Supreme Court dismisses appeal on contract breach, upholding lower court's finding of bad faith by agent acting for appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Piraeus regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and finding liability for the agent's actions. The court rejected these claims as inadmissible due to the principle of finality on facts and ruled the agent's conduct constituted bad faith, binding the principal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only on legal grounds, not factual assessments, and holds that an agent's bad faith conduct binds the principal in contract disputes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 121 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SUPERIOR COMPANY GROUP S.A.", που εδρεύει στην Μαρμπέλλα Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωστή Μπακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΠΣΙΠ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "VIPSHIP S.A.", που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4208/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε έγκυρα τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 878/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 739/2020, ΑΠ 446/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Σ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Κωστή Γ. Μπακόπουλου, πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-7-2020 και με αρ. κατ. 665/68/30-7-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 336/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 22-5-2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη. Κατά τη δικάσιμο αυτή (22-5-2023), η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 21-5-2023 και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 § 4 του ΚΠολΔ και του υπ' αριθ. πρωτ. 22079 οικ/2-5-2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, από την Πρόεδρο του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2024), ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 49.
Προς ενημέρωση δε των διαδίκων, η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... Η αναιρεσίβλητη εταιρεία, όμως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2024) δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατατέθηκε, κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή.
Συνεπώς, πρέπει, παρά την δικονομική απουσία της, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, καθόσον η με επιμέλεια της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 260 § 4 και 573 § 1 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 20-7-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 665/2020, ΕΑΚ 68/2020, Αριθ. Δικ. 289/2022) προσβάλλεται η με αριθμό 336/30-4-2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί των από 14-11-2018 εφέσεων της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και της N. M.
G. von M. (μη ούσας διαδίκου στην προκειμένη δίκη) κατά της 4208/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 περ. β', 556 § 1, 558, 564 § 2, 566 § 1 ΚΠολΔ και 74 § 1 του Ν. 4690/2020). Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, όπως η ίδια αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν αμφισβητείται, στις 27-5-2020 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου στις 30-7-2020, ήτοι εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών, του άρθρου 564 § 2 του ΚΠολΔ, εφόσον η αναιρεσείουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία και η έδρα της βρίσκεται στο εξωτερικό, η οποία (προθεσμία) είχε ανασταλεί από 13-3-2020 έως 31-5-2020, δυνάμει της υπ' αριθ.
Δ1α/Γ.Π.οικ.30340/15.05.2020 απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων - Προστασίας του Πολίτη - Εθνικής Άμυνας - Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων - Υγείας - Δικαιοσύνης - Εσωτερικών (ΦΕΚΒ' 1857/2020), που εκδόθηκε για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID - 19 και της διάταξης του άρθρου 74 § 1 του Ν. 4690/2020 (ΑΠ 433/2024).
Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 § 2 KΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού σκάφους αναψυχής με την ονομασία "ΛΕΪΝΤΙ Π.Ι. (LADY P.I.), με την από 15-6-2017 αγωγή της εξέθετε ότι έχει κατά των εναγομένων, αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας, εδρεύουσας στον Παναμά και νυν αναιρεσείουσας και του φυσικού προσώπου, N. M. G. von M. (μη ούσας διαδίκου στην προκειμένη δίκη), μοναδικής μετόχου της και ασκούσας την ουσιαστική διοίκηση αυτής, φερόμενης ως κατοίκου Ελβετίας, αξίωση για την αποκατάσταση της ζημίας της (περιουσιακής και μη και θετικής και αποθετικής), η οποία προκλήθηκε στο στάδιο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων κατά το χρονικό διάστημα από τις 30.6.2016 έως και το τέλος του μηνός Οκτωβρίου του ιδίου έτους, για τη σύναψη πώλησης του ανωτέρω πλοίου της αντί συνομολογηθέντος τιμήματος ποσού 3.000.000 ευρώ, που τελικά ματαιώθηκε, από υπαιτιότητα των αντιδίκων της, οι οποίες κατά το προσυμβατικό αυτό στάδιο ενήργησαν αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως λεπτομερώς ιστορείτο στο δικόγραφο.
Επικαλούμενη περαιτέρω ότι η ζημία, που υπέστη και συνδέεται αιτιωδώς με τη διάψευση της εμπιστοσύνης της στην επικείμενη άμεσα κατάρτιση της σύμβασης και κατά τον προβλεπόμενο τύπο, κατόπιν της επίτευξης προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους επί των ουσιωδών σημείων της πώλησης ήδη από τις 30.6.2016, όταν και, παρουσία της δεύτερης εναγόμενης, πραγματοποιήθηκε θαλάσσια δοκιμή του εν λόγω σκάφους, δικαιολογημένα δημιουργηθείσας (της εμπιστοσύνης της) από τις επ' αυτού παρασχεθείσες σαφείς διαβεβαιώσεις της ανωτέρω αντιδίκου της, συνίσταται:
α) Στο συνολικό ποσό των 336.000 ευρώ, το οποίο θα αποκέρδαινε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκναύλωση του σκάφους της κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2016, και απώλεσε, εξαιτίας της από πλευράς της αναληφθείσας δέσμευσης να παραμείνει το σκάφος, μέχρι και την τυπική σύναψη της σύμβασης και ενόψει αυτής, ελλιμενισμένο στη μαρίνα της Βουλιαγμένης, προς αποφυγήν έκθεσής του σε θαλάσσιους κινδύνους, β) στο συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ, που αφορά στην αξία των διενεργηθεισών, κατόπιν απαίτησης συνεργάτη της δεύτερης των εναγομένων, και αναφερομένων στο δικόγραφο τεχνικών εργασιών στο σκάφος, ενόψει της πώλησής του, προκειμένου να τους παραδοθεί ακριβώς στην κατάσταση, που επιθυμούσαν, και είχε πιστοποιηθεί ως αρίστη κατόπιν της προηγηθείσας δοκιμής του στη θάλασσα, γ) στο ποσό των 12.400 ευρώ, του αναλογούντος Φ.Π.Α.
συμπεριλαμβανομένου, ως αμοιβή του πληρεξουσίου της δικηγόρου για τις νομικές υπηρεσίες, που της παρείχε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενόψει της επικείμενης σύναψης της σύμβασης κατά το νόμιμο τύπο, δ) στο ποσό των 100.000 ευρώ, που απώλεσε, διότι, καλοπίστως πιστεύοντας ότι η υπό κατάρτιση σύμβαση θα συναφθεί οπωσδήποτε στο άμεσο μέλλον, απέκρουσε άλλες προσφορές, που δέχθηκε, για την πώληση του σκάφους της, και μάλιστα με ευνοϊκότερους όρους, συγκεκριμένα με τίμημα 3.100.000 ευρώ, κατά 100.000 ευρώ υψηλότερο του εν προκειμένω συμφωνηθέντος, ε) στο ποσό των 1.285 ευρώ, που αφορά στην αξία των καυσίμων του σκάφους της, τα οποία αναλώθηκαν κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας δοκιμής του, και στο ποσό των 500 ευρώ, που δαπάνησε για την αμοιβή των δύο μηχανικών της κατασκευάστριας των μηχανών του εταιρίας Caterpillar, που επίσης επέβαιναν σ' αυτό κατά τον ανωτέρω δοκιμαστικό πλου, προκειμένου να πιστοποιήσουν την ποιότητα των μηχανών του και στ) στο ποσό των 150.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που της προκάλεσε η ματαίωση της σύμβασης λόγω της αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς των αντιδίκων της, καθώς μειώθηκε η εμπορική της πίστη, κατ' εφαρμογήν των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όπως κάθε επιμέρους κονδύλιο αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εκάστη ενεχομένη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 635.185 ευρώ, που συνιστά την επενεχθείσα ζημία της (θετική και αποθετική) εκ του επικαλούμενου προσυμβατικού πταίσματος των ανωτέρω, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών συμπεριφορά τους που εκδηλώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για την αγορά του σκάφους της και προκλήθηκε συνεπεία των βάσιμων και εύλογων προσδοκιών της ότι η σύμβαση οπωσδήποτε θα καταρτιζόταν με τους συμφωνηθέντες όρους και συνθήκες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή τους καθώς και να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική της δαπάνη και αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 4208/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή (η αγωγή) ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, η καθεμία εξ αυτών εις ολόκληρον, το ποσό των 250.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση, αφού κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, καθώς και ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς, και απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η αγωγή έπρεπε να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ελλείψει εμπρόθεσμης και νομότυπης επίδοσής της στους ίδιους, ακολούθως κρίθηκε ως εφαρμοστέο επί της υπόθεσης το ελληνικό δίκαιο, με βάση το οποίο απορρίφθηκε στη συνέχεια η αγωγή ως αόριστη αναφορικά με το κονδύλιο των 35.000 ευρώ, που κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αξιώνεται ως δαπανηθέν λόγω της εκτέλεσης από την ενάγουσα τεχνικών εργασιών στο υπό πώληση πλοίο της, ενώ έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη μόνον όσον αφορά την επικαλούμενη βάση της προσυμβατικής (από τις διαπραγματεύσεις) ευθύνης των εναγομένων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 211, 297, 298, 330, 481, 340, 345 του ΑΚ και 171 και 191 § 2 του ΚΠολΔ και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά τη σωρευόμενη στο δικόγραφο βάση, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και κατ' επέκταση και ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της ενάγουσας.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4208/2018 απόφασή του δέχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης των εναγομένων από τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του σκάφους της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2016 έως και το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους, καθώς και ότι λόγω της υπαίτιας, αντισυναλλακτικής και αντίθετης στην καλή πίστη συμπεριφοράς τους κατά το προσυμβατικό αυτό στάδιο και της ματαίωσης της κατάρτισης της σύμβασης από δική τους υπαιτιότητα, η ενάγουσα υπέστη ζημία, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά τους αυτή, συνιστάμενη στο απολεσθέν ποσό των ναύλων του σκάφους της, που θα αποκέρδαινε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν είχε καλοπίστως πιστέψει στην επικείμενη σύναψη της πώλησής του, και προέβαινε στην εκναύλωσή του και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2016, και ανέρχεται στο ποσό των 250.000 ευρώ, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την περί συνυπαιτιότητάς της προβληθείσα ένσταση των εναγομένων στην πρόκληση και έκταση της ζημίας της, ενώ, τέλος, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κονδύλια α) των 100.000 ευρώ, που η ενάγουσα αξίωσε ως διαφορά μεταξύ του τιμήματος της πώλησης του εν λόγω σκάφους, το οποίο θα απεκόμιζε σε διαφορετική περίπτωση εάν δεν είχε αποκρούσει άλλες προσφορές, θεωρώντας βέβαιο ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και του συμφωνηθέντος με τις εναγόμενες τιμήματος, β) των 12.400 ευρώ, που ζητήθηκε ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας για παρασχεθείσες προς αυτήν νομικές υπηρεσίες ενόψει της επικείμενης κατάρτισης της σύμβασης και γ) του ποσού των 1.285 ευρώ και των 500 ευρώ, που φέρονταν ότι δαπανήθηκαν από την ενάγουσα και αφορούσαν στην αξία των καυσίμων, τα οποία αναλώθηκαν κατά τη διάρκεια του διενεργηθέντος δοκιμαστικού θαλάσσιου πλου του σκάφους της και στην αμοιβή των δύο (2) μηχανικών της κατασκευάστριας των μηχανών του σκάφους εταιρείας.
