Supreme Court dismisses appeal against bank employee promotion denial based on internal evaluation criteria.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Hellenic Bank's appeal against a lower court ruling that recognized a bank employee's right to promotion. The employee argued she was unfairly denied advancement despite superior performance, while the bank contended the decision violated its internal promotion rules. The court found the lower court properly considered all evidence, including the official evaluation ranking, and determined the promotion denial was arbitrary and contrary to good faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; Articles 335, 338, 339, 346 of the Civil Code: An employer's refusal to promote an employee is void if arbitrary and contrary to good faith, and the appellate court must consider all evidence without requiring specific evaluation of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1220 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1220/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Λ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2604/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4089/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 2/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, η από βαθµό σε βαθµό προαγωγή υπαλλήλου κατηγορίας Β' αποφασίζεται: 1] µέχρι τον τέταρτο βαθµό (Τµηµατάρχη) , κατ' απόλυτο εκλογή και ελεύθερη κρίση του Διοικητή, µετά από γνώµη του Συµβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας και 2] στους βαθμούς τρίτο [Εντεταλµένο Τµηµατάρχη - Προϊστάµενο] και δεύτερο [Υποδιευθυντή], κατ' απόλυτο εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συµβουλίου, µε πρόταση του Διοικητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο κρινόµενος έχει συµπληρώσει τον απαιτούµενο, κατά τον Κανονισµό, χρόνο στον κατεχόµενο βαθµό, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και κατά την άσκηση γενικά της υπηρεσίας του επέδειξε εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα.
Τα απαιτούµενα για την προαγωγή προσόντα εξευρίσκονται από το, κατά το άρθρο 34 του Κανονισµού Καταστάσεως των υπαλλήλων, που έχει συµβατική ισχύ, συντασσόµενο κάθε έτος, φύλλο ποιότητας για κάθε υπάλληλο, στο οποίο αναφέρονται µε λεπτοµέρεια τα στοιχεία, που λαµβάνονται υπόψη για τον προσδιορισµό της ποιότητας των υπαλλήλων, όπως είναι η θεωρητική και επαγγελµατική κατάρτιση, τα υπηρεσιακά, πνευµατικά ή ηθικά προσόντα και ειδικώς επί προαγωγής στους βαθµούς τέταρτο µέχρι δεύτερο [Τµηµατάρχη έως Υποδιευθυντή], η επίδειξη, κατά την άσκηση υπηρεσίας, ικανότητας συστηµατικού προσδιορισµού και αποτελεσµατικού συνδυασµού των µέσων που τέθηκαν στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να τείνει στην αύξηση αποδόσεως του έργου της υπηρεσίας του και της παραγωγικότητας όσων εργάζονται σε αυτή.
Τα κριτήρια αξιολόγησης, που καθορίζονται στο πρακτικό γνωµοδοτικής Επιτροπής προαγωγών είναι α] οι ικανότητες [γνώσεις απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων και εξειδικευµένες γνώσεις, αντίληψη -κρίση, οργανωτικές ικανότητες, επικοινωνία], β] απόδοση [ποιότητα εργασίας, ταχύτητα στην εκτέλεση εργασίας, σταθερότητα στην απόδοση, προσαρµοστικότητα στις απαιτήσεις της υπηρεσίας], γ] συµπεριφορά [προσωπικότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία, αίσθηση οµαδικής εργασίας - συνεργασία], δ] διοικητικές ικανότητες [προγραµµατισµός, οργάνωση, εποπτεία, κατανοµή εργασίας, εντοπισµός και επίλυση προβληµάτων, καθοδήγηση και εκχώρηση αρµοδιοτήτων, δηµιουργία στελεχών, βαθµός ανταπόκρισης σε υψηλότερα καθήκοντα].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: " Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγοµένη Τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας από 16.4.1976 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο. Κατά την πρόσληψή της τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Κατάστηµα της εναγοµένης και συγκεκριµένα στο τµήµα Μηχανοργάνωσης, έκτοτε δε εξελίχθηκε βαθµολογικά µέχρι του βαθµού του Εντεταλµένου Τµηµατάρχη Προϊσταµένου από 1.7.1994.
