β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για απομένοντα, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήματα της αυτής ιδιοκτησίας, γ) τη διόρθωση σφαλμάτων του κτηματολογικού πίνακα και δ) την άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης για όσα εκ των απαλλοτριωθέντων τμημάτων κρίθηκε ότι υφίσταται, μόνο ως προς το σωρευόμενο αίτημά της για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήματα των ακινήτων των οποίων φέρεται ιδιοκτήτης και απαλλοτριώθηκαν, την οποία ο αναιρεσείων επανέφερε με κλήση προς συζήτηση μόνο ως προς το πιο πάνω αίτημα μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, μεταξύ άλλων αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης προκειμένου να προσκομισθεί η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή βεβαίωση περί μη συντάξεώς της κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρου και την προσκομιδή της παραπάνω έκθεσης της εκτιμητικής επιτροπής, δέχτηκε μερικά την αίτηση ως προς το ως άνω αίτημά της και καθόρισε οριστικά την ιδιαίτερη αποζημίωση μόνο ως προς τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα του υπό στοιχ.

α’ ακινήτου, ενώ απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των υπό στοιχ. β’ και γ’ ακινήτων και β) η υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, ως προς τη διάταξή της που αφορά το αίτημα της ίδιας ως άνω από 3-4-2008 αιτήσεως για άρση της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος προς αυτοαποζημίωση, με την οποία το Εφετείο που εξέδωσε αυτή κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης ως προς το παραπάνω αίτημά της.

Από τη διάταξη του άρθρου 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι οριστική και τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Ως οριστική θεωρείται η απόφαση που περατώνει την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή (βλ. άρθ. 553 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ). Απόφαση μη οριστική δεν υπόκειται σε αναίρεση και αν τέτοια ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Μη οριστική θεωρείται η απόφαση με την οποία για κάποιο λόγο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ή αναβάλλεται η συζήτηση αυτή. Περαιτέρω από την περίπτωση 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, προκύπτει ότι η διάταξη εφαρμόζεται μόνο όταν το δικαστήριο κηρύσσει κατά νόμο οριστικό απαράδεκτο, όχι δε όταν κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης του Α. Ο. υπ’ αριθ. 254/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, σε σχέση με τους προβαλλόμενους με την αίτηση λόγους αναιρέσεως αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δικάζοντας επί της από 3-4-2008 και με αριθμό κατάθεσης 335/22-4-2008 αυτοτελούς αίτησης του αναιρεσείοντος Α.

Ο. κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-4-2008 αίτησης ως προς το αίτημά της για την άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης, το οποίο είχε σωρευθεί παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 10/ 2004, ΑΠ 1747/2011) με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης προδικασίας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, γιατί δεν προσκομίστηκε σχετική αίτηση που να έχει υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δυο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού για την ενεργοποίηση της Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και τυχόν συνταγείσα έκθεση της άνω Επιτροπής.

Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της που αφορά την άρση της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως, το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πλήττεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, είναι μη οριστική και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναίρεση πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του ως άνω αιτήματος ούτε για τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγο της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου.

Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τη διατύπωση του ως άνω λόγου αναίρεσης ότι το Εφετείο με το να κηρύξει ως απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης ως προς το ως άνω αίτημά της, κατ’ ουσίαν δεν κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, αλλά απορρίπτει ως απαράδεκτο το αίτημά του για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών του, δεδομένου ότι κατά τη δημοσίευση της με αριθμό 254/2009 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ήταν φύσει αδύνατο να τηρήσει τη δίμηνη προθεσμία (από την έκδοση της απόφασης για τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως), που θεσπίζει ο νόμος για την υποβολή της αιτήσεως ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 3-4-2008 αίτησης του αναιρεσείοντος για άρση της υποχρέωσής του προς αυτοαποζημίωση πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πράγματα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Ο από το άρθρο αυτό λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Η αναιρετική αυτή πλημμέλεια δεν ιδρύεται, αν απορρίφθηκε η αγωγή ή η αίτηση ως απαράδεκτη και για το λόγο αυτό δεν ερευνήθηκε από ουσιαστική άποψη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια δε αίτηση αποτελεί και αυτή με την οποία ο ιδιοκτήτης απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποβάλλει αίτημα στο δικαστήριο για τη διόρθωση σφαλμάτων του κτηματολογικού πίνακα προβάλλοντας αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο...

αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά". Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 3/97, ΑΠ 1809/07).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ως προς τη διάταξή της με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτο το σωρευόμενο στην από 3-4-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος αίτημά του για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, επειδή δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ’ αυτή νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα αποδεικνύονταν παραχρήμα οι ισχυρισμοί του, όσον αφορά την έκταση των ακινήτων του και το σαφή διαχωρισμό της απαλλοτριωθείσας έκτασης σε τρία (3) διαφορετικά ακίνητα και τα οποία εάν λαμβάνονταν υπ’ όψη ή εάν διατασσόταν απόδειξη γι’ αυτά, θα αποδεικνυόταν το εξόφθαλμο σφάλμα του κτηματολογικού πίνακα, εξ αιτίας του οποίου ζημιώθηκαν υπέρμετρα τα συμφέροντα και δικαιώματά του.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ’ ουσίαν το σχετικό αίτημα, αλλά το τελευταίο όπως προκύπτει από την παραπάνω απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι "κατ’ άρθρ. 16 παρ. 8 ΚΑΑΑ τέτοιο αίτημα και συγκεκριμένα κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία δύναται να ασκηθεί και προφορικά καταχωριζόμενη στα πρακτικά και όχι στη διαδικασία καθορισμού της αποζημιώσεως".

Εξάλλου, με βάση τα αμέσως παραπάνω δεδομένα, και ειδικότερα ότι το Εφετείο αποφάνθηκε επί του ως άνω αιτήματος και απέρριψε αυτό ως απαράδεκτο, το εν λόγω Δικαστήριο, δεν άφησε το αίτημα αυτό αδίκαστο και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, επίσης με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά άλλο μέρος του, πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, και ο λόγος αυτός από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 254/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης η πλημμέλεια της παράλειψης διατάξεως αποδείξεων επί του ως άνω αιτήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρετική αυτή πλημμέλεια δεν ιδρύεται, αν απορρίφθηκε η αγωγή ή η αίτηση ως απαράδεκτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 3-4-2008 αίτηση ως προς το εν λόγω αίτημά της.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλ. η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρ. 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και ισχύει ορίζεται ότι: "4. Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Υφίσταται δε μείωση της αξίας του τμήματος του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και όταν χάνει την οικοδομησιμότητά του, την οποία είχε το όλο ακίνητο προ της απαλλοτρίωσης. Για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ ορισμένο του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, ο αιτών να επικαλείται, πέραν του ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και σωρευτικώς ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, πριν απ’ αυτή, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο, οπότε είτε μειώνεται η αξία του είτε καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ΠΔ/τος 24/1985 καθορίζονται τα εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων των προ του έτους 1923 οικισμού άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα, τόσο κατά κανόνα, όσο και κατά παρέκκλιση, με ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. (κατά κανόνα) και αντίστοιχα στις προβλεπόμενες περιπτώσεις κατά παρέκκλιση με ελάχιστο εμβαδόν 2.000, 750, 1.200, 2.000 και 4.000 τ.μ., όπως ειδικότερα ορίζονται οι λοιπές προϋποθέσεις στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 στοιχ. γ’ του ΠΔ 31/1985 (ΦΕΚ Δ’ 270 1985), "άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 157/2013 απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 1 ΚΠολΔ, και κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, επειδή το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αίτηση του αναιρεσείοντος αναφορικά με το αίτημά της για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντα τμήματα του δεύτερου και τρίτου των περιγραφόμενων στην αίτηση ακινήτων του.

Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων με την επιτρεπτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενη από 3-4-2008 αίτησή του, επικαλούμενος ότι με την 2525/15-11-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του "Ανισόπεδου Κόμβου ...

χ.θ. 62+078,39 στο Δήμο ... του ...", εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 19.001,95 τ.μ. και ότι μεταξύ των απαλλοτριωθέντων περιλαμβάνεται και η αποτελούμενη από τρία, ειδικότερα περιγραφόμενα, ακίνητα, που περιήλθαν στην κυριότητα ή συγκυριότητά του κατά τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, ιδιοκτησία, που εμφανίζεται με τον αριθμό ...

ως ενιαίο ακίνητο στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα που αφορούν την απαλλοτρίωση, κείμενη εκτός σχεδίου, εκτός των ορίων του οικισμού ... Δήμου ... αλλά εντός Ζ.Ο.Ε., ζήτησε πέραν του προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους που απαλλοτριώθηκαν, η οποία ήδη καθορίστηκε, της διόρθωσης σφαλμάτων του κτηματολογικού πίνακα και της άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης για όσα εκ των απαλλοτριωθέντων τμημάτων κρίθηκε ότι υφίσταται, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων του, τα οποία λόγω της απαλλοτρίωσης υπέστησαν σοβαρότατη υποτίμηση της αξίας τους διότι κατέστησαν άχρηστα ως άρτια και οικοδομήσιμα, κατά παρέκκλιση, γήπεδα, όπως ήταν οι ιδιοκτησίες του πριν απ’ αυτή, αναφέροντας συγκεκριμένα αναφορικά με τα υπό στοιχ.

