Legislator Case Law & Legislation
1220/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court dismissal of joint tortfeasors' liability claim for moral damages.

Case Number 1220/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a joint tortfeasors' liability claim for moral damages. The appellants argued that the appellate court erred by requiring specific asset details to quantify damages, whereas the law only requires a single total amount due to joint and several liability. The court held that the appellate court misinterpreted the Civil Code provisions on joint liability and moral damages, necessitating a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 481, 926, 927, 932 of the Civil Code; Articles 111, 118, 216 of the Code of Civil Procedure: In cases of joint tortfeasors, the plaintiff may claim a single total amount for moral damages based on joint and several liability, without the court requiring specific apportionment of assets or individual liability calculations.

Keywords

AI generated
joint and several liability moral damages tortfeasors civil code provisions appellate review joint tortfeasors remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 299, 914 and 932 of the Civil Code
Articles 481, 926 and 927 of the Civil Code
Articles 111 paragraph 2, 118 number 4 and 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1, 8 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1220/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 συζ. Ζ το γένος ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, κατοίκου ... για τον εαυτό της ατομικά και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αδελφού της Ψ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4456/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1192/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 26-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι η αποζημίωση και η χρηματική ικανοποίηση, που οφείλονται από αδικοπραξία, πρέπει να προσδιορίζονται σε ορισμένο ποσό, που ως προς την αποζημίωση αντιστοιχεί στη μείωση ή τη μη επαύξηση της περιουσίας του παθόντος και ως προς τη χρηματική ικανοποίηση κρίνεται εύλογο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 481, 926 και 927 ΑΚ συνάγεται ότι αν η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσοτέρων, απέναντι του ζημιωθέντος ευθύνονται όλοι εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του βαθμού πταίσματος του καθενός, που έχει σημασία μόνον για τον προσδιορισμό του μέτρου της μεταξύ τους ευθύνης. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ` άρθρο 932 ΑΚ και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται εις ολόκληρον όλοι οι δράστες.

Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν περισσότεροι ενάγοντες από την κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά περισσοτέρων, αρκεί, λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης των τελευταίων, η αναφορά ενός και μόνον ποσού, το οποίο, καθένας μεν από αυτούς έχει υποχρέωση να το καταβάλει ολόκληρο, οι δε ενάγοντες δανειστές έχουν δικαίωμα να το απαιτήσουν μόνο μια φορά.

Εξάλλου, οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση καθώς και οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).

Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που υφίσταται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ` αυτή και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην κρίση περί της νομικής της βασιμότητος ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιέχονται σ` αυτή, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω των αριθμών 8 και 14 του ίδιου άρθρου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι επικαλέσθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και του αποβιώσαντος, πριν από την άσκηση της αγωγής, αδελφού της, Ψ2, συνιστάμενη στο ότι, κατά τη συζήτηση της αίτησης που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της καθορισθείσας για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους αποζημίωσης, οι προαναφερθέντες παρέστησαν με την ιδιότητα των καθ' ων, και εμφάνισαν εν γνώσει τους πλαστούς τίτλους κυριότητας και νοθευμένα έγγραφα, προβάλλοντας δικαίωμα ίδιας κυριότητας επί της απαλλοτριωθείσας μείζονος εκτάσεως στην οποία περιλαμβανόταν και το ακίνητό τους, αν και για την πράξη τους αυτή, με την οποία είχαν κατορθώσει να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της καθορισθείσας αποζημιώσεως, είχαν καταδικασθεί με απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας, ενώ με αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου είχε κριθεί, στο πλαίσιο δικαστικών διενέξεων με άλλους ιδιοκτήτες της μείζονος απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, η αναλήθεια των τίτλων τους.

Ότι με τις παράνομες και έκνομες δραστηριότητες που άσκησαν σε βάρος της περιουσίας τους με τους μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες που τους επέβαλαν και με τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς που διέλαβαν στις προτάσεις τους, χαρακτηρίζοντας τους ως καταπατητές, οι οποίοι περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, τους προκάλεσαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας εύλογο κρίνεται το ποσό των 3.000 ευρώ για τον καθένα, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη και ο αδελφός της φέρονται ως κάτοχοι μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού της, ευθυνόμενη με τις ιδιότητές της αυτές αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλει στον καθένα εκ των αναιρεσειόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ανωτέρω ποσό, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, ακολούθως δε απέρριψε αυτή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, με την ειδκότερη αιτιολογία ότι "δεν προσδιορίζεται σε ποιο συγκεκριμένο ποσό ανέρχεται η αξίωση των εναγόντων έναντι της αναιρεσίβλητης και σε ποιο έναντι του αποβιώσανατος Ψ2 αλλά ζητείται συλλήβδην το ποσό των 3.000 ευρώ από κάθε ενάγοντα, προσδιορισμός που ήταν αναγκαίος για το ορισμένο της αγωγής, διότι για να κρίνει το δικαστήριο ότι ο αδικηθείς υπέστη ηθική βλάβη και να προβεί στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λαμβάνονται εκτός των άλλων υπόψη η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, οι προσωπικές σχέσεις αυτών και η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία".

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αξιώνοντας για το ορισμένο της αγωγής περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, επιπλέον δεν έλαβε υπόψη περιεχόμενους στο αγωγικό δικόγραφο ουσιώδεις ισχυρισμούς και ακόμη παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, αρκούσε η αναφορά της κοινής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της, συνεπεία αυτής, εις ολόκληρον ευθύνης της αναιρεσίβλητης μετά του αποβιώσαντος πριν από την άσκηση της αγωγής αδελφού της, ενώ δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασεως των μερών, αν και τα στοιχεία αυτά περιείχοντο αρκούντως στην αγωγή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος το σχετικό με την απορριπτική του αγωγικού αιτήματος περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1192/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εκ δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