Είναι πτυχιούχος του Μαθηµατικού Τµήµατος Φυσικοµαθηµατικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών και κάτοχος µεταπτυχιακού διπλώµατος Master of Science ίn Computer Science του Πανεπιστηµίου του Έσσεξ. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 14 σεµινάρια ... [ Εφαρµοσµένη Διοίκηση [GriD].
Το Ελληνικό σύστηµα Τραπεζικής εποπτείας και οι τάσεις εξέλιξής του στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Νοµισµατικής Πολιτικής. Εισαγωγή στα παράγωγα χρηµατοπιστωτικά προϊόντα, Αξιολόγηση προσωπικού, Επιχειρηµατικός µετασχηµατισµός και τεχνολογίες πληροφορικής. Ο ρόλος της Πληροφορικής τεχνολογίας στον επιχειρηµατικό µετασχηµατισµό των Τραπεζών.
Το ελληνικό Management, Educa Online Berlin: International conference of technology supported learning, Managing the year 2000 technology risk ίn the financial services industry: Problems Implications and solution to the millenium, 50 Banking forum Τράπεζες και Νέες Τεχνολογίες, 1ο Συνέδριο Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών, συµβάσεις πληροφορικής στην πράξη, 6o συνέδριο πληροφορικής. Liberalised strategies for success in a dynamic market, Στρατηγική ηγεσία στον 21ο αιώνα.
Σύγχρονες Στατηγικές µάρκετιγκ στην εποχή της ηλεκτρονικής τραπεζικής, from Ε _ Commerce to Ε- and M-Business Astrategic Weapon in the Business - to Business Environment, Δηµιουργώντας το Ανθρώπινο Δυναµικό του Μέλλοντος, Σεµινάριο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών µε θέµα η Τράπεζα του 2000, Πληροφορικής, Οι νεότερες εξελίξεις στο χώρο της πληροφορικής και ειδικότερα στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, Βασικές χρηµατοοικονοµικές έννοιες].
Από την πρόσληψή της έως την 12.1.1984 υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστηµα της εναγοµένης στο τµήµα Μηχανοργάνωσης, από 13.1.1984 έως 3.11.1985 ως Προϊσταµένη Υπηρεσίας στο τµήµα Ανάλυσης και Προγραµµατισµού και από το Νοέµβριο του 1985 αποσπάσθηκε στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, ως Διευθύντρια Πληροφορικής.
Από το έτος 1987 έως το έτος 1989 υπηρέτησε ως ειδική σύµβουλος Πληροφορικής και Οργάνωσης στα Υπουργεία Εσωτερικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών. Το έτος 1990 επέστρεψε στην Τράπεζα της Ελλάδος και από το 1993 έως το 1995 τοποθετήθηκε ως Αναπληρώτρια Προϊσταµένη του Τµήµατος Ανάπτυξης και Υποστήριξης Πληροφοριακών Συστηµάτων.
Από το έτος 1998 µέχρι την έξοδό της από την υπηρεσία της Τράπεζας, στις 31.10.2005, ήταν προϊσταµένη του τµήµατος Στρατηγικού Σχεδιασµού και Αξιολόγησης Πληροφοριακών Συστηµάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Οργάνωσης. Στο βαθµό του Τµηµατάρχη προήχθη την 1.7.1984 και κατείχε το βαθµό αυτό µέχρι την 1.7.1994, οπότε προήχθη στο βαθµό του Εντεταλµένου Τµηµατάρχη-Προϊσταµένου µε την υπ' αριθ. 8039/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αµετάκλητη µετά την έκδοση της υπ' αριθ. 567/2000 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Συνταξιοδοτήθηκε από 31.10.2005. Επίσης υπήρξε µέλος της οµάδας Εµπειρογνωµόνων του ΚΕΠΕ για το 5ετές αναπτυξιακό πρόγραµµα 1988-1992, ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Προεδρίας, µέλος της επιτροπής παρακολούθησης του ΜΟΠ-Πληροφορικής, συνεργάτιδα του Εθνικού Κέντρου Δηµόσιας Διοίκησης και του Εθνικού Τυπογραφείου για θέµατα Πληροφορικής και Οργάνωσης.
