Legislator Case Law & Legislation
1220/2014 AI generated

1220/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1220/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 833/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την από 20.10.2009 έφεση και τους από 4.1.2013 πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 22025/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 20.4.2006 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή του και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 105.649 ευρώ, που αποτελεί κατάθεσή του σ' αυτή και το οποίο παράνομα η αντίδικός του δέσμευσε και αρνήθηκε έκτοτε να του αποδώσει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

1220/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το υπ' αριθ. 4194235/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 141/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Keywords

AI generated
bank charges satisfaction of claim attachment of bank accounts authorization to levy debt enforcement bank counter mail loan write-off
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1220/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαφάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22025/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 833/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Ιουνίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 833/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να γίνουν δεκτοί οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 833/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την από 20.10.2009 έφεση και τους από 4.1.2013 πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 22025/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 20.4.2006 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή του και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 105.649 ευρώ, που αποτελεί κατάθεσή του σ' αυτή και το οποίο παράνομα η αντίδικός του δέσμευσε και αρνήθηκε έκτοτε να του αποδώσει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.

Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρ. 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σ' αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 2229/2013).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που γίνεται μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε αν αυτή γίνει προς άλλο πρόσωπο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται απ' αυτή ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρ. 888 και 889 ΑΚ, ορίζουσα ότι "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".

Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της (ΑΠ 189/2002, 93/2005, 1122/2005).

Διαφορετική από την καταβολή σε πρόσωπο που εμφανίστηκε ως δικαιούχος τραπεζικής κατάθεσης πλαστογραφώντας την υπογραφή του δικαιούχου είναι η καταβολή σε ψευδοαντιπρόσωπο αυτού, η οποία δεν καλύπτεται από την εξαίρεση της παραπάνω διάταξης του άρθρ. 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 και επομένως η καταβολή αυτή σε ψευδοαντιπρόσωπο δεν απαλλάσσει την τράπεζα έναντι του καταθέτη, αλλά διατηρείται και στην περίπτωση αυτή άθικτη η εναντίον της τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης.

Συνακόλουθα η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά αθέτηση σύμβασης από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται από την τράπεζα σε βάρος του καταθέτη, αλλά από τον τρίτο σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι η κυρία των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σ' αυτή και συνεπώς είναι αυτή που ζημιώθηκε από την απώλειά τους (ΑΠ 830/2003, 929/2009, 378/2011, 2229/2013).

Ασφαλώς όμως η τράπεζα δικαιούται να στραφεί κατά του τρίτου που τη ζημίωσε με τη χωρίς δικαίωμα ανάληψη της κατάθεσης άλλου και να ζητήσει απ' αυτόν ισόποση με την ανάληψη αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 επ. ΑΚ), εφόσον θεμελιώνεται αντίστοιχη ευθύνη του τρίτου, αλλιώς το ίδιο ποσό μπορεί να το ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως παροχή αχρεώστητη (άρθρ. 904 επ.

ΑΚ), που συνιστά για τον τρίτο η χωρίς νόμιμη αιτία είσπραξη της κατάθεσης άλλου, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν αποσβήνεται έναντι του άλλου η υποχρέωση της τράπεζας για απόδοση της κατάθεσής του. Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρ. 231§3 ΑΚ ο ψευδοαντιπρόσωπος απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, αν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, εφόσον επιδείκνυε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (άρθρ. 330 ΑΚ), ότι δεν υπήρχε εξουσία αντιπροσώπευσης, όμως η διάταξη αυτή αφορά τις συμβάσεις ή κατά το άρθρ. 234 ΑΚ και τις μονομερείς δικαιοπραξίες, που αυτός κατάρτισε ή επιχείρησε ως αντιπρόσωπος άλλου, παρόλο που δεν διέθετε την αναγκαία προς τούτο εξουσία αντιπροσώπευσης.

Επομένως δεν καλύπτεται από την εν λόγω ρύθμιση η καταβολή, αφού αυτή συνιστά υλική πράξη, η οποία έχει μεν ως έννομη συνέπεια την απόσβεση της ενοχής, όμως αυτή επέρχεται από το νόμο και δεν προϋποθέτει ειδική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΑΠ 288/1980, 907/2005, 378/2011, 113/2012). Παρέπεται ότι και η είσπραξη από ψευδοαντιπρόσωπο της ανήκουσας σε άλλον τραπεζικής κατάθεσης, στην έννοια της οποίας (είσπραξης) εμπίπτει και η χωρίς δικαίωμα λογιστική μεταφορά του ποσού της κατάθεσης σε λογαριασμό του ψευδοαντιπροσώπου, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να επιστρέψει στην τράπεζα το ποσό που εισέπραξε, έστω και αν από αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας δεν έγινε αντιληπτή η έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας του κατά το χρόνο της προς αυτόν καταβολής ή λογιστικής μεταφοράς.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η Δ. Π., εξαδέλφη του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), διατηρούσε το έτος 2000 στο επί της οδού ... 207, στη ..., κατάστημα της εναγόμενης τράπεζας (αναιρεσείουσας) τον υπ' αριθ. ...

ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Η ίδια, με το υπ' αριθ. .../1.8.2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη, παρέσχε στον ενάγοντα, καθώς και στην Ε. Μ. και στην Σ. Ν., οι οποίες δεν είναι διάδικοι, την πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να εισπράττουν για λογαριασμό της, από την εναγόμενη τράπεζα ή από οποιοδήποτε ταμείο, τράπεζα ή οργανισμό, από κοινού ή χωριστά, τη σύνταξη Τ.Α.Δ.Κ.Υ., που δικαιούταν εκείνη, καθώς και τις εκάστοτε χορηγούμενες από το Επικουρικό Ταμείο αναδρομικές αυξήσεις, επιδόματα, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και γενικότερα όλες τις τακτικές και έκτακτες παροχές, που ήταν σχετικές με την παραπάνω σύνταξη.

Μετά την παροχή αυτής της πληρεξουσιότητας και συγκεκριμένα στις 26.9.2000 ο ενάγων μετέβη στο παραπάνω κατάστημα της εναγόμενης τράπεζας και αφού επέδειξε το ως άνω πληρεξούσιο στον αρμόδιο υπάλληλο ζήτησε και ανέλαβε από τον προαναφερθέντα ατομικό λογαριασμό της Δ. Π. ολόκληρο το υπάρχον κατά την ημερομηνία αυτή ποσό του λογαριασμού, ύψους 41.000.000 δραχμών.

Την ίδια ημέρα ο ενάγων κατέθεσε το εν λόγω ποσό στον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό, που άνοιξε στο ίδιο κατάστημα, με συνδικαιούχους την προαναφερθείσα Δ. Π. και τον ίδιο. Στη συνέχεια, μεταβαίνοντας στο ίδιο κατάστημα, ανέλαβε από τον τελευταίο λογαριασμό το ποσό των 40.950.000 δραχμών, που αποτελούσε και το πιστωτικό του υπόλοιπο και το κατέθεσε στον υπ' αριθ. ...

ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που άνοιξε την ίδια ημέρα στο όνομά του, στο ίδιο κατάστημα. Δυο ημέρες μετά, στις 22.10.2000 απεβίωσε η Δ. Π.. Ο ως άνω ατομικός λογαριασμός του ενάγοντος κινήθηκε κανονικά, με τελευταία πράξη αυτή της 9.5.2001, κατά την οποία ο ενάγων ανέλαβε από το λογαριασμό αυτό το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Όμως, όταν ο ενάγων ζήτησε, στις 23.5.2001, να αναλάβει ολόκληρο το πιστωτικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού, το οποίο κατά την ημερομηνία αυτή ανερχόταν στο ποσό των 36.000.000 δραχμών, η εναγομένη αρνήθηκε και δια των υπαλλήλων της του δήλωσε ότι είχε δεσμεύσει το λογαριασμό αυτό και ότι αυτός δεν μπορούσε να κάνει καμία συναλλαγή μέσω αυτού.

Ακολούθως η εναγόμενη τράπεζα απέστειλε στον ενάγοντα την από 31.5.2001 εξώδικη δήλωση, η οποία του επιδόθηκε την ίδια ημέρα, με την οποία του ζήτησε να επιστρέψει το ποσό των 41.000.000 δραχμών, που είχε αναλάβει από τον υπ' αριθ.... ατομικό λογαριασμό της Δ. Π., επειδή το ανέλαβε χωρίς να έχει την προς τούτο πληρεξουσιότητα, αφού με το παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν του παρασχέθηκε σχετική πληρεξουσιότητα.

Επιπλέον του δήλωσε ότι δεσμεύει το ποσό των 36.000.000 δραχμών του ατομικού του λογαριασμού, συμψηφίζοντάς το έτσι με την προς αυτή οφειλή του από την ως άνω αιτία. Τέλος του ζήτησε να επιστρέψει το ποσό των 5.000.000 δραχμών προς συμπλήρωση του ποσού, που αντιστοιχούσε σε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης της Δ. Π..

Από την επισκόπηση δε των προτάσεων της εναγόμενης τράπεζας... προκύπτει ότι προέβη στη δέσμευση του υπ' αριθ. ... ατομικού λογαριασμού του εναγομένου, επειδή τότε οι νομικοί της σύμβουλοι διαπίστωσαν ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να αναλάβει το ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στον ατομικό λογαριασμό της Δ.

Π., αφού η τελευταία με το ως άνω πληρεξούσιο δεν του παρείχε σχετική πληρεξουσιότητα, αλλά μόνον αυτή της ανάληψης των ποσών της σύνταξής της από τα ασφαλιστικά ταμεία, το δε ως άνω ποσό δεν προερχόταν από αυτές τις πηγές. Η εναγομένη δέχεται ότι η ανάληψη του ως άνω ποσού από τον ενάγοντα ... οφείλεται στο ότι "ο υπάλληλός της επέδειξε μειωμένη προσοχή κατά τον έλεγχο του επίδικου πληρεξουσίου", παραδοχή που επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρά της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ..., συνάγεται δε με βεβαιότητα ότι η ίδια μπορούσε να ελέγξει την έλλειψη πληρεξουσιότητας του ενάγοντος, με βάση το προσκομιζόμενο από τον ίδιο πληρεξούσιο και να μην του παραδώσει το προαναφερθέν ποσό.