β’ και γ’ ακίνητά του, στα οποία αφορά η ερευνώμενη πλημμέλεια, στο αιτητικό της από 3-4-2008 αίτησής του: "2. Για το εδαφικό τμήμα εκτάσεως 922 τ.μ. του δεύτερου ακινήτου μου συνολικής εκτάσεως 1.344 τ.μ., κατά την μέτρηση των επιμετρητικών στοιχείων του Κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης (1.319 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο), που δεν απαλλοτριώνεται (1.344 τ.μ.

εμβαδό ακινήτου - 422 τ.μ εμβαδό απαλλοτριωμένης έκτασης), αλλά καθίσταται "άχρηστο", ζητώ να καθορισθεί, ως οριστική τιμή μονάδος το ποσό των 300 ευρώ/τ.μ., ως οικόπεδο κατά παρέκκλιση που απόλλυται. 3. Για το εδαφικό τμήμα εκτάσεως 480 τ.μ. του τρίτου ακινήτου μου συνολικής εκτάσεως 662 τ.μ., κατά την μέτρηση των επιμετρητικών στοιχείων του Κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης (682 τ.μ.

κατά το Κτηματολόγιο) που δεν απαλλοτριώνεται (662 τ.μ. εμβαδό ακινήτου - 182 τ.μ. εμβαδό απαλλοτριωμένης έκτασης), αλλά καθίσταται "άχρηστο", ζητώ να καθορισθεί, ως οριστική τιμή μονάδος το ποσό των 300 ευρώ/τ.μ,, ως οικόπεδο κατά παρέκκλιση που απόλλυται". Ειδικότερα, αναφορικά με την κατάσταση των ως άνω ακινήτων του πριν και μετά την απαλλοτρίωση, την επιδείνωση της οικονομικής εκμεταλλεύσεώς τους και την επελθούσα ζημία του στα εναπομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα αυτών, η οποία αφορά τη συνολική αξία τους ο αιτών, αφού αναφέρει στην αίτηση το εμβαδόν των ακινήτων του κατά το κτηματολογικό διάγραμμα, τα σχετικά συμβόλαια και την επιμέτρησή τους από μηχανικό, το εμβαδόν των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώνονται και αφαιρούνται από κάθε ακίνητο, καθώς και αυτών που καταλείπονται μετά την απαλλοτρίωση επικαλείται ότι τα ακίνητά του αυτά, ευρισκόμενα στην κτηματική περιφέρεια των ...

είχαν ήδη πριν από την απαλλοτρίωση πρόσοψη νότια και βόρεια τόσο στην ..., όσο και στη ... και πληρούσαν τους όρους του ΠΔ 6-10-1978, άρθρο 1 παρ. β’ , έχοντα οικοπεδική αξία, εννοώντας σαφώς ότι τα ακίνητα αυτά είχαν ως προορισμό, έστω και δευτερευόντως την ανοικοδόμηση, ειδικώς δε το δεύτερο και τρίτο απ’ αυτά ήταν άρτια και οικοδομήσιμα, πολύ μεγάλης αξίας, λόγω του αυξημένου αγοραστικού ενδιαφέροντος για αγορά οικοδομήσιμων ακινήτων στην περιοχή τους, η οποία εμφανίζει αλματώδη οικοδομική ανάπτυξη με χρήση επαγγελματική, τουριστική αλλά και κατοικίας, και περαιτέρω, ότι τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ως άνω ακινήτων του απώλεσαν πλήρως την αξία τους διότι η έκταση που καταλείπεται στην όλη ιδιοκτησία του μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι πλέον οικοδομήσιμη και για τα τρία ακίνητα, ούτε θα είναι τέτοια ακόμη και αν ενταχθούν σε σχέδιο πόλης, διότι περνώντας η Εθνική Οδός διαμέσου των ακινήτων του, δεν πληρούν την προϋπόθεση του να απέχουν από τον άξονα της Εθνικής Οδού 60 μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 186 παρ. 1 εδ.

α’ του Π.Δ. της 14.7/27.7.1999 (Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας). Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εφόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει σ’ αυτή όλες τις ειδικότερες προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιότητας του Π.Δ 24/31-5-1985 που πληρούσαν πριν από την απαλλοτρίωση τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητά του και ποιές από τις προϋποθέσεις αυτές, έπαψαν να πληρούν μετά την απαλλοτρίωση με αποτέλεσμα να απωλέσουν την οικοδομησιμότητά τους.