Κατά την άσκηση των καθηκόντων της εκπροσώπησε την Τράπεζα στο CBC [Συνέδριο Κεντρικών Τραπεζών µικτών Ευρωπαϊκών Χωρών], σε συνέδρια και ηµερίδες για τεχνικά και τραπεζικά θέµατα, στο Γνωµοδοτικό Τεχνικό Συµβούλιο του Υπουργείου Προεδρίας. Στο Υπουργείο Προεδρίας µετείχε σε επιτροπές και Οµάδες Εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ κατά την υπηρεσία της στα Υπουργεία Εσωτερικών και Προεδρίας, έλαβε µέρος σε συνέδρια ελληνικά και διεθνή.
Οµοίως, συµµετείχε σε οµάδες εργασίας και συγκεκριµένα, µε την υπ' αριθ. 593/13/10/1992 πράξη του Διοικητή της εναγοµένης, σε οµάδα εργασίας µε αντικείµενο τη µελέτη και υποβολή προτάσεων για το σύστηµα διοικητικής λογιστικής µε σκοπό την πληροφόρηση της εναγοµένης σε θέµατα εσόδων-εξόδων, µε την υπ' αριθ. 202/24.3.1994 Πράξη του ιδίου, ως Γραµµατέας Συντονίστρια της Επιτροπής Παρακολούθησης ελέγχου του εκσυγχρονισµού των διαδικασιών της εναγοµένης, µε την υπ' αριθµ. 527/14.9.1995 πράξη στην επιτροπή Συντονισµού Θεµάτων Πληροφορικής, µε την 129/24.2.1995 πράξη στην επιτροπή αξιολόγησης των υποψηφίων προς πρόσληψη εξειδικευµένου προσωπικού πληροφορικής της εναγοµένης, µε την υπ' αριθ. 232/1996 πράξη στην επιτροπή παραλαβής του Έργου Ανάπτυξης Στρατηγικού Προγράµµατος Πληροφορικής και επίσης συµµετείχε στην επιτροπή Αποσφράγισης, Προσφορών για προµήθειες της Διεύθυνσης πληροφορικής και οργάνωσης.
Η βαθµολογία της κατά τα έτη 1999 και 2000, σύµφωνα µε τις εκθέσεις αξιολόγησης που συντάσσονται κατ' έτος και στις οποίες οι υπό κρίση υπάλληλοι αξιολογούνται για 17 επί µέρους στοιχεία, ήταν για το έτος 1999 για 16 επί µέρους στοιχεία εξαίρετη και για 1 πολύ καλή, ενώ για το έτος 2000 και για τα 17 επί µέρους στοιχεία εξαίρετη.
Με την υπ' αριθ. 258/9.5.2001 πράξη του Διοικητή της εναγοµένης, που εκδόθηκε, κατά το άρθρο 34 του Γενικού κανονισµού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων, όπως αυτό τροποποιήθηκε µε τις από 27.2.1987, 21.12.1990, 29.8.1991 και 30.10.1998 αποφάσεις του Γενικού Συµβουλίου της εναγοµένης, συνεστήθη γνωµοδοτική επιτροπή προς αξιολόγηση των υπαλλήλων που συµπληρώνουν χρόνο προς προαγωγή στο βαθµό του Εντεταλµένου Τµηµατάρχη-Προϊσταµένου και του Υποδιευθυντή µέχρι την 1.4.2011.
Η εν λόγω Επιτροπή, εκτιµώντας το σύνολο των στοιχείων των κρινοµένων, κατέταξε την ενάγουσα, µε βάση τις ικανότητες, την απόδοση, τη συµπεριφορά και τις διοικητικές ικανότητες, στην 108η θέση µε σύνολο βαθµολογίας 295,40. Στη συνέχεια η εναγοµένη προήγαγε, µε την υπ' αριθ. 7/27.5.2002 απόφαση του Γενικού Συµβουλίου της στο βαθµό του Υποδιευθυντή από 1-5-2002, µεταξύ των άλλων προς σύγκριση προτεινοµένων µε την αγωγή συναδέλφων της, τον Μ.
