Legislator Case Law & Legislation
1220/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and inadmissibility of vague grounds.

Case Number 1220/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and failed to provide sufficient legal reasoning, but the Court found these claims inadmissible due to vagueness and lack of specific legal grounds. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11)(c), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague or lack specific legal basis required to challenge the substantive evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility vague grounds lack of legal basis evidence evaluation property dispute legal reasoning court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 184 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 608/1976
Case 968/1985
Case 281/1992-441/1993
Case 1486/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1220/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Γεωργακόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τζεννετάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 358/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-8-2006 αίτησή του και με τους από 17-12-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του από 17-12-2007 πρόσθετου λόγου. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι αγρός 11500τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...." του δήμου ...

αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του εναγομένου, η οποία βρίσκεται βόρεια-βορειοανατολικά της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, τα δε όρια των ιδιοκτησιών αυτών καθόρισαν από κοινοί οι διάδικοι το έτος 1994. Ότι τόσο ο εναγόμενος, όσο και πριν απ' αυτόν οι δικαιοπάροχοί του νέμονταν αυτό για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι (20) ετών, ενώ αντίθετα, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι ασκούσε επ' αυτού (επιδίκου) πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και μάλιστα για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι (20) ετών, έτσι ώστε να καταστεί κύριος αυτής με έκτακτη χρησικτησία.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε, κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου είχε απορριφθεί η αγωγή. Όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο έντεκα (11) επιμέρους έγγραφα, ήτοι: 1) την από 8-12-2004 σύγκριση του τοπογραφικού διαγράμματος αγοράς του αναιρεσιβλήτου με το τοπογραφικό της Ανάρτησης του Κτηματολογίου (και της απόφασης), 2) την από ....έκθεση φωτοερμηνείας της Δασονόμου ...., 3) το στερεοσκοπικό ζεύγος αεροφωτογραφιών της Δ/νσης Αεροφωτογραφήσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ, χρονολογίας λήψεως 1973, υπ' αριθ. ...

και κλίμακος 1:8000 περίπου, 4) στερεοσκοπικό ζεύγος αεροφωτογραφιών της ίδιας ως άνω Δ/νσης, Χρονολογίας λήψεως 1998, υπ' αριθ.... και κλίμακος 1:8000 περίπου, 5) απόσπασμα προσωρινού Κτηματολογικού πίνακος Β' ανάρτησης, 6) χάρτη κλίμακος 1:5000 της ΓΥΣ Φ.Χ. ..., υπ' αριθ. Φύλλου ..., 7) χάρτη κλίμακος 1:5000, της ίδιας ως άνω υπηρεσίας, υπ' αριθ.

Φύλλου ... 8) τον από 21-11-2005 ορθόφωτοχάρτη μετά υπομνήματος της τοπογράφου μηχανικού ...., 9) την υπ' αριθ. ...πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γυθείου Κων/νου Λιακάκου, 10) την υπ' αριθ. ....πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Σπάρτης Δημητρίου Αλικάκου και 11) Το οριστικό τοπογραφικό διάγραμμα του κτηματολογίου, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 που επικαλείται ο αναιρεσείων) με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1085/1999). Εξάλλου κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζει το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Περαιτέρω, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, η ισχύς του οποίου αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001, από 1-1-2002, διαγράφηκαν από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" και συνεπώς μετά την 1-1-2002 δεν ιδρύεται πλέον λόγος αναιρέσεως διότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 676/2005).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ( και όχι από τον αριθ. 8, που επικαλείται ο αναιρεσείων) δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο τέταρτος από την ίδια ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως πλημμέλεια, η απόρριψη της ερειδόμενης επί εκτάκτου χρησικτησίας ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντος (με την παραδοχή του πραγματικού περιστατικού του επακριβούς καθορισμού των ορίων των ομόρων ακινήτων των διαδίκων το έτος 1994 και της αποδοχής απ' αυτούς της εν λόγω οριοθέτησης) και η παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου, κτηθείσας με χρησικτησία, χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, το Εφετείο στις παραδοχές του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής και την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δηλαδή στις εν λόγω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.

Ωσαύτως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος χωρίς να διατάξει, απόδειξη με πραγματογνωμοσύνη περί των ορίων των ομόρων ακινήτων των "διαδίκων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η κρινόμενη υπόθεση κατέστη εκκρεμής μετά την 1-1-2002 και η προσβαλλόμενη δημοσιεύθηκε στις 11-4-2008, όταν δηλαδή τέτοιος λόγος αναίρεσης δεν υφίστατο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή αυτού, ότι για την ύπαρξη των ορίων ομόρων ακινήτων των διαδίκων, απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (άρθρ. 368 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118, αρ. 4, 566 παρ. 1 και 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του οριζόμενου από την τελευταία διάταξη λόγου αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του αναφερόμενου σ' αυτόν (λόγο) πωλητηρίου συμβολαίου, χωρίς όμως να διαλαμβάνει κανένα από τα ως άνω αναφερόμενα και απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", ήτοι ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.

Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 608/1976 και 968/1985), μάλιστα δε ως τέτοιου κανόνα νοούμενου εκείνον του ουσιαστικού δικαίου.

Εκ τούτων παρέπεται ότι δεν δημιουργείται ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης όταν οι αιτιολογίες είναι ελλιπείς ως προς τα γενόμενα δεκτά ή απορριπτόμενα επιχειρήματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που δεν είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί, καθώς και όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένως στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και γενικά στην αιτιολόγηση του πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, αν τούτο εκτίθεται σαφώς(ΑΠ 281/1992-441/1993,1486/1997).

Συνεπώς, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (και ειδικότερα ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης του αναφερομένου σ' αυτόν μάρτυρα και των προσδιοριζόμενων εγγράφων) και τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, δεδομένου και του σαφούς πορίσματος του Εφετείου, ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος. V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 184 ΚΠολΔ).

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Αυγούστου 2006 αίτηση του... για αναίρεση της 123/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