Κατά της ως άνω απόφασης αμφότερες οι εναγόμενες άσκησαν, ως εν μέρει ηττηθείσες διάδικοι, τις από 14-11-2018 εφέσεις τους, οι οποίες με την προσβαλλόμενη απόφαση (336/2020), αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές, εξαφανίσθηκε η 4208/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έγινε εν μέρει δεκτή η από 15-6-2017 αγωγή της ενάγουσας και νυν αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εκάστη εις ολόκληρον, το ποσόν των 120.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης τη αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 30/2022). Ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 10/2024, ΑΠ 13/2024, ΑΠ 19/2024).
Β. Περαιτέρω, στο άρθρο 197 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", ενώ στην πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 198 ΑΚ προβλέπεται ότι "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι: α) ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης) και φυσικά άμα η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 § 2 (ΑΠ 12/2006), β) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο, γ) επέλευση ζημίας, δ) υπαιτιότητα, για την οποία αρκεί και η κατ' άρθρο 330 εδ.
β' ΑΚ αμέλεια και ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας. Ειδικότερα, υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, συμπεριφορά των μερών σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι η επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου, η τήρηση δηλαδή από τα μέρη των τρόπων ενέργειας που γενικώς ακολουθούνται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, ενώ διαπραγματεύσεις είναι οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι και την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.
Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι την διακοπή τους και ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας.
Πάντως, η υποχρέωση αυτή της διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Η αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων τότε μόνο αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν οι διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικά περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερομένων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και υπολειπόταν η απαιτούμενη από το νόμο ή τη συμφωνία των μερών τυπική κατάρτισή της ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 627/2023, ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 554/2011).
Έτσι, η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και όταν ματαιώνεται η κατάρτιση της σύμβασης σε χρόνο, κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικά με συμφωνία τούτων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 197/2007, ΑΠ 12/2006).
Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαίωσης της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βέβαιης σύναψης της σύμβασης, με συνέπεια να πιστέψει ως επικείμενη την κατάρτισή της. Tην ευθύνη από τις διατάξεις 197 - 198 ΑΚ φέρει κατ' αρχήν, αν κατά τις διαπραγματεύσεις χρησιμοποιήθηκε αντιπρόσωπος ή άλλος προστηθείς, ο αντιπροσωπευόμενος, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται προσωπική ευθύνη των πιο πάνω προσώπων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Όταν, όμως, εκείνος που προέβη σε διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης με τον αντιπρόσωπο ή τον προστηθέντα, εμπιστεύθηκε και απέβλεψε στο πρόσωπο αυτού, τότε υπεύθυνος από τις διαπραγματεύσεις είναι και ο ίδιος ο αντιπρόσωπος ή ο προστηθείς.
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της από κοινού πρόκλησης της εμπιστοσύνης από αντιπρόσωπο και αντιπροσωπευόμενο και από κοινού προς αυτούς παροχή της εμπιστοσύνης του άλλου μέρους, υπάρχει ευθύνη και των δύο, ευθυνομένων εις ολόκληρον. Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της. Αποκαθίσταται, ιδίως, η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 347/2018, ΑΠ 606/2015, ΑΠ 334/2015, ΑΠ 878/2011). Η ζημία δε αυτή, πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (ΑΠ 920/2021, ΑΠ 1100/2020).
Στην περίπτωση ματαίωσης της κατάρτισης σύμβασης πώλησης, την οποία ο αγοραστής πίστεψε ως επικείμενη και για το λόγο αυτό απέκρουσε άλλη ευκαιρία για την σύναψη αγοράς με τους ίδιους ή παραπλήσιους συγκριτικά όρους με εκείνης που ματαιώθηκε, δικαιούται να ζητήσει και τη διαφορά του τιμήματος της αγοράς που απέκρουσε από το μεγαλύτερο, λόγω ανατίμησης, τίμημα μεταγενέστερης αγοράς του (ΑΠ 59/2024) ή αυτό που απώλεσε από την απόκρουση άλλης ευκαιρίας για σύναψη όμοιας σύμβασης, με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 280/2013).
Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τα άρθρα 197 και 198 του ΑΚ, αφού δεν αναφέρεται ουδεμία κακόπιστη και αντισυναλλακτική συμπεριφορά, η οποία να αποδίδεται στους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας εταιρείας και να έλαβε χώρα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αποσπασματικά ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αιτιάται ότι καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων εκδήλωσε σοβαρή πρόθεση για σύναψη της σύμβασης, ότι κατά πάντα χρόνο η επικοινωνία της με την αναιρεσίβλητη ήταν ειλικρινής και διαφανής, ότι δεν παρέβη ουδεμία υποχρέωση προς ενημέρωση, ταχεία προώθηση διαπραγματεύσεων κλπ, ότι η εμπιστοσύνη που δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη, πέραν των σοβαρών προθέσεών της, ανταποκρινόταν όντως στην πραγματικότητα και δεν οφείλεται σε κακοπιστία εκ μέρους της, επίσης δε ότι η απόφασή της να ματαιώσει εν τέλει τη σύναψη της σύμβασης ελήφθη σε στάδιο μεταγενέστερο μεν της έναρξης των διαπραγματεύσεων και της δημιουργίας σαφούς εικόνας περί των προθέσεών της, προγενέστερο όμως της πλήρους συμφωνίας για το περιεχόμενο της υπό σύναψη σύμβασης καθώς και ότι τούτο γνωστοποιήθηκε άμεσα στην αναιρεσίβλητη και δεν ήταν αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, αλλά οφειλόταν σε σοβαρούς λόγους.
Επιπρόσθετα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν στοιχειοθετείται παράνομη, πολλώ μάλλον υπαίτια συμπεριφορά της, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται πταίσμα της, ούτε στοιχειοθετείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης καθώς και ότι η ματαίωση της σύναψης της σύμβασης δεν συνιστά καθεαυτή συμπεριφορά, η οποία αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τις επιταγές του άρθρου 197 ΑΚ, εφόσον δεν συνοδεύεται από περιστατικά και συνθήκες, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να οδηγηθούν σε τελική σύμβαση (χωρίς πάντως να έχει επιτευχθεί πλήρης συμφωνία ως προς τους συμβατικούς όρους, ώστε να απομένει απλά η τυπική κατάρτιση της σύμβασης, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι δεν θα καλείτο να καταβάλει υψηλότατο φόρο για την μετατροπή του σκάφους από επαγγελματικό σε ιδιωτικό και το ζήτημα αυτό δεν είχε διευθετηθεί οριστικά) και ότι ο λόγος της ματαίωσης δεν οφείλεται σε απλή μεταμέλεια της αναιρεσείουσας, αλλά ήταν σοβαρός, συνδεόμενος με το θανατηφόρο θαλάσσιο δυστύχημα, στο οποίο ενεπλάκη σκάφος ιδιοκτησίας τους και στον αντίκτυπο που είχε τόσο στην ίδια όσο και στην προσωπική κατάσταση της δεύτερης εναγομένης. Με βάση τα παραπάνω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις διαπραγματεύσεις και την ματαίωση της σύναψης της σύμβασης είναι απαράδεκτος, αφού με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε, κατά λέξη, τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, εδρεύουσα στη Γλυφάδα Αττικής, η οποία σκοπό έχει, κατά το καταστατικό της, την απόκτηση με αγορά, κατασκευή ή ναυπήγηση, πλοίου ή πλοίων κάθε είδους, την εκμετάλλευση, εκναύλωση και ναύλωση των ιδιόκτητων πλοίων της εταιρίας, την επάνδρωση και το διακανονισμό των πληρωμάτων ιδιόκτητων πλοίων της εταιρίας, τη διενέργεια κάθε φύσης εργασίας και ναυτιλιακής επιχείρησης, που σχετίζεται με τον ανωτέρω σκοπό, δηλαδή την εκμετάλλευση των ιδιόκτητων πλοίων της εταιρίας και ενδεικτικά ναυλώσεων, μεταφοράς προσώπων, συντήρησης πλοίων και ρυμούλκησής τους στην ξηρά για μεταφορά τους σε χώρους επισκευής και, τέλος, τη συμμετοχή της με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με εισφορές, είτε με απόκτηση τίτλων σε άλλες εταιρίες οποιασδήποτε νομικής μορφής και σε ατομικές επιχειρήσεις, ημεδαπές ή αλλοδαπές, που υφίστανται ή που θα συσταθούν και οι οποίες επιδιώκουν ακριβώς τον ίδιο σκοπό, ή συνεργασία με αυτές, και η διενέργεια κάθε γενικά επιχείρησης ή εργασίας απαραίτητης για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρίας...Η ανωτέρω εταιρεία είναι πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία πλοίου (επαγγελματικού σκάφους αναψυχής), με την ονομασία "ΛΕΪΝΤΙ Π ΠΕΙΡΑΙΑΣ (LADY P PIRAEUS)", νηολογίου Πειραιώς, με αριθμό νηολογίου 11016, κατασκευασμένου από χάλυβα...
Η πρώτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη κεφαλαιουχική εταιρία κατά το δίκαιο του Παναμά, συσταθείσα το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 και εδρεύουσα στον Παναμά, πλοιοκτήτρια ενός σκάφους αναψυχής, το οποίο αγόρασε το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011, με το όνομα "HELEN Β" και υπό ελληνική σημαία, από την εταιρία με την επωνυμία "...
ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΕΣ Ν.Ε.Π.Α.", και το οποίο μετά την αγορά του, την αλλαγή σημαίας (σε σημαία Παναμά) και τη μετονομασία του σε "ΝΤΟΥΕΝΤΕ II (DUENDE II)", καταχωρήθηκε στο νηολόγιο του Παναμά, με αριθμό ... Το ανωτέρω σκάφος είναι κατασκευασμένο από ενισχυμένο πλαστικό, έχει ολική χωρητικότητα 73,64 κόρους, καθαρή χωρητικότητα 59,86 κόρους, ολικό μήκος 19,77 μέτρα, και φέρει δύο (2) μηχανές MAN, ιπποδύναμης 2X1050.
Μοναδική μέτοχος της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας είναι η δεύτερη εναγόμενη (μη ούσα διάδικος στην προκειμένη δίκη), η οποία, ως ουσιαστική της διευθύντρια, ασκεί την πραγματική της διοίκηση, λαμβάνοντας τις αποφάσεις, που την αφορούν (τύποις η εταιρία διοικείται και εκπροσωπείται από τριμελές Διοικητικό Συμβούλιο, που κατονομάζεται στο άρθρο 7 του προσκομιζομένου καταστατικού της), και αυτή, που στην πράξη χρησιμοποιεί το ανωτέρω σκάφος, πλοιοκτησίας της εν λόγω εταιρίας, συμφερόντων της, κατ' αποκλειστικότητα για την εκτέλεση πλόων αναψυχής.
Ήδη από το θέρος του έτους 2015 η δεύτερη εναγομένη εξεδήλωσε έντονο ενδιαφέρον να προβεί στην αγορά του προαναφερθέντος σκάφους πλοιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο διατίθετο προς πώληση, όταν το είδε αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Πόρου, όπου βρισκόταν για διακοπές, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να το επισκεφθεί ώστε να αποκτήσει ιδία αντίληψη επί των εσωτερικών του χώρων, όπως επιθυμούσε, διότι ήταν ναυλωμένο, και θα προκαλείτο όχληση στους ναυλωτές.
Περί το μήνα Φεβρουάριο του επομένου έτους (2016) η ανωτέρω εναγόμενη επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Σ. Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο Ν. Λ., συνταξιούχος πλοίαρχος, και επί σειρά ετών στενός συνεργάτης και πρόσωπο εμπιστοσύνης της (της δεύτερης εναγομένης), πλοίαρχος του προααναφερθέντος σκάφους "ΝΤΟΥΕΝΤΕ II", πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, αλλοδαπής εταιρίας, αποκλειστικών συμφερόντων της δεύτερης εναγομένης, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο οποίος ζήτησε, αφενός μεν να του αποσταλούν φωτογραφίες του σκάφους, ληφθείσες ενώ βρισκόταν εκτός θαλάσσης, αφετέρου δε να οργανωθεί μία συνάντηση με εκπρόσωπο της ενάγουσας, προκειμένου αυτός να επιθεωρήσει το σκάφος για λογαριασμό της.
Πράγματι εντός του ιδίου μηνός μετέβη στο σκάφος και το επιθεώρησε επισταμένως ο Θ. Λ., ενεργώντας ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, με την οποία συνδεόταν με φιλική σχέση, παρουσία του ενόρκως καταθέσαντος ενώπιον Συμβολαιογράφου μάρτυρος της ενάγουσας Ι. Δ., υπαλλήλου της ανωτέρω, και στενού συνεργάτη των μετόχων και εκ των μελών του Δ.Σ.
της Σ. και Κ. Σ., καθώς και της τελευταίας, επίσης νόμιμης εκπροσώπου της, ο οποίος εξέφρασε την απόλυτη ικανοποίησή του από το αποτέλεσμα της επιθεώρησης αναφορικά με την κατάσταση του σκάφους, όπερ άλλωστε γνωστοποίησε αμέσως και στη ίδια τη δεύτερη εναγομένη σε τηλεφωνική του επικοινωνία μαζί της, που έλαβε χώρα παρουσία των λοιπών επιβαινόντων Ι.
Δ. και Κ. Σ. Ακολούθως, περί τα μέσα του μηνός Ιουνίου του έτους 2016, ο ανωτέρω Ν. Λ., επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά με τον εκ των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας Σ. Σ., και του ζήτησε, ομιλώντας για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, να μεταβεί στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου βρισκόταν για επαγγελματικούς λόγους, προκειμένου να είναι και αυτός παρών, σε επιθεώρηση του σκάφους από τη δεύτερη εναγόμενη και στενούς συνεργάτες της, που, όπως του μετέφερε, η ανωτέρω επιθυμούσε να λάβει χώρα άμεσα, επαναλαμβάνοντάς του το έντονο ενδιαφέρον αυτής για την απόκτηση του σκάφους.
Πράγματι, στις 30.6.2016 πραγματοποιήθηκε συνάντηση επί του σκάφους της ενάγουσας, το οποίο βρισκόταν τότε ελλιμενισμένο στη Μαρίνα της Βουλιαγμένης, με παρόντες τον ανωτέρω Σ. Σ., τον προαναφερθέντα Ι. Δ. και το μηχανικό του εν λόγω σκάφους Σ. Ρ., καθώς και τη δεύτερη εναγόμενη, και τους συνεργάτες της τελευταίας Ν.
Λ., Ν. Π., μηχανικό σκαφών, και Ουρανία Νταούλη, δικηγόρο. Πέραν των ανωτέρω προσώπων επί του σκάφους επέβαιναν επίσης και δύο μηχανικοί της κατασκευάστριας των μηχανών του σκάφους εταιρίας Caterpillar, προκειμένου να τις ελέγξουν. Κατά την εν λόγω συνάντηση το ως άνω σκάφος ελέγχθηκε και επιθεωρήθηκε επισταμένα από τους Λ.
και Π., και επιπροσθέτως, πραγματοποιήθηκε θαλάσσια δοκιμή αυτού (sea trial), με πρωτοβουλία του Σ. Σ., που προέβη σε δοκιμαστικό πλου πεισθείς στη σοβαρότητα της σαφώς εκδηλωθείσας πρόθεσης της δεύτερης εναγομένης να το αποκτήσει, της προσδοκίας του στην επικείμενη κατάρτιση της πώλησης δικαιολογημένα προκληθείσας από την προεκτεθείσα συμπεριφορά της, συνιστάμενη στο επί μακρόν εμπράκτως επιδειχθέν επίμονο ενδιαφέρον της για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, καθώς και στις κατά το παρελθόν παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις των συνεργατών της, με τους οποίους επικοινωνούσε, περί της αξιοπιστίας, της φερεγγυότητας και της οικονομικής της επιφάνειας, και θέλοντας να το παρουσιάσει και επιδείξει στην ως άνω υποψήφια αγοράστρια και σε λειτουργία εν πλω, προκειμένου να ενισχύσει την επιθυμία της να το αγοράσει και να την πείσει περί του αξιόπλοου αυτού, και μάλιστα για χρονικό διάστημα δύο ωρών, με τις μηχανές του σε πλήρη ισχύ, παρότι κάτι τέτοιο δε συνηθίζεται στις αγοραπωλησίες σκαφών προ της σύνταξης προσυμφώνου και της καταβολής προκαταβολής, χωρίς να διαπιστωθεί κάποιο πρόβλημα ως προς την εν γένει απόδοση και αξιοπλοΐα του.
Κατόπιν τούτου η δεύτερη εναγόμενη εξέφρασε την ευαρέσκειά της, αλλά και την επιθυμία της να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης του σκάφους, γνωστοποιώντας παράλληλα ότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση δε θα καταρτιζόταν με αγοράστρια την ίδια, αλλά την πρώτη εναγόμενη, αλλοδαπή εταιρία, ως προς την οποία δήλωσε, ενώπιον όλων, ότι, με την ιδιότητα της μοναδικής της μετόχου, ενεργεί για τη συγκεκριμένη συναλλαγή ως αντιπρόσωπός της, και για λογαριασμό της, παρότι το εν λόγω σκάφος θα χρησιμοποιείτο απ' αυτήν αποκλειστικά, καθώς και την πρόθεσή της το αγορασθέν να νηολογηθεί ακολούθως υπό σημαία Παναμά, και να μετατραπεί σε ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, αρξαμένων έκτοτε των περί της υπό κατάρτιση πώλησης σχετικών διαπραγματεύσεων με τον εκπρόσωπο της ενάγουσας Σ.
Σ. Ο τελευταίος στη συνέχεια την ενημέρωσε ότι το σκάφος πωλείται έναντι του ποσού των 3.000.000 ευρώ, τίμημα, που έγινε αμέσως αποδεκτό απ' αυτήν, η οποία με τη σειρά της πρότεινε, όσον αφορά τον τρόπο εξόφλησής του, να καταβληθεί έναντι αυτού σε μετρητά το ποσό των 2.700.000 ευρώ, και ως προς το υπόλοιπο ποσό των 300.000 ευρώ, να πωληθεί και μεταβιβασθεί ταυτοχρόνως κατά κυριότητα στην ενάγουσα το προαναφερθέν, υπό σημαία Παναμά, σκάφος αναψυχής, πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, αλλοδαπής εταιρίας, συμφερόντων της ιδίας, κατά τα προεκτεθέντα, με την ονομασία "DUENDE II", εκτιμηθείσης ισόποσης αξίας, όπερ έγινε επίσης αποδεκτό από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας, συναφθείσας, επομένως, στο στάδιο αυτό, προφορικά συμφωνίας μεταξύ των μερών καταρχάς περί του ύψους του τιμήματος της πώλησης του εν λόγω σκάφους και περί του συγκεκριμένου τρόπου αποπληρωμής του.
Μάλιστα, η δεύτερη εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία της να επισπευθεί η διαδικασία μεταβίβασης του σκάφους στην πρώτη εναγόμενη και κατά το νόμιμο τύπο, ώστε να της παραδοθεί προ της 22ης.8.2016, όταν και θα ολοκληρωνόταν η κρουαζιέρα της στη Βόρεια Ελλάδα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για το υπόλοιπο των καλοκαιρινών της διακοπών στο Ιόνιο.