Σ.. Ο τελευταίος [Μ. Σ.] προσλήφθηκε στις 11.8.1972, προήχθη στο βαθµό του Εντεταλµένου Τµηµατάρχη- Προϊσταµένου από 1.1.1997, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιοµηχανικής Σχολής Πειραιά, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει 7 σεµινάρια [Θεµάτων Συναλλάγµατος Προγράµµατος Μηχανογραφικής Οργάνωσης Υποκαταστηµάτων και Πρακτορείων, Εσωτερικού Ελέγχου, Ελέγχου Συστηµάτων Πληροφορικής, Εκπαίδευσης Ελεγκτών Τραπεζικών Χρηµατοοικονοµικών Θεµάτων, ISO 9000 AUDITING, Εσωτερικού Ελέγχου Επιχειρήσεων και Συγχρόνου Management].
Άσκησε καθήκοντα προϊσταµένου κλιµακίων Επιθεώρησης Υπηρεσιακών Μονάδων, δηλαδή Τµηµάτων του Κεντρικού Καταστήµατος και υποκαταστηµάτων, πρακτορείων, καθώς και διενέργειας ειδικών ερευνών από 22.3.1989 και υπηρέτησε στο τµήµα ενεγγύων πιστώσεων του δηµοσίου από 11.8.1972 και στην επιθεώρηση υποκαταστηµάτων από 1.2.1982.
Επίσης συµµετείχε σε 3 Επιτροπές και Οµάδες Εργασίας για την καθιέρωση συστήµατος διοικητικής λογιστικής, µε σκοπό την πληροφόρηση της Διοίκησης σε θέµατα εσόδων-εξόδων κατά υπηρεσιακή µονάδα, για προσδιορισµό του απαιτουµένου προσωπικού στις υπηρεσιακές µονάδες της Διεύθυνσης Ταµείων και για τη µελέτη των υπερβάσεων των ορίων των εβδοµαδιαίων αναλήψεων από τα Ταµειακά Αποθέµατα.
Στο φύλλο αξιολόγησης του έτους 1999 επί δεκατριών κριτηρίων βαθµολογήθηκε µε 13 εξαίρετος και από τους δύο κριτές, ενώ στις διοικητικές ικανότητες δεν βαθµολογήθηκε, γιατί δεν κατείχε θέσεις ευθύνης. Οµοίως, στο φύλλο αξιολόγησης του έτους 2000 επί 13 κριτηρίων βαθµολογήθηκε εξαίρετος, ενώ στο κριτήριο των διοικητικών ικανοτήτων διευκρινίζεται από τους κριτές ότι δεν βαθµολογείται, γιατί δεν κατέχει θέσεις ευθύνης.
Η Επιτροπή προαγωγών τον κατέταξε 1ο µε 391,69 µονάδες. Σε σχέση µε τον προαναφερόµενρ συνάδελφό της η ενάγουσα υπερείχε α) στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, αφού αυτή κατείχε το βαθµό του εντεταλµένου Τµηµατάρχη - Προϊσταµένου από 1-7-1994 ενώ ο άνω συγκρινόµενος συνάδελφός της από 1-1- 1997, β) στους τίτλους σπουδών, αφού είναι κάτοχος δύο πτυχίων, Μαθηµατικού του Πανεπιστηµίου Αθηνών και MASTER, ενώ εκείνος είναι κάτοχος ενός πτυχίου της Ανωτάτης Βιοµηχανικής Σχολής, γ) στη γνώση ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει την αγγλική και γαλλική γλώσσα, ενώ εκείνος µόνο την αγγλική, δ) στον αριθµό παρακολούθησης σεµιναρίων, αφού παρακολούθησε 14 σεµινάρια, έναντι 7 του συγκρινόµενου µε αυτήν Σ., ε) στη άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε καθήκοντα Προϊσταµένου Υπηρεσίας από το έτος 1984 και Αναπληρωτή Προϊσταµένου Τµήµατος από το 1992, ενώ εκείνος άσκησε καθήκοντα Προϊσταµένου Επιθεώρησης Υπηρεσιακών Μονάδων από το 1989.