Εφόσον, λοιπόν, η εναγομένη είχε τη δυνατότητα αυτή ... και όπως η ίδια δέχεται, από αμέλεια αποκλειστικά του αρμόδιου υπαλλήλου της δεν διαπιστώθηκε η έλλειψη πληρεξουσιότητας, δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη από την παράδοση στον ενάγοντα των χρημάτων, που ήταν κατατεθειμένα στον ατομικό λογαριασμό της δικαιούχου Δ.

Π. ... Κατά συνέπεια η εναγομένη δεν είχε απαίτηση κατά του ενάγοντος, την οποία μάλιστα να μπορούσε να προβάλει σε συμψηφισμό κατά της δικής του απαίτησης να του αποδοθεί το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον ατομικό του λογαριασμό. Η εναγομένη προβάλλει και άλλο λόγο δέσμευσης του ίδιου λογαριασμού, που συνίσταται στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τους κληρονόμους της αποβιώσασας Δ.

Π. μετά την άσκηση κατ' αυτής της υπ' αριθ. 4885/2001 αγωγής, με την οποία ζήτησαν να τους καταβάλει, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην κληρονομία της, το ποσό του ατομικού της λογαριασμού. Όμως και η δικαιολογία αυτή της εναγομένης για τη δέσμευση του λογαριασμού του ενάγοντος δεν ευσταθεί, επειδή η ίδια δεν ήταν υποχρεωμένη από καμία διάταξη να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους κληρονόμους της Δ.

Π., αφού το ποσό του ατομικού της λογαριασμού δεν αποτέλεσε στοιχείο της κληρονομίας της, καθόσον ο ενάγων μετά την ανάληψη από το λογαριασμό αυτό, που κατέστη ανενεργός, του ποσού των 41.000.000 δραχμών, το κατέθεσε σε κοινό με την ίδια λογαριασμό και στη συνέχεια το ανέλαβε εξ ολοκλήρου, όπως είχε δικαίωμα κατά τις διατάξεις που διέπουν τον κοινό λογαριασμό και το μετέφερε σε δικό του ατομικό λογαριασμό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να μην δεσμεύσει, αλλά να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.000.000 δραχμών, που αποτελούσε το υπόλοιπο του ατομικού του λογαριασμού και το οποίο κακώς αυτή συμψήφισε με ανύπαρκτη απαίτησή της εναντίον του, προερχόμενη δήθεν από την χωρίς δικαίωμα αντιπροσώπευσης της Δ.

Π. ανάληψη απ' αυτόν του κατατεθειμένου στον ατομικό λογαριασμό της ποσού των 41.000.000 δραχμών, δέχθηκε ακολούθως την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη οριστική απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε περαιτέρω κατά το ίδιο μέρος την ένδικη αγωγή του και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 36.000.000 δραχμών και ήδη 105.649 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 31.5.2001 μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 231§3 ΑΚ, αφού, αντίθετα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δέχθηκε ότι η αμέλεια από την πλευρά των αρμόδιων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας να ελέγξουν με τη δέουσα προσοχή το υπ' αριθ. .../1.8.2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη, οπότε θα διαπίστωναν ότι μ' αυτό παρεχόταν στον αναιρεσίβλητο η εξουσία να εισπράττει ως αντιπρόσωπος της Δ.

Π. μόνον τη σύνταξή της από το Τ.Α.Δ.Κ.Υ., καθώς και τα χορηγούμενα σ' αυτή επιδόματα από το οικείο Επικουρικό Ταμείο και όχι και το ποσό του υπ' αριθ. ... ατομικού λογαριασμού ταμιευτηρίου, που διατηρούσε η ίδια στο τραπεζικό κατάστημα της αναιρεσείουσας επί της οδού ... αριθ. 207, στη ..., αποτελεί νόμιμη αιτία, που απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο από την υποχρέωση επιστροφής στην αναιρεσείουσα του ποσού των 41.000.000 δραχμών, που ανέλαβε αυτός χωρίς δικαίωμα από τον ως άνω ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της Δ.

Π. και ως προς το οποίο με εσφαλμένη, επίσης, ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρ. 416, 417 και 827 ΑΚ το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει, αφότου το ποσό αυτό αναλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο, υποχρέωση από τη σύμβαση τραπεζικής κατάθεσης (ανώμαλης παρακαταθήκης), που τη συνέδεε με τη Δ. Π., να το αποδώσει στους κληρονόμους της.

Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 231§3, 416, 417 και 827 ΑΚ, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου και του τρίτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αριθμούς 8α και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε, δηλαδή ένσταση απαλλαγής του αναιρεσιβλήτου κατά το ως άνω άρθρ. 231§3 ΑΚ και μάλιστα χωρίς διάκριση της σχετικής με την ένσταση αυτή αμέλειας των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας σε βαριά ή ελαφριά, παράλειψη που συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας.

Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το υπ' αριθ. 4194235/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 141/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 833/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το υπ' αριθ. 4194235/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 141/19.6.2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