Κατόπιν τούτου και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Σ. Σ., βάσιμα πιστεύσας ότι η κατάρτιση της σύμβασης και κατά τους τύπους ήταν βέβαιη, και μάλιστα άμεσα, στο προσεχές μέλλον, εφόσον είχε ήδη επιτευχθεί προφορική συμφωνία μεταξύ τους επί των ουσιωδών σημείων της πώλησης, κατά τα προεκτεθέντα, και απέμενε μόνον η τήρηση του νόμιμου τύπου για τη μεταβίβαση της κυριότητας του σκάφους, δεσμεύθηκε ενώπιον όλων των παρισταμένων ότι, προκειμένου να παραδοθεί το σκάφος στην ίδια κατάσταση, με αυτήν στην οποία βρισκόταν κατά την επιθεώρησή του από τη δεύτερη εναγόμενη, και να αποφευχθεί η έκθεσή του σε θαλάσσιους κινδύνους, δεν θα το διέθετε στο μεσοδιάστημα και μέχρι τη σύναψη της σύμβασης προς ναύλωση, ως εάν να ήταν ήδη πωληθέν, ακυρώνοντας τις ήδη συμφωνηθείσες ναυλώσεις, αλλά ότι θα το διατηρούσε αγκυροβολημένο, και για τον επιπρόσθετο λόγο ώστε να ολοκληρωθούν μέχρι τότε οι εργασίες, οι οποίες ζητήθηκαν από το Ν.
Λ., για λογαριασμό των εναγομένων, να εκτελεσθούν σ' αυτό προ της παράδοσής του, το κόστος των οποίων δήλωσε ότι θα αναλάμβανε η δεύτερη εναγόμενη εξ ολοκλήρου. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη, καθώς και η επίσης παριστάμενη κατά τη συνάντηση δικηγόρος της Ουρανία Νταούλη, εξαρχής ενημερώθηκαν ότι το υπό πώληση σκάφος ήταν χαρακτηρισμένο ως επαγγελματικό, δηλαδή ήταν εφοδιασμένο με επαγγελματική άδεια σκάφους αναψυχής, και ως εκ τούτου κατά την αγορά του από την ενάγουσα είχε ανασταλεί η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), καθώς και ότι σε περίπτωση μετατροπής του σε ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, όπως επίσης από την έναρξη των διαπραγματεύσεων δήλωσε η δεύτερη εναγόμενη ότι επιθυμούσε να λάβει χώρα σε περίπτωση αγοράς του από την πρώτη εναγόμενη, αφού το προόριζε για αποκλειστικά δική της χρήση, ενδεχομένως να ανέκυπτε ζήτημα καταβολής τέτοιου φόρου, αλλά και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, όντας απολύτως βέβαιος ότι δε θα προέκυπτε τέτοιο θέμα στο μέλλον, όπερ και πράγματι δεν συνέβη, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, αφενός μεν διαβεβαίωσε τη δεύτερη εναγόμενη ότι οι νομικοί του παραστάτες ήταν εξαιρετικά έμπειροι σε συναλλαγές αυτού του είδους και θα αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε θέμα τυχόν αναφυόταν στο μέλλον ως επακόλουθο της αλλαγής της χρήσης του σκάφους, αφετέρου δε ανέλαβε έναντι αυτής την υποχρέωση, εφόσον υποχρεωνόταν η τελευταία σε καταβολή Φ.Π.Α., να αποπληρωθεί αυτός από την ενάγουσα έως του ποσού των 100.000 ευρώ.
Της ανωτέρω συνάντησης, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, επήλθε προφορική συμφωνία των μερών επί όλων των βασικών σημείων, που αφορούσαν στην πώληση του σκάφους, και απέμενε η τήρηση του τύπου διά της σύνταξης σχετικού εγγράφου περί της μεταβίβασης, που και αυτή συμφωνήθηκε να λάβει χώρα άμεσα, και δεν αφέθηκε να ορισθεί εν ευθέτω χρόνω στο μέλλον από τα μέρη, ώστε να παραδοθεί το σκάφος στη δεύτερη εναγόμενη προ της 22ηης.8.2016, όπερ προκάλεσε δικαιολογημένες και βάσιμες προσδοκίες στην ενάγουσα περί της επικείμενης κατάρτισης της σύμβασης, επακολούθησαν επαφές μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των μερών, και δη μεταξύ του Γ.
Γ. από την πλευρά της ενάγουσας, και της Ουρανίας Νταούλη από την πλευρά των εναγομένων, μέσω της ανταλλαγής μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, αλλά και τηλεφωνικών επικοινωνιών, προκειμένου να καθορισθούν λεπτομερώς οι ειδικότεροι όροι του συνταχθησόμενου προσυμφώνου μεταβίβασης του σκάφους. Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, στις 11.7.2016, η ανωτέρω δικηγόρος Ουρανία Νταούλη, σε ηλεκτρονικό μήνυμά της προς το δικηγόρο της ενάγουσας Γεώργιο Γερωνυμάκη, του γνωστοποίησε τα πλήρη στοιχεία (επωνυμία και έδρα) της πρώτης εναγομένης, που θα αγόραζε το σκάφος, καθώς και ότι νόμιμος εκπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα ήταν η ίδια, και, αφού προηγήθηκε την 1η.7.2016, ήτοι μία ημέρα μετά τη συνάντηση των μερών στο σκάφος, η αποστολή, επίσης με ηλεκτρονικό μήνυμα, από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Σ.
Σ. προς την Ουρανία Νταούλη του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας, προφανώς για την κατάθεση προκαταβολής του ήδη συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, για να επακολουθήσει, με τον ίδιο τρόπο αποστολής, ευχαριστήρια απάντηση της Ουρανίας Νταούλη, με αποτέλεσμα την ενίσχυση τοιουτοτρόπως της προσδοκίας της ενάγουσας στην άμεση κατάρτιση της σύμβασης και κατά το νόμιμο τύπο.
Στις 12.7.2016 η Ουρανία Νταούλη απέστειλε προς τον Γεώργιο Γερωνυμάκη, επίσης με μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, "τα τελευταία νομιμοποιητικά έγγραφα του σκάφους" όπως προωθήθηκαν στην ίδια από το Προξενείο του Παναμά, εννοώντας προφανώς το υπό σημαία Παναμά σκάφος με την ονομασία "DUENDE II", το οποίο συμφωνήθηκε να πωληθεί στην ενάγουσα από την πρώτη εναγόμενη αντί του ποσού των 300.000 ευρώ, και το τίμημα να συμψηφισθεί με ισόποσο μέρος του τιμήματος της αγοράς του επίμαχου σκάφους της ενάγουσας από την πρώτη εναγόμενη.
Στις 13.7.2016 απεστάλη με μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από το γραφείο του δικηγόρου Γ. Γ. προς τη δικηγόρο της αγοράστριας αλλοδαπής εταιρίας Ουρανία Νταούλη σχέδιο προσυμφώνου της μεταβίβασης του σκάφους, το οποίο η τελευταία με τη σειρά της το προώθησε προς επεξεργασία και έλεγχο στους Ελβετούς δικηγόρους της δεύτερης εναγόμενης, όπως η εντολέας της, που διατηρεί στην Ελβετία επιχειρηματικά συμφέροντα, επιθυμούσε, προκειμένου άπαντες οι εμπλεκόμενοι νομικοί παραστάτες των αντισυμβαλλομένων μερών, σε συνεργασία, να καταλήξουν σε ένα τελικό κείμενο προσυμφώνου, πλην όμως αυτοί, ελλείψει σχετικής εμπειρίας τους σε αγοραπωλησίες σκαφών αναψυχής, καθυστερούσαν, όπερ επισημάνθηκε και σε σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, που απέστειλε προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Σ.
Σ. στις 15.7.2016 ημέρα Παρασκευή η ανωτέρω Ουρανία Νταούλη, στο οποίο επίσης αναφέρει ότι, όπως πιστεύει, "όλα θα ολοκληρωθούν" τη Δευτέρα, καθησυχάζοντάς τον με την απάντησή της και ενισχύοντας τοιουτοτρόπως τη δικαιολογημένα σχηματισθείσα προσδοκία του περί της άμεσα επικείμενης υπογραφής του προσυμφώνου για τη μεταβίβαση της κυριότητας του σκάφους.
Προς τούτο άλλωστε και μετά την παρέλευση ενός (1) σχεδόν μηνός από τη συνάντηση των μερών στο σκάφος και την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ τους επί των ουσιωδών σημείων της πώλησης, ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Σ. Σ. σε ηλεκτρονικό του μήνυμα, που απέστειλε στις 26.7.2016 στη δεύτερη εναγόμενη, ήτοι σε ανύποπτο χρόνο σε σχέση με την παρούσα αντιδικία, εκφράζει, αφενός μεν την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπό της αναφορικά με την αξιοπιστία της, την ειλικρίνεια των προθέσεών της, και το σεβασμό της στην τήρηση των συμφωνηθέντων, αφετέρου δε την απογοήτευσή του σχετικά με την έκβαση της υπόθεσης, επισημαίνει ότι μετέβη στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μόνο και μόνο για να της παρουσιάσει το σκάφος και να τη συναντήσει, ότι μετά τη θαλάσσια δοκιμή της θαλαμηγού, στην οποία δέχθηκε να προβεί, παρότι είναι μία ενέργεια, που συνήθως λαμβάνει χώρα μετά την υπογραφή του μεταβιβαστικού εγγράφου και την είσπραξη της προκαταβολής, επήλθε συμφωνία τους επί των λεπτομερειών της πώλησης, ότι από πλευράς του προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ευόδωση της συμφωνίας αυτής, αλλά και στις εργασίες στο σκάφος, που προτάθηκαν από το συνεργάτη της Ν.
Λ., προκειμένου να της παραδοθεί σε άριστη κατάσταση, έτοιμο για την επόμενη κρουαζιέρα της, χωρίς μάλιστα να έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό ως προκαταβολή, ότι εξαρχής την ενημέρωσε πως το σκάφος φέρει ελληνική σημαία και διαθέτει διεθνή άδεια ναύλωσης, καθώς και ότι, εφόσον η ίδια επέλεξε να αγορασθεί το σκάφος για να μετατραπεί σε ιδιωτικό σκάφος αναψυχής υπό σημαία Παναμά, με τη σειρά του, και με τη συνδρομή του εξειδικευμένου σε τέτοιες αγοραπωλησίες δικηγόρου του, παρείχε κάθε δυνατή διευκόλυνση, προκειμένου να συντελεσθεί η εν λόγω μετατροπή, σημειώνει την παρεμβολή πολλών προσώπων με διαφορετική άποψη έκαστος επί της συγκεκριμένης συναλλαγής, προφανώς ως αιτία καθυστέρησης της ολοκλήρωσης της διαδικασίας, αλλά και στο μεταξύ τους συμφωνηθέν χρονικό όριο για την παράδοση του σκάφους (έως την 20η Αυγούστου 2016), και τέλος, αφού, αναφέρει ότι ο ίδιος έχει τηρήσει τα συμφωνηθέντα, την προτρέπει να παρέμβει και να υποδείξει στους δικηγόρους της να επιταχύνουν και να επισπεύσουν τη διαδικασία, ώστε, με ευελιξία και πνεύμα συνεργασίας, να καταρτισθεί η σύμβαση.
