Legislator Case Law & Legislation
1220/2012 AI generated

1220/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1220/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2008 μη οριστική και 392/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2011 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1220/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο νόμος δίδει προβάδισμα στην ιδιωτική βούληση και ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία ως προς το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ως προς το περιεχόμενο της και το ύψος του κατ' αναπροσαρμογή μισθώματος, ως προς τη χρονική διάρκεια της σχετικής λειτουργίας, αφού λειτουργεί πλήρως η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements pecuniary dispute contractor remuneration lack of economic substance provisions on emoluments common flat-rate scheme for farmers
AI generated
526/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
888/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.09.2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3855/2001 μη οριστική και 5136/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6927/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25.10.2005 αίτησή του.
812/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
1090/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
651/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1220/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Μ. και ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε μετά του διαχειριστή της εταιρείας, βάσει του από 25-7-2011, ιδιωτικού συμφωνητικού της εταιρείας, Ν. Μ., ο οποίος διόρισε δικηγόρο του τον δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της Ε. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Του Ε. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιλτιάδη Νικολόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2008 μη οριστική και 392/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 21-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του τετάρτου και πέμπτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζεται στη σύμβαση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης και καθορίζεται σε ποσοστό ετησίως όχι κατώτερο του έξι (6%) της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του τέσσερα (4%) και στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα αυτό, της αγοραίας αξίας τους.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο νόμος δίδει προβάδισμα στην ιδιωτική βούληση και ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία ως προς το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ως προς το περιεχόμενο της και το ύψος του κατ' αναπροσαρμογή μισθώματος, ως προς τη χρονική διάρκεια της σχετικής λειτουργίας, αφού λειτουργεί πλήρως η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του ΠΔ 34/1995 η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.

Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου (in fraudem legis) θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση.

Έτσι η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 996/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Σκοπός της διατάξεως αυτής, η οποία είναι ευρύτατου περιεχομένου, είναι να αποτραπεί η ανήθικη εκμετάλλευση στην ενάσκηση των δικαιωμάτων και η τάση προς αντικοινωνική ενέργεια που υπερβαίνει τα υπό της διατάξεως αυτής τιθέμενα όρια.

Εκ μόνου όμως του γεγονότος ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος τούτου είναι ανεπιεικές ή άγει σε επιβλαβή για τον οφειλέτη αποτελέσματα, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκησή του. Ο δανειστής ουδεμία υποχρέωση έχει να παραλείψει την ενάσκηση αυτού εκ του ότι υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ της ωφελείας αυτού και της αξιουμένης αντιπαροχής του αντισυμβαλλομένου.

Η θεμελιώδης αρχή του απαραβάτου της συμβάσεως απαιτεί την παρά τον οφειλέτη εκπλήρωση της παροχής στο πλαίσιο του κινδύνου που συμβατικώς ανέλαβε. Για την ευδοκίμηση της εκ της ως άνω διατάξεως παρεχόμενης προστασίας, απαιτείται προσθέτως η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, οι οποίες να χαρακτηρίζουν την υπό του δανειστού άσκηση του δικαιώματος ως υπερβαίνουσα τα εκτεθέντα όρια (ΑΠ 433/1971, ΝοΒ 19,1130).

Εξ άλλου, η άσκηση του δικαιώματος του εκμισθωτή, να επιδιώξει την αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση τα συμφωνηθέντα, εμπίπτει στα όρια της φυσικής ευχέρειας ή εξουσίας αυτού, που πηγάζει από την καθολική ελευθερία των συμβάσεων και όχι στον κατά το άρθρο 281 ΑΚ κανόνα της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος, δεν τίθεται δε θέμα ακυρότητας όρου τεθέντος στη σύμβαση μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης επί χρόνο πέραν του συμβατικώς καθορισθέντος, ο μισθωτής θα καταβάλλει μίσθωμα πολλαπλό αυτού που κατέβαλλε κατά την διάρκεια του συμβατικού χρόνου μίσθωσης, αφού ο μισθωτής έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο δικαστήριο και επικαλούμενος τις προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ ή αν αυτές ελλείπουν, του άρθρου 288 ΑΚ να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο προσήκον μέτρο.