Όμως, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ 157/2013 οριστική απόφαση, αν και ο αναιρεσείων επικαλείτο στην από 3-4-2008 αίτησή του ότι τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά του απώλεσαν την αξία τους ως άρτια και οικοδομήσιμα, κατά παρέκκλιση, γήπεδα, όπως ισχυριζόταν ότι ήταν όλα τα ακίνητά του πριν από την απαλλοτρίωση, ζητώντας ρητά στο αιτητικό της αίτησής του να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση 300 ευρώ/τ.μ.

για τα εναπομένοντα τμήματα καθενός απ’ αυτά "ως οικόπεδο κατά παρέκκλιση που απόλλυται", λαβάνοντας υπόψη, εσφαλμένα ως δεδομένο ότι "ο αιτών εκθέτει με την αίτηση μόνο ότι πρόκειται περί αγροτικών ακινήτων", απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος αναφορικά με το αίτημα για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντα τμήματα του δεύτερου και τρίτου των περιγραφόμενων στην αίτηση ακινήτων του, ως αόριστη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Αντίθετα, αναφορικά με τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των δύο έτερων περιγραφόμενων ακινήτων του αιτούντος, που επίσης μερικά απαλλοτριώνονται και τα οποία είναι αγροί, έκτασης (των τμημάτων που απομένουν) 922 τ.μ.

από το δεύτερο ακίνητο και 480 τ.μ. από το τρίτο ακίνητο, η αίτηση παρίσταται αόριστη και συνακόλουθα κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή ως βάσιμου, του νομοτύπως προβληθέντος, κατά την αρχική συζήτηση της αίτησης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά την ημεροχρονολογία της 24-2-2009, σχετικού ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου (κατά το άρθρο 254 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ, σε περίπτωση επανάληψης της συζήτησης, όπως εν προκειμένω, η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, οπότε η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία ενιαία συζήτηση, αποτελούσες τα δύο στάδιά της και αρκεί η υποβολή των ισχυρισμών, ενστάσεων και αντενστάσεων κατά την αρχική συζήτηση, χωρίς να απαιτείται η επανυποβολή τους και στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση).

Και τούτο για το λόγο ότι ο αιτών, αν και ζητεί αποζημίωση για το σύνολο της επιφάνειας του εδάφους των εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων των ακινήτων του που απομένουν, υπονοώντας επομένως ότι τούτα καθίστανται άχρηστα, εκθέτει μόνο ότι πρόκειται περί αγροτικών ακινήτων, χωρίς να επικαλείται περαιτέρω, όπως όφειλε, κατά τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην αυτή ως άνω νομική σκέψη (που εκτίθεται στη θέση "2" της παρούσας), ούτε την πριν την απαλλοτρίωση χρήση τους, αν δηλαδή ήταν επιδεικτικά καλλιέργειας (με την αναφορά των ειδικότερων στοιχείων αυτής) ούτε τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που καθιστούν τα τμήματα αυτά, που κατά τα εκτιθέμενα, μετά την απαλλοτρίωση παραμένουν ενιαία και δεν επέρχεται κατάτμησή τους, άχρηστα για την ίδια ή παρεμφερή καλλιέργεια, έτσι ώστε να δικαιολογείται το αίτημα για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το σύνολο του εδάφους τους.

Η έλλειψη δε αναφοράς αυτών των στοιχείων στερεί από το Δικαστήριο τη νομική δυνατότητα να εκτιμήσει ότι στο μείζον αίτημα για την επιδίκαση αποζημίωσης για το σύνολο της αξίας των εν λόγω εδαφικών τμημάτων ως άχρηστων, εμπεριέχεται (ως έλασσον) και ιστορική βάση περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας τους, αφού τα ίδια στοιχεία απαιτούνται για το ορισμένο και του αιτήματος αυτού, δοθέντος ότι μόνο με την παράθεση των στοιχείων που αναφέρονται σχετικώς στην ως άνω νομική σκέψη, δύναται να κριθεί αν υφίσταται μείωση της αξίας τους και το ποσοστό αυτής".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και ειδικότερα με το να απορρίψει, με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αίτηση του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημά της να του επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τις εναπομείνασες εκτός της επίμαχης απαλλοτρίωσης εδαφικές εκτάσεις των δεύτερου και τρίτου από τα παραπάνω ακίνητα, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, και συνεπώς ο από τον αριθμό 14, κατ’ ορθή εκτίμηση, του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-6-2014 αίτηση για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 157/2013 και 254/2009 αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