Σε απάντηση του ανωτέρω μηνύματος η δεύτερη εναγόμενη απέστειλε στο Σ. Σ. το από 26.7.2016 ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο, χωρίς να αντιλέγει επί του περιεχομένου του δικού του μηνύματος, ή να αμφισβητεί τη βασιμότητα των όσων αναφέρονται σ'αυτό, εκφράζει την έκπληξή της για την καθυστέρηση, επικαλείται το πλήθος των συμφωνιών, που έχει συνάψει έως τώρα στη ζωή της, καθώς και την ειλικρίνεια των προθέσεων, που ανέκαθεν τη χαρακτήριζε, τον ευχαριστεί για την κατανόηση, ευελπιστεί ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί σύντομα, και δεσμεύεται ότι από την πλευρά της θα πράξει παν δυνατόν προς την κατεύθυνση αυτή, όπερ σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ενίσχυσε τις προσδοκίες του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ότι η σύμβαση της μεταβίβασης του εν λόγω σκάφους θα καταρτιζόταν οπωσδήποτε και μάλιστα σύντομα.
Αποδείχθηκε επίσης ότι πράγματι στη συνέχεια η δεύτερη εναγόμενη, προφανώς προς επίσπευση των διαδικασιών, έδωσε εντολή και σε έτερο δικηγόρο, περισσότερο εξειδικευμένο σε τέτοιου είδους αγοραπωλησίες, τον Α. Κ. να επιληφθεί της υπόθεσης, ο οποίος με τη σειρά του ήρθε σε επαφή με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας Γεώργιο Γερωνυμάκη, και μάλιστα στις 9.8.2016 απέστειλε μεταξύ άλλων, στην Ουρανία Νταούλη, και στον ανωτέρω Γεώργιο Γερωνυμάκη, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, νέο σχέδιο προσυμφώνου για τη μεταβίβαση του σκάφους, και αφού είχε προηγηθεί στις 3.8.2016 αποστολή, ομοίως διά της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, από τον ίδιο και πάλι έτερου σχεδίου τέτοιου εγγράφου, το οποίο ακολούθως του απεστάλη, επίσης με τον αυτό τρόπο, κατόπιν της προσθήκης παρατηρήσεων επί συγκεκριμένων όρων του, που επέφερε στο κείμενο ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Σ.
Σ. Και ενώ μετά την 16η.8.2016 και την επιστροφή του δικηγόρου των εναγομένων Α. Κ. από τις θερινές του διακοπές, κατά τη διάρκεια των οποίων εξακολουθούσαν οι επαφές, μέσω ανταλλαγής μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, μεταξύ αυτού και του δικηγόρου της ενάγουσας, Γ. Γ., προκειμένου να οριστικοποιηθεί το περιεχόμενο του μεταβιβαστικού εγγράφου, και αφού οι ανωτέρω νομικοί παραστάτες των μερών είχαν ήδη καταλήξει σε τηλεφωνική τους επικοινωνία στο τελικό κείμενο της συμφωνίας, προηγηθείσης στις 15.8.2018 της αποστολής από το Γεώργιο Γερωνυμάκη στον Α.
Κ. σχεδίου προσυμφώνου της πώλησης με παρατηρήσεις επί των όρων του από την πλευρά της ενάγουσας, και εύλογα αναμενόταν από την τελευταία η υπογραφή του συμφωνητικού, μετά την έγκρισή του και από τους Ελβετούς δικηγόρους της δεύτερης εναγομένης, ώστε να καταβληθεί αρχικά η προκαταβολή και ακολούθως και το υπόλοιπο ποσό του συνομολογηθέντος τιμήματος, αλλά και προκειμένου, κατά τα συμφωνηθέντα, να πραγματοποιηθεί η προγραμματισμένη παράδοση του σκάφους στη δεύτερη εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20-22 Αυγούστου, όπως είχε η ίδια ζητήσει, για να είναι έτοιμο με το πλήρωμά του για την κρουαζιέρα, που επιθυμούσε να πραγματοποιήσει με αυτό στο Ιόνιο στις αρχές του επομένου μηνός (βλ.
σχετ. περί των ανωτέρω το από 8.10.2016 επίσης αποσταλέν σε ανύποπτο χρόνο σε σχέση με την παρούσα αντιδικία μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας Σ. Σ. προς τη δικηγόρο των εναγομένων Ουρανία Νταούλη), η δεύτερη εναγόμενη στις 22.8.2016, όπως γίνεται δεκτό σε σχέση με την προαναφερθείσα ημερομηνία στο αγωγικό δικόγραφο, προφορικά γνωστοποίησε στην ενάγουσα, δια της χορήγησης σχετικής εντολής προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α.
Κ., επικαλούμενη τη ψυχική αναστάτωση, που της προκάλεσε η εμπλοκή του σκάφους της πρώτης εναγομένης "DUENDE II", που κατά την επιτευχθείσα στις 30.6.2016 προφορική συμφωνία των μερών θα επωλείτο στην ενάγουσα, και το τίμημα της πώλησης αυτής, το οποίο συμφωνήθηκε στο ποσό των 300.000 ευρώ, ισόποσο της αξίας του ως άνω σκάφους, θα συμψηφιζόταν με αντίστοιχο μέρος του τιμήματος της πώλησης του σκάφους της ενάγουσας στην πρώτη εναγόμενη, σε σοβαρό θαλάσσιο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στις 16.8.2016 στην Αίγινα, με πλοίαρχο του σκάφους το στενό της φίλο και συνεργάτη Θ.
Λ., και εξαιτίας του οποίου τέσσερις (4) άνθρωποι τραυματίσθηκαν θανάσιμα, ενώ διατάχθηκε και η προσωρινή κράτηση του ανωτέρω χειριστή του, και δη για λόγους, που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια, χωρίς την επίκληση δηλαδή λόγων, που να ανάγονται στο ασύμφορο της συμφωνίας για την πρώτη εναγόμενη, την οποία εκπροσωπούσε, ή σε μη τήρηση των ήδη μεταξύ τους συμφωνηθέντων επί των βασικών σημείων της πώλησης από την ενάγουσα.
Ο περιεχόμενος στην αγωγή ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η δεύτερη εναγόμενη το μήνα Οκτώβριο του έτους 2016 της ανακοίνωσε οριστικά, και πάλι προφορικά, ότι η σύμβαση δεν πρόκειται να καταρτισθεί, ενώ στο μεσοδιάστημα ζητούσε πίστωση χρόνου από τους εκπροσώπους της, προκειμένου να αναρρώσει από το ψυχολογικό σοκ, που είχε υποστεί από το ως άνω θαλάσσιο ατύχημα, όπερ έγινε αποδεκτό απ' αυτούς, ούτως ώστε να ολοκληρωθεί τελικά η μεταξύ τους συναλλαγή, δεν ευσταθεί, μάλιστα αναιρείται από το προσκομιζόμενο από 27 Αυγούστου 2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Σ.
Σ. προς τη δεύτερη εναγόμενη, στο οποίο εκφράζει την έκπληξή του καθώς, όπως επί λέξει αναφέρει "χθες έμαθα ότι αποφασίσατε την τελευταία στιγμή να ακυρώσετε την πώληση", αλλά και από τα επίσης προσκομιζόμενα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του ανωτέρω Σ. Σ. και της έτερης νόμιμης εκπροσώπου της ενάγουσας Κ.
Σ. προς τη δεύτερη εναγόμενη και τη δικηγόρο της Ουρανία Νταούλη, που επακολούθησαν, εκ των οποίων σαφώς και πέραν πάσης αμφοβολίας, συνάγεται ότι η δεύτερη εναγόμενη μετά την 22η.8.2016 ουδέποτε μετέβαλε άποψη επί του θέματος της πώλησης, ή επέδειξε διαλλακτικότητα, και έθεσε υπό περαιτέρω συζήτηση την ήδη ανακοινωθείσα απόφασή της να ματαιώσει τη σύναψη της σύμβασης, αλλά ήταν οι ως άνω νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας αυτοί, που επιχείρησαν επίμονα και επανειλημμένα, μεταξύ των μηνών Αυγούστου και Οκτωβρίου του έτους 2016, χωρίς αποτέλεσμα, να την μεταπείσουν, επικαλούμενοι την οικονομική ζημία, που προκάλεσε στην ενάγουσα η εν λόγω ματαίωση, προτείνοντας εναλλακτικές λύσεις για τον περιορισμό της ζημίας, ενώ η ίδια δεν ανταποκρίνεται στις συνεχείς εκκλήσεις τους, εμμένει στην απόφασή της, επισημαίνει το ανωτέρω από 27.8.2016 αποσταλέν μήνυμα του εξ αυτών Σ.
Σ., εκ του οποίου εξάγει το συμπέρασμα ότι η ειλημμένη απόφασή της έχει καταστεί γνωστή στην ενάγουσα ήδη από τότε, δηλώνει ότι ουδέν έχει να προσθέσει περαιτέρω, και τους παραπέμπει εφεξής στους πληρεξούσιους δικηγόρους της πρώτης εναγομένης, αρνούμενη, επιπροσθέτως, την όποια ευθύνη της για την έκβαση της υπόθεσης.
Κατ'ακολουθίαν, η παραδοχή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η απόφαση της ματαίωσης της κατάρτισης της σύμβασης λήφθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη οριστικά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2016, ενώ στο διάστημα μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου συνεχίζονταν οι μεταξύ τους συζητήσεις για την εξεύρεση λύσης, είναι απόρροια εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων από το ανωτέρω Δικαστήριο.
Ούτε όμως ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι μέχρι και τις 22.8.2016 δεν είχε επέλθει προφορική συμφωνία μεταξύ των αντισυμβαλλομένων μερών επί των ουσιωδών σημείων της πώλησης, αλλά συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις τους, προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία, διότι υφίσταντο πλείστες όσες νομικές εκκρεμότητες προς διευθέτηση, που αφορούσαν, κυρίως στην ανακύψασα υποχρέωση καταβολής το πρώτον του αναλογούντος Φ.Π.Α., από την οποία είχε απαλλαγεί η ενάγουσα όταν αγόρασε το σκάφος λόγω της χρήσης του ως επαγγελματικού, χορηγηθείσης μάλιστα τότε σ' αυτό σχετικής αδείας, ενόψει της εξαρχής δηλωθείσας πρόθεσης της δεύτερης εναγομένης περί αλλαγής της χρήσης του και μετατροπής του από επαγγελματικό σε ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, όπερ θα συνεπαγόταν την επιβάρυνση της πρώτης εναγομένης ως αγοράστριάς του με την καταβολή υψηλού φόρου, που υπερέβαινε τις 600.000 ευρώ, αποδεικνύεται βάσιμος, όπως συνάγεται σαφώς εκ του ήδη αναφερθέντος περιεχομένου των προσκομιζομένων μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, που αντηλλάγησαν μεταξύ των μερών καθόλο το επίμαχο χρονικό διάστημα.