Η συνομολόγηση λοιπόν υπέρογκου ποσού ή ποσοστού αναπροσαρμογής δεν είναι πρόσφορο μέσο εξαναγκασμού του μισθωτή να παραιτηθεί εμμέσως από τη χρονική προστασία του νόμου (άρθρο 5 π.δ. 34/1995), αφού, παρά τη συνομολόγηση μπορεί οποτεδήποτε να επιδιώξει την αναμόρφωση του μισθώματος στο προσήκον μέτρο, εάν αυτή τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς το ελεύθερο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 18/2011 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης: Με το από 27-5-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οι Γ. Ρ., Ε. Ρ. και Λ.

Ρ. εκμίσθωσαν στην εναγομένη εταιρία ένα ακίνητο, συγκυριότητάς τους και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο έκτασης 4185 τμ επί του οποίου υφίστανται κτίσματα επιφανείας 357 τμ, εγκαταστάσεις και μηχανήματα, κείμενο στη θέση ... στο ..., για να το χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο κοπής μαρμάρων, εμπορίας μαρμάρων, οικοδομικών υλικών και ελαστικών.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε σε επτά έτη, από 1-6-1999 έως 31-5-2006. Το μίσθωμα για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη ορίστηκε σε 500.000 δραχμές για το πρώτο μισθωτικό έτος, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ανά διετία κατά ποσοστό 10% επί του καταβαλλομένου κατά το αμέσως προηγούμενο έτος μισθώματος, ενώ από το πέμπτο μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται με ετήσια πλέον αύξηση επί του καταβαλλομένου κατά το αμέσως προηγούμενο έτος μισθώματος.

Η πληρωμή θα αποδεικνύεται με έγγραφη απόδειξη των εκμισθωτών ή των πληρεξουσίων τους, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και του όρκου. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, οι εκμισθωτές παρέδωσαν το μίσθιο στη μισθώτρια, στο οποίο αυτή εγκαταστάθηκε. Οι εκμισθωτές απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τους ενάγοντες σε ποσοστό 50% έκαστος, οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία και έτσι υπεισήλθαν αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εκμισθωτών.

Μετά το πέρας της συμβατικής της διάρκειας η μίσθωση αυτή ως εμπορική και υπαγόμενη στις διατάξεις του π.δ. 34/1995 παρατάθηκε αυτοδικαίως έως τη συμπλήρωση δωδεκαετίας. Περαιτέρω, κατά τον όρο ΙΘ' του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού "Εάν η μισθώτρια δεν παραδώσει το μίσθιο και θελήσει έστω και αναγκαστικά προστατευόμενη να παραμείνει στο μίσθιο και μέχρις αποβολής της εκ του μισθίου, συμφωνείται μηνιαίο μίσθωμα το διπλάσιο του τότε καταβαλλομένου τοιούτου, αυξανομένου και τούτου ετησίως κατά ποσοστό 10%".

Ο ανωτέρω ΙΘ' όρος περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, είναι έγκυρος και ισχυρός, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, απορριπτομένης της σχετικής (ως καταχρηστικού και καταπλεονεκτικού) περί ακυρότητας αυτού ενστάσεως της εναγομένης, αφού έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αυτή την αναγωγή του στο προσήκον μέτρο, για το οποίο όμως δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν ζήτησε δικαστικά την τροποποίηση του όρου του διπλασιασμού γιατί δεν γνώριζαν ότι είχε τεθεί ο όρος αυτός, ως προσελθούσα στις διαπραγματεύσεις χωρίς δικηγόρο, αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού ήδη ως μισθώτρια προηγούμενου του ένδικου μισθίου, από το οποίο απεβλήθη αναγκαστικά σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 5592/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βρισκόταν υπό την καθοδήγηση νομικών της συμβούλων.

Από κανένα επίσης στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι εκμισθωτές εκμεταλλεύθηκαν την άμεση ανάγκη της για την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού, χωρίς την οποία δεν θα υπέγραφε τον όρο περί διπλασιασμού του μισθώματος. Αλλά και από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι εκμισθωτές αποδέχθηκαν αύξηση κατά 10% του μισθώματος κατά το διάστημα 2ος/2007 έως 8ος/2008.

Ούτε τούτο μπορεί να συναχθεί από ένα σχέδιο μισθωτηρίου που αντάλλαξαν οι δικηγόροι των διαδίκων προς αποφυγή δικαστικών διενέξεων, προς τις προτάσεις όμως της εναγομένης επ' αυτού οι ενάγοντες δεν συνήνεσαν. Η διαμαρτυρία των εναγόντων ήταν δεδομένη στην καταβολή μειωμένου του συμφωνηθέντος μισθώματος με τον πιο επίσημο τρόπο και την επίδοση της από 19-12-2006 εξωδίκου διαμαρτυρίας τους, με την οποία κλήθηκε η εναγομένη, να συμμορφωθεί με την υποχρέωση καταβολής μισθώματος, σύμφωνα με τον όρο ΙΘ' του μισθωτηρίου.