Επίσης, η ενάγουσα έχει βαθµολογηθεί στις διοικητικές ικανότητες για το έτος 1999 µε 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή", ενώ ο Μ. Σ. µε 13 "εξαίρετος, γιατί δεν βαθµολογήθηκε στις διοικητικές ικανότητες, λόγω του ότι δεν κατείχε θέσεις ευθύνης. Οµοίως και το έτος 2000 ο τελευταίος [Μ.Σ.] δεν βαθµολογήθηκε στις διοικητικές ικανότητες, γιατί δεν κατείχε θέσεις ευθύνης, παρά µόνο µε 13 "εξαίρετος", ενώ η ενάγουσα κατά το έτος 2000 βαθµολογήθηκε µε 17 "εξαίρετη".
Ο άνω συγκρινόµενος υπερέχει της ενάγουσας µόνο στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, αφού διορίσθηκε στις 11.8.1972, ενώ η ενάγουσα στις 16.4.1976. Λαµβανοµένων υπόψη, ότι η αρχαιότητα σε περίπτωση κρίσεων κατ' απόλυτον εκλογή, όπως συµβαίνει στην εξεταζόµενη περίπτωση, υποχωρεί έναντι των βαρυνόντων ουσιαστικών προσόντων και λαµβάνεται υπόψη µόνο όταν ταυτίζονται τα ουσιαστικά προσόντα [ΑΠ 46/2010], ως και ότι οι θέσεις ευθύνης αποτελούν ουσιώδες κριτήριο προαγωγής στο βαθµό του Υποδιευθυντή, κρίνεται ότι, σε σχέση µε τον Μ.
Σ., η ενάγουσα, το αντικείµενο δραστηριότητος της οποίας, τόσο από πλευράς εργασιών, όσο και από πλευράς συµµετοχής σε συµβούλια, επιτροπές και εκπροσώπησης της Τράπεζας, αποδεικνύει τόσο την υψηλή θεωρητική της µόρφωση, όσο και την επαγγελµατική της κατάρτιση, υπερείχε καταφανώς, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, του ως άνω συναδέλφου της, η προαγωγή του οποίου, αντί της ενάγουσας αντίκειται στην καλή πίστη και έτσι τα αρµόδια όργανα της εναγομένης, με την παράλειψή της στις προαγωγικές κρίσεις της 27.5.2002, έχουν παρακωλύσει την πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία έχει εξαρτηθεί η προαγωγή της στο βαθμό του Υποδιευθυντή".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσίβλητης και του άνω προαχθέντος συναδέλφου της προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή αυτής έναντι του τελευταίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι με βάση τη σύγκριση των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων της αναιρεσίβλητης και του αναφερομένου συναδέλφου της, η πρώτη υπερείχε καταφανώς εκείνου και ως εκ τούτου η παράλειψή της να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002 ήταν κατάφωρα άδικη, στηρίζει με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα ότι η πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως από την αναιρεσίβλητη, με συνέπεια να επέλθει πλασματική πλήρωση αυτής (αιρέσεως).
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, πρώτος και δεύτερος, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά, ούτε να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά, ή η σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "τον επίσημο πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων" που συντάχθηκε από την Επιτροπή Προαγωγών αυτής, από τον οποίο προέκυπτε η κατάταξη των υποψηφίων κατά σειρά βαθμολογήσεως και αξιολογήσεως αυτών. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Eφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, το οποίο μάλιστα μνημόνευσε και χαρακτήρισε ως "γνωμοδότηση απευθυνόμενη προς το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας", συνεκτίμησε αυτό με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε στην παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε καταφανώς του συναδέλφου της και εντεύθεν η παράλειψη προαγωγής της στον ανώτερο βαθμό ήταν κατάφωρα άδικη. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2012 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 4089/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