Συγκεκριμένα, η εναγομένη, συμπεριλαμβανομένου και του τέλους χαρτοσήμου κατέβαλε ως μίσθωμα από 1-6-2006, για κάθε μήνα τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα ποσά, συνολικώς 44.344,59 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε μίσθωμα όχι μεν διπλάσιο του συμφωνηθέντος, αλλά προσαυξημένο έως και 42%, προφανώς τελώντας με την πεποίθηση ότι ο όρος (ΙΘ') ήταν ισχυρός και νόμιμος, χωρίς βέβαια να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο τροποποιηθεί.

Προέβη δε στην άνω καταβολή, προσπαθώντας να διαπραγματευθεί το διπλασιασμό του μισθώματος στο ανάλογο αυτού ύψος που η ίδια ήθελε, προσπάθεια που πρέπει να γίνει δεκτό ότι απετράπη με το από 27-12-2006 εξώδικο που απέστειλαν οι εκμισθωτές. Το ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2006 και μετά, η εναγομένη κατέβαλε μικρότερα των ως άνω ποσά, καταδεικνύει αφενός μεν την προσπάθειά της να εκμεταλλευθεί την απειρία και το νεαρό της ηλικίας των εκμισθωτών, αφετέρου δε την πίεσή της να επιτύχει ευνοϊκούς για αυτή όρους υπογραφής νέας μισθωτικής σύμβασης (βλ.

κατάθεση μάρτυρος εναγομένης, συζύγου ετερορρύθμου εταίρου "... συζητήσαμε για 500 € έως 3500 € φθάσαμε, αλλά ζητήσαμε να κάνουν νέο συμβόλαιο ..."). Η αποδοχή δε των ποσών αυτών από τους ενάγοντες, αποδίδεται στην απειρία τους και στην ελπίδα που διατηρούσαν, ότι αφού η εναγομένη στην αρχή δέχθηκε και κατέβαλε μίσθωμα 3.400 €, θα πειθόταν τελικά στην πορεία να καταβάλει και το πράγματι συμφωνηθέν, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί η στάση αυτή των εναγόντων ως συναίνεση στη συμπεριφορά της εναγομένης.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3, 174, 180, 281 ΑΚ και 5 π.δ. 34/1995, οι δε πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο εν λόγω δικαστήριο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν αντιστοίχως ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση και χωρίς προσήλωση στις λέξεις" και ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως διαπιστώθηκε κενό ή αμφιβολία περί την ερμηνεία του ΙΘ' όρου της μισθωτικής σύμβασης.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 4ο) και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, της πρώτης συζήτησης της αγωγής, μετά την οποία εκδόθηκε η 290/2008 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πληρεξούσιο δικηγόρος των εναγόντων δήλωσε ότι περιορίζει το αίτημα για την καταβολή των μισθωμάτων μέχρι το χρόνο της συζήτησης της αγωγής και μετατρέπει το αίτημα για την καταβολή μισθωμάτων από Ιούνιο 2008 μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής (16-1-2009), σε αναγνωριστικό, παρά ταύτα το Εφετείο υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 63.215,80 ευρώ, εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση, δηλαδή όλο το ποσό ως καταψηφιστικό, ενώ μέρος αυτού (44.344,59 ευρώ) είχε περιοριστεί σε καταψηφιστικό και μέρος αυτού (18.871,21 ευρώ) σε αναγνωριστικό.

Επομένως, το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και ο περί τούτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα των όσων ζητήθηκαν, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις 8150/2010 και 8151/2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Α. και Π. Κ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (στις 9-12-2010), μετά δηλαδή τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (στις 7-12-2010), προς απόκρουση των θεμάτων της αντέφεσης και μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου τους, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Εφετείου, επειδή, με τις οψίμως υποβληθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, δεν αποκρούεται στην ουσία κάποιος εκ των προβληθέντων με την αντέφεση ισχυρισμών, αλλ' αντιθέτως αυτές δόθηκαν προς ενίσχυση των ισχυρισμών των αντιδίκων στην έφεσή τους.

Όμως, δεν προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, για να διαγνωσθεί η βασιμότητα του λόγου αυτού.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που μερικώς ηττώνται, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 18/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει, κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