Ούτε βέβαια, όπως επίσης αποδείχθηκε, η κατάρτιση της σύμβασης ματαιώθηκε διότι τα μέρη διαφωνούσαν επί των ειδικότερων όρων της σύμβασης, που θα περιέχονταν στο τελικό κείμενο του προσυμφώνου ή του συμφωνητικού της πώλησης, ή διότι διαπιστώθηκε οποιοδήποτε ελάττωμα του σκάφους (νομικό ή πραγματικό), που εμπόδιζε τη σύναψη της πώλησης, ή διότι η αγοράστρια θα υποχρεωνόταν να καταβάλει υπέρογκο ποσό Φ.Π.Α., όπερ καθιστούσε την αγορά του σκάφους ασύμφορη, αφού τέτοιος φόρος τελικά δεν οφείλετο [βλ.
σχετικώς το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 έγγραφο του Α'Τελωνείου Εισαγωγής & Εφοδίων Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο το εν λόγω σκάφος δεν οφείλει Φ.Π.Α., κατ' άρθρο 8 του ν. 1567/1985, καθώς έχει οριστικοποιηθεί ατέλειά του, αφού παρήλθε δεκαετία από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η ατελής παράδοσή του, που φέρει μεν ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής, κατά την οποία η δεύτερη εναγόμενη, ενεργήσασα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, ανακοίνωσε στην ενάγουσα την απόφασή της να μην καταρτισθεί τελικά η σύμβαση αγοράς του σκάφους (στις 22.8.2016, όπως έγινε δεκτό κατά τα προεκτεθέντα), αλλά προφανώς θα χορηγείτο με ακριβώς το αυτό περιεχόμενο και σε προγενέστερο χρόνο, εφόσον εζητείτο, και δη κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2016 έως 22.8.2016, κατά το οποίο εύλογα αναμενόταν από την ενάγουσα η κατάρτιση της σύμβασης, καθώς και κατά το διάστημα αυτό συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ατέλειας του σκάφους, της παρέλευσης δεκαετίας από την ατελή παράδοσή του, λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη του ότι, σύμφωνα με το ως άνω έγγραφο, το σκάφος αυτό νηολογήθηκε στα νηολόγια του Πειραιά και έλαβε άδεια επαγγελματικού σκάφους αναψυχής το έτος 2002, και δε συνέτρεξαν μεταγενέστερα].
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η κατάρτιση της σύμβασης ματαιώθηκε, χωρίς ουδεμία υπαιτιότητα της ενάγουσας, και χωρίς την προβολή από τη δεύτερη εναγόμενη λόγων, που αφορούσαν στο ασύμφορο της πώλησης, ή στη μη τήρηση στο μεσοδιάστημα από την ενάγουσα των προφορικώς μεταξύ τους συμφωνηθέντων, αλλά με την επίκληση αποκλειστικά προσωπικών λόγων της δεύτερης εναγομένης, συνισταμένων στη βεβαρημένη ψυχική κατάσταση, στην οποία αυτή περιήλθε λόγω της εμπλοκής του σκάφους της πρώτης εναγομένης σε θαλάσσιο θανατηφόρο ατύχημα, με χειριστή πρόσωπο του στενού φιλικού της (της δεύτερης εναγομένης) περιβάλλοντος, κατά τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, καθόλο το χρονικό διάστημα από 30.6.2016 έως και 22.8.2016, ενίσχυε, είτε η ίδια προσωπικά, είτε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ουρανίας Νταούλη, στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπό της, παρουσιάζοντας εαυτόν ως πρόσωπο αξιόπιστο, που σέβεται τα συμφωνηθέντα, αλλά και την πεποίθηση ότι όλα έβαιναν ομαλώς και η σύμβαση θα καταρτιζόταν άμεσα επί τη βάσει της προφορικά επιτευχθείσας συμφωνίας τους της 30ης.6.2016, καθώς ουδέποτε εξέφρασε δυσαρέσκεια, ή ενδοιασμούς, δισταγμούς ή αμφιβολίες επί της πορείας της υπόθεσης, ή αντίρρηση για οποιαδήποτε όρο της συμφωνίας τους αυτής, που να τον προβληματίσει ή να τον υποψιάσει περί του αντιθέτου, αντίθετα καθησύχαζε τους εκ της καθυστέρησης δικαιολογημένα προκληθέντες φόβους του, έχοντας ενημερωθεί μάλιστα προηγουμένως απ' αυτόν ότι το σκάφος δε διατίθετο προς ναύλωση, ως θα συνέβαινε υπό άλλας συνθήκας, αφού επρόκειτο περί επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, με αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων για την ενάγουσα, που υπαγορεύθηκε από την άμεσα επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης, καθώς και ότι είχαν εκτελεσθεί στο σκάφος οι εργασίες, που ο στενός της συνεργάτης Ν.
Λ. ζήτησε να διενεργηθούν, προκειμένου άμα τη παραδώσει του να είναι καθόλα αξιόπλοο προς χρήση του από την ίδια, με αποτέλεσμα να του δημιουργήσει με την προηγηθείσα συμπεριφορά της, που αναλυτικά προεκτέθηκε, βάσιμες και εύλογες προσδοκίες ότι η σύμβαση θα συναφθεί με τους συμφωνημένους όρους και συνθήκες, έως τις 22.8.2016, όταν και μετέγνωσε και με την επίκληση/πρόφαση προσωπικών - ψυχολογικών λόγων δήλωσε ότι η σύναψη της σύμβασης ματαιώνεται.
Η ανωτέρω αδικαιολόγητη ματαίωση της σύναψης της σύμβασης της πώλησης από πλευράς της δεύτερης εναγόμενης, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της πρώτης εξ αυτών, όπως προεκτέθηκε, συνιστά, και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, συμπεριφορά μη συνάδουσα με αυτήν του μέσου συνετού συναλασσομένου, και αντισυναλλακτική, δηλαδή αντίθετη στις επιβαλλόμενες από την πίστη και τα χρηστά ήθη υποχρεώσεις, εφόσον, αφενός μεν είχε επέλθει συμφωνία με την ενάγουσα επί όλων των ουσιωδών, αφορώντων τη σύμβαση, σημείων και δεν υπολειπόταν ει μη μόνον η περιβολή του νόμιμου τύπου, διά της σύνταξης προσυμφώνου ή του μεταβιβαστικού της κυριότητας του σκάφους εγγράφου, αφετέρου δε υπήρχαν σαφείς διαβεβαιώσεις της, πλειστάκις δοθείσες προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ο οποίος εύλογα ανέμενε, κατόπιν τούτου, ότι η σκοπούμενη σύμβαση οπωσδήποτε θα καταρτιζόταν, με αποτέλεσμα να συντρέχουν εν προκειμένω ως προς αμφότερες τις εναγόμενες, οι προϋποθέσεις για την προσυμβατική ευθύνη τους (από τις διαπραγματεύσεις), των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, όπως αυτές ειδικότερα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, και εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Ειδικότερα, η πρώτη εξ αυτών, αλλοδαπή εταιρία, ευθύνεται σε κάθε περίπτωση υπό την ιδιότητα της αντιπροσωπευομένης, καθώς η δεύτερη εξ αυτών ενήργησε για λογαριασμό της, ως αντιπρόσωπός της, ούσα μοναδική της μέτοχος και ουσιαστικά αυτή, που ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διοίκησή της και ελάμβανε τις σημαντικές αποφάσεις, που αφορούσαν, όπως σαφώς καν πέραν πάσης αμφιβολίας συνάγεται, από τα προσκομιζόμενα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, που αντηλλάγησαν μεταξύ των μερών κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, κατά τα προεκτεθέντα, πλην όμως ευθύνεται προσωπικά, και δη εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, και η ίδια η δεύτερη εναγόμενη, η οποία παρεμβλήθηκε κυριαρχικά στην υπόθεση, έχοντας προσωπική βασική επιρροή σ' αυτήν διότι, αφενός μεν προσδοκούσε άμεσο οικονομικό όφελος από την αγοραπωλησία, και, επομένως, διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις και προς ίδιον συμφέρον, αφετέρου δε ήταν αυτή που προκάλεσε και αποδέχθηκε την εμπιστοσύνη του έτερου μέρους στο πρόσωπό της, η διάψευση της οποίας αποτελεί σε τελευταία ανάλυση το λόγο της καθιέρωσης στο νόμο της προσυμβατικής ευθύνης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας για τη θεμελίωση και της προσωπικής ευθύνης του τρίτου αντιπροσώπου κατά την τυχόν σύναψη της υπό διαπραγμάτευση σύμβασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τις αυτές παραδοχές, δέχθηκε επίσης ότι η δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται και ατομικά, βάσει των διατάξεων περί προσυμβατικής ευθύνης, ορθά τις σχετικές διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, χωρίς να απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της η επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο και η απόδειξη της συνδρομής εν προκειμένω των προϋποθέσεων για την άρση της αυτοτέλειας της πρώτης εναγομένης ως νομικού προσώπου, όπως, επίσης ορθά, κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από τις εκκαλούσες με το δεύτερο λόγο εκάστης των ένδικων εφέσεων απορριπτομένων ως αβασίμων.
Επομένως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αμφότερες οι εναγόμενες ενέχονται, αλληλεγύως και εις ολόκληρον, σε αποζημίωση της ενάγουσας, ήτοι σε αποκατάσταση/ανόρθωση της περιουσιακής ζημίας, που υπέστη. Ως τέτοια δε νοείται το αρνητικό της σύμβασης διαφέρον, ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλαδή η θετική και αποθετική ζημία της, η οποία τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών χρηστών ηθών συμπεριφορά του άλλου μέρους, που ματαίωσε την πώληση, και προκλήθηκε σ' αυτήν διότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της καλοπίστως και δικαιολογημένα πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτιση της σύμβασης, και την οποία (ζημία) θα είχε αποφύγει εάν αυτός εξαρχής τηρούσε αρνητική στάση, δηλαδή περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, που προήλθε από τη διάψευση της εμπιστοσύνης του στη σύναψη της πώλησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ζημία της ενάγουσας συνίσταται συγκεκριμένα στα έσοδα εκ της ναύλωσης του σκάφους της, που θα αποκέρδαινε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν εκναύλωνε το εν λόγω σκάφος κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2016 έως και τις 22.8.2016, όταν και της γνωστοποιήθηκε η απόφαση της δεύτερης εναγομένης να ματαιώσει την κατάρτιση της σύμβασης, και απώλεσε, διότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της, δικαιολογημένα πιστεύσας ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί οπωσδήποτε, εφόσον είχε ήδη επέλθει ήδη από τις 30.6.2016 κατά τη συνάντηση των μερών επί του σκάφους προφορική συμφωνία επί όλων των ουσιωδών σημείων της πώλησης και απέμενε μόνον η σύνταξη του τελικού κειμένου και η υπογραφή του οικείου μεταβιβαστικού εγγράφου, αλλά και λόγω των περί αυτού παρασχεθεισών διαβεβαιώσεων του άλλου μέρους, δεσμεύθηκε ενώπιον όλων κατά τη ίδια ως άνω συνάντηση ότι από την πλευρά του δε θα διάθετε το σκάφος προς ναύλωση, όπερ θα συνέβαινε υπό άλλας συνθήκες, εφόσον πρόκειται περί επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, και ότι θα ακυρώσει ήδη προγραμματισθείσες ναυλώσεις του, προκειμένου να διατηρηθεί στην αυτή κατάσταση, στην οποία βρισκόταν όταν ελέγχθηκε και επιθεωρήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη και τους συνεργάτες της, και βρέθηκε της απολύτου αρεσκείας τους, και να μην εκτεθεί στο μεσοδιάστημα, μέχρι τη σύναψη της πώλησης, σε θαλάσσιους κινδύνους, χωρίς αντίρρηση από την άλλη πλευρά, καθώς κατά τη συμφωνία τους η μεταβίβαση επρόκειτο να λάβει χώρα όχι εν ευθέτω χρόνω στο μέλλον, που θα προσδιοριζόταν στη συνέχεια, αλλά άμεσα, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20-22 Αυγούστου, αλλά και προκειμένου να διενεργηθούν σ' αυτό οι εργασίες, που ζητήθηκε από το συνεργάτη της δεύτερης εναγομένης Ν.
Λ. - επίσης παρόντα στη συνάντηση - να εκτελεσθούν προ της συμφωνηθείσας ημερομηνίας παράδοσής του, και, συνεπώς επρόκειτο περί απόφασης που υπαγορευόταν από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, και επιπροσθέτως επιβαλλόταν και από τις περιστάσεις, προκειμένου η ενάγουσα να τηρήσει την υποχρέωσή της να παραδώσει το σκάφος αξιόπλοο και στην επιθυμητή από την εκπρόσωπο της αγοράστριας, που στην τελική ανάλυση θα το χρησιμοποιούσε, κατάσταση, και όχι περί ίδιας επιχειρηματικής απόφασης με το όποιο ρίσκο απώλειας εσόδων αυτό συνεπαγόταν, ουδόλως, επομένως, συνιστά οικείο πταίσμα της ενάγουσας (άρθρο 300 του ΑΚ) στην πρόκληση της ζημίας της, όπως επίσης έγινε ορθά δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των αιτιάσεων των εναγόμενων, που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αμφοτέρων των κρινόμενων εφέσεών τους, σύμφωνα με τις οποίες το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι το συγκεκριμένο κονδύλιο εμπίπτει στην έννοια της αποκαταστατέας ζημίας της ενάγουσας με βάση τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, διότι, όπως διατείνονται, δε συνδέεται αιτιωδώς με την κριθείσα ως αντισυναλλακτική συμπεριφορά τους, και σε κάθε περίπτωση απέρριψε την περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας προβληθείσα ένστασή τους στην επέλευση της ζημίας της, απορριπτομένων ως αβασίμων.
Σημειωτέον ότι το κονδύλιο αυτό είναι το μόνο εκ των αγωγικών κονδυλίων, που μεταβιβάζεται με την άσκηση των κρινόμενων εφέσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, διότι ως προς αυτό και μόνον έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη με την εκκαλουμένη απόφαση, που προσβάλλεται με τα ασκηθέντα κατ' αυτής ως άνω ένδικα μέσα, ενώ όλα τα υπόλοιπα κονδύλια απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο....Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι ως τέτοια ζημία της ενάγουσας, την οποία υποχρεούνται να αποκαταστήσουν οι εναγόμενες λόγω της προσυμβατικής τους ευθύνης, νοούνται τα απολεσθέντα ποσά των ναύλων του σκάφους, που η ενάγουσα θα απεκόμιζε διαφορετικά, εάν δεν είχε πιστεύσει ότι η σύμβαση οπωσδήποτε θα καταρτιζόταν, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1.7.2016 έως 22.8.2016, όταν της γνωστοποιήθηκε από το άλλο μέρος η ματαίωση της σύναψης της πώλησης, και όχι μέχρι το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2016, όπως ζητείται με την αγωγή, ή μέχρι το τέλος του μηνός Αυγούστου του ιδίου έτους, όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, διότι έκτοτε (μετά την 22η.8.2016), γνωρίζοντας ότι η σύμβαση δεν θα καταρτιζόταν, θα μπορούσε να προβεί στην εκναύλωσή του, και, εφόσον δεν το έπραξε, συνέβαλε με δική της υπαιτιότητα στο ύψος της ζημίας της, διότι υπαιτίως παρέλειψε να την περιορίσει.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα θα εκναύλωνε το σκάφος της κατά το χρονικό διάστημα από 20/7 έως 10/8 του έτους 2016 στον R. S., Αραβικής υπηκοότητας, σταθερό πελάτη της επί σειρά ετών, ο οποίος το ναύλωνε σχεδόν κάθε χρόνο για τις διακοπές του, αντί του ποσού των 6.000 ευρώ ημερησίως (βλ. σχετ. επί της κρίσης αυτής του παρόντος Δικαστηρίου το από 14.7.2016 απαντητικό προς αυτόν μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Σ.
Σ., που τον ενημερώνει περί της άμεσα επικείμενης πώλησης του σκάφους στο τέλος της επόμενης εβδομάδας, και, συνεπώς, περί της μη διαθεσιμότητάς του προς ναύλωση, επίσης συνταγέντος και αποσταλέντος σε ανύποπτο χρόνο, εκ του οποίου επιρρωνύεται έτι περαιτέρω η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί σχηματισμού βάσιμης πεποίθησης σ' αυτόν αναφορικά με τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Ι.
Δ. που καταθέτει περί τούτου, αλλά και περί του ύψους του ημερησίου ναύλου του σκάφους, με αποτέλεσμα λόγω της αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων να απολέσει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ (6.000 ευρώ X 20 ημέρες), το οποίο θα απεκόμιζε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν ο νόμιμος εκπρόσωπός της δεν είχε βάσιμα πιστεύσει ότι η σύμβαση της πώλησης θα καταρτιζόταν οπωσδήποτε και είχε ακυρώσει τη συγκεκριμένη προγραμματισμένη ναύλωση, και το οποίο οφείλουν να της καταβάλουν οι εναγόμενες, εκάστη εξ αυτών εις ολόκληρον, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι για το επίμαχο διάστημα είχαν προγραμματισθεί και έτερες ναυλώσεις του σκάφους για περισσότερες ημέρες, που ακυρώθηκαν ενόψει της επικείμενης πώλησής του, ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα σε βαθμό σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης από τα λοιπά προσκομιζόμενα από την ενάγουσα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, με βάση τα οποία η ανωτέρω υπολογίζει στην αγωγή της το αιτούμενο για το κονδύλιο αυτό ποσό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ζημία, που υπέστη η ενάγουσα, λόγω υπαίτιας παραβίασης από τις εναγόμενες κατά το προσυμβατικό στάδιο της επίμαχης πώλησης των επιβαλλομένων από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη υποχρεώσεών τους, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενες με το αντίστοιχο σκέλος του τρίτου λόγου αμφοτέρων των εφέσεών τους.
Πρέπει, συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες εφέσεις και κατ' ουσίαν, και, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που πλήττεται με αυτές, και κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η υπόθεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, κατά το αγωγικό αίτημα, να καταβάλουν στην ενάγουσα, εκάστη εις ολόκληρον, το ποσό των 120.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση (το κεφάλαιο της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης, που αφορά στους τόκους του με αυτήν επιδικασθέντος χρηματικού ποσού δεν πλήττεται με τις ένδικες εφέσεις)...".
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Συγκεκριμένα, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες, ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, α) ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται (και αυτή) από τις διαπραγματεύσεις υπό την ιδιότητά της, όμως, ως αντιπροσωπευόμενη και μόνον από την δεύτερη εναγομένη (μη ούσα διάδικο στην προκειμένη δίκη), η οποία ενήργησε υπαίτια για λογαριασμό της (αναιρεσείουσας), ούσα μοναδική μέτοχος, ουσιαστικά ασκούσα εν τοις πράγμασι τη διοίκηση της εναγομένης εταιρείας και λαμβάνουσα τις σημαντικές αποφάσεις, καθόσον την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, αν χρησιμοποιήθηκε αντιπρόσωπος, όπως εν προκειμένω, φέρει κατ' αρχήν ο αντιπροσωπευόμενος, ήτοι η αναιρεσείουσα, για την ευθύνη της οποίας αρκεί υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης, νομίμου εκπροσώπου της, όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά και με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη και β) ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την προσυμβατική ευθύνη των εναγομένων από τις διαπραγματεύσεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, καθόσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά και συνθήκες από τις οποίες προέκυψε υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης για τη ματαίωση της σύμβασης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα ότι η κατάρτιση της σύμβασης ματαιώθηκε χωρίς ουδεμία υπαιτιότητα της ενάγουσας και χωρίς την προβολή από τη δεύτερη εναγομένη λόγων που αφορούσαν στο ασύμφορο της πώλησης ή στη μη τήρηση στο μεσοδιάστημα από την ενάγουσα των προφορικώς μεταξύ τους συμφωνηθέντων και ως εκ τούτου ήταν αδικαιολόγητη, ήτοι αντίθετη στις επιβαλλόμενες από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη υποχρεώσεις, επειδή αφενός μεν είχε επέλθει συμφωνία με την αναιρεσίβλητη επί όλων των ουσιωδών, αφορώντων τη σύμβαση, σημείων και δεν υπολειπόταν ει μη μόνον η περιβολή του νόμιμου τύπου, δια της σύνταξης προσυμφώνου ή του μεταβιβαστικού συμβολαίου (και όχι όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περί μη πλήρους συμφωνίας για το περιεχόμενο της σύμβασης) αφετέρου δε επειδή υπήρχαν σαφείς διαβεβαιώσεις της δεύτερης εναγομένης, πλειστάκις δοθείσες προς το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος εύλογα ανέμενε, κατόπιν τούτου, ότι η σκοπούμενη σύμβαση οπωσδήποτε θα καταρτιζόταν.
Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε επιτευχθεί πλήρης συμφωνία ως προς τους συμβατικούς όρους και συγκεκριμένα ότι δεν είχε διευθετηθεί οριστικά το ζήτημα αν η ίδια θα καλούνταν να καταβάλει υψηλότατο φόρο (ΦΠΑ) για την μετατροπή του σκάφους από επαγγελματικό σε ιδιωτικό και ως εκ τούτου ήταν δικαιολογημένη η ματαίωση της σύναψης της σύμβασης και συνακόλουθα η έλλειψη οποιασδήποτε ευθύνης της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τον ισχυρισμό αυτό, που προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση τον απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, δεχόμενη ότι "...τέτοιος φόρος τελικά δεν οφείλονταν, σύμφωνα με το υπ' αριθ.
πρωτ. ....2016 έγγραφο του Α' Τελωνείου Εισαγωγής & Εφοδίων Πειραιά, κατ' άρθρο 8 του ν. 1567/1985, καθώς είχε οριστικοποιηθεί η ατέλειά του, αφού παρήλθε δεκαετία από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η ατελής παράδοσή του, που φέρει μεν ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής, κατά την οποία η δεύτερη εναγομένη, ενεργήσασα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, ανακοίνωσε στην ενάγουσα την απόφασή της να μην καταρτισθεί τελικά η σύμβαση αγοράς του σκάφους (στις 22.8.2016...), αλλά προφανώς θα χορηγείτο με ακριβώς το αυτό περιεχόμενο και σε προγενέστερο χρόνο, εφόσον εζητείτο, και δη κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2016 έως 22.8.2016, κατά το οποίο εύλογα αναμενόταν από την ενάγουσα η κατάρτιση της σύμβασης, καθώς και κατά το διάστημα αυτό συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ατέλειας του σκάφους, της παρέλευσης δεκαετίας από την ατελή παράδοσή του, λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη του ότι, σύμφωνα με το ως άνω έγγραφο, το σκάφος αυτό νηολογήθηκε στα νηολόγια του Πειραιά και έλαβε άδεια επαγγελματικού σκάφους αναψυχής το έτος 2002, και δεν συνέτρεξαν μεταγενέστερα" (βλ.
φύλλο 25ο/1,2 της προσβαλλόμενης απόφασης) και γ) ότι η αποκαταστατέα ζημία της αναιρεσίβλητης ανέρχεται σε 120.000 (6.000 ευρώ Χ 20 ημέρες), που αφορά στο ποσόν που απώλεσε αυτή από τη μη ναύλωση του σκάφους της κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 έως 22.8.2016, το οποίο θα αποκόμιζε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν ο νόμιμος εκπρόσωπός της δεν είχε βάσιμα πιστέψει ότι η σύμβαση της πώλησης θα καταρτιζόταν οπωσδήποτε και είχε ακυρώσει τη συγκεκριμένη προγραμματισμένη ναύλωση".
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 198 ΑΚ, δεχόμενη ότι η απώλεια εσόδων ύψους 120.000 ευρώ λόγω της μη ναύλωσής του προς πώληση σκάφους σε τρίτους κατά το χρονικό διάστημα Ιουλίου - Αυγούστου 2016 συνιστά αποκαταστατέα ζημία της ενάγουσας, αιτιωδώς συνδεόμενη με τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 198 ΑΚ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η μη ναύλωση του σκάφους δεν ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς που επέδειξε η ίδια, δια των νομίμων εκπροσώπων της, ούτε μετά από αίτημά τους, αλλά έγινε με ευθύνη και πρωτοβουλία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Σ. Σ., ως μέτρο πρόνοιας εκ μέρους της και εντάσσεται στη γενική φροντίδα και κίνδυνο που αυτή ανέλαβε κατά τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις με απώτερο σκοπό να οδηγηθούν σε τελείωση και να διασφαλίσει στην περίπτωση αυτή την καλή εκπλήρωση και έτσι τα συμφέροντά της και ως εκ τούτου η ζημία της δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της νομίμου εκπροσώπου της.
Επιπρόσθετα, η αναιρεσείουσα διαλαμβάνει ότι δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη της το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί της δεν εξέφρασαν αντίρρηση για την μη ναύλωση του σκάφους, αφού κατά το χρόνο εκείνο είχε κάθε λόγο να προσδοκά ότι οι διαπραγματεύσεις θα εξελιχθούν ομαλά και θα επιτευχθεί συμφωνία και ουδέποτε επέδειξε αντισυναλλακτική συμπεριφορά.
Επικουρικά δε, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι με αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην παραπάνω κρίση της.
Αναφορικά με τις αιτιάσεις του τρίτου λόγου αναίρεσης, λεκτέα τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ή πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 22/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 192/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της μη ναύλωσης του σκάφους από την αναιρεσίβλητη και την επακόλουθη ζημία της μετά την αδικαιολόγητη ματαίωση της σύναψης της σύμβασης, διέλαβε επάλληλες αιτιολογίες και συγκεκριμένα δέχθηκε αφενός μεν ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, δικαιολογημένα πιστεύσας ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί οπωσδήποτε, εφόσον είχε ήδη επέλθει από τις 30.6.2016 κατά τη συνάντηση των μερών επί του σκάφους προφορική συμφωνία επί όλων των ουσιωδών σημείων της πώλησης και απέμενε μόνον η σύνταξη του τελικού κειμένου και η υπογραφή του οικείου μεταβιβαστικού εγγράφου, αλλά και λόγω των περί αυτού παρασχεθεισών διαβεβαιώσεων του άλλου μέρους, δεσμεύθηκε ενώπιον όλων κατά την ίδια ως άνω συνάντηση ότι από την πλευρά του δε θα διάθετε το σκάφος προς ναύλωση, όπερ θα συνέβαινε υπό άλλας συνθήκες, εφόσον πρόκειται περί επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, και ότι θα ακυρώσει ήδη προγραμματισθείσες ναυλώσεις του, προκειμένου να διατηρηθεί στην αυτή κατάσταση, στην οποία βρισκόταν όταν ελέγχθηκε και επιθεωρήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη και τους συνεργάτες της, και βρέθηκε της απολύτου αρεσκείας τους, και να μην εκτεθεί στο μεσοδιάστημα, μέχρι τη σύναψη της πώλησης, σε θαλάσσιους κινδύνους, χωρίς αντίρρηση από την άλλη πλευρά, καθώς κατά τη συμφωνία τους η μεταβίβαση επρόκειτο να λάβει χώρα όχι εν ευθέτω χρόνω στο μέλλον, που θα προσδιοριζόταν στη συνέχεια, αλλά άμεσα, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20-22 Αυγούστου, αφετέρου δε προκειμένου να διενεργηθούν σ' αυτό οι εργασίες, που ζητήθηκαν από το συνεργάτη της δεύτερης εναγομένης Ν.
Λ. - επίσης παρόντα στη συνάντηση - και μάλιστα να εκτελεσθούν προ της συμφωνηθείσας ημερομηνίας παράδοσής του, και, συνεπώς επρόκειτο περί απόφασης που υπαγορευόταν από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, και επιπροσθέτως επιβαλλόταν και από τις περιστάσεις, προκειμένου η ενάγουσα να τηρήσει την υποχρέωσή της να παραδώσει το σκάφος αξιόπλοο και στην επιθυμητή από την εκπρόσωπο της αγοράστριας, που στην τελική ανάλυση θα το χρησιμοποιούσε, κατάσταση, και όχι περί ίδιας επιχειρηματικής απόφασης με το όποιο ρίσκο απώλειας εσόδων αυτό συνεπαγόταν, ώστε να συνιστά οικείο πταίσμα της ενάγουσας (άρθρο 300 του ΑΚ) στην πρόκληση της ζημίας της.
Επομένως, η δεύτερη ως άνω επάλληλη αιτιολογία (ότι δηλαδή η μη ναύλωση του σκάφους οφείλεται και στο γεγονός ότι έπρεπε να διενεργηθούν στο σκάφος οι εργασίες που ζητήθηκαν από το συνεργάτη της δεύτερης εναγομένης Ν. Λ. και μάλιστα να εκτελεσθούν πριν τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσής του), που στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της εφετειακής απόφασης, δεν επλήγη κατά τα ανωτέρω και συνεπώς οι αποδιδόμενες με τον παρόντα λόγο της αίτησης αναίρεσης πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλονται αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον, αφού δεν επιδρούν τελικώς στο διατακτικό της, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας.
Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης. Στα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ερμήνευσε ότι το συγκεκριμένο κονδύλιο των 120.000 ευρώ εμπίπτει στην έννοια της αποκαταστατέας ζημίας της ενάγουσας και συνδέεται αιτιωδώς με την αντισυναλλακτική συμπεριφορά των εναγομένων, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
IV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν οι ουσιαστικές παραδοχές αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 132/2021, ΑΠ 945/2019).
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, εάν οι ελλείψεις και αντιφάσεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους και στην αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 945/2019), γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, οπότε ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1022/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 529/2019).
Κρίσιμο, δηλαδή, είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 153/2022, ΑΠ 1547/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις κρίσιμες εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 197 και 198, δεχόμενη εσφαλμένα και με ελλιπείς, ανεπαρκείς και ενίοτε αντιφατικές αιτιολογίες ότι συντρέχουν οι κρίσιμες προϋποθέσεις του παρανόμου και της υπαιτιότητας για την θεμελίωση της ευθύνης της με βάση τις παραπάνω διατάξεις.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι δεν εξειδικεύεται στην απόφαση το ακριβές χρονικό σημείο, κατά το οποίο άρχισαν οι διαπραγματεύσεις, ώστε να καθίσταται σαφές, από ποιό σημείο και έπειτα ελέγχεται η συμπεριφορά της ως παραβίαση των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, αφού ενώ αναφέρεται ότι η εκδήλωση ενδιαφέροντος από την πλευρά τους ανάγεται ήδη στο θέρος του 2015 και ότι ήδη κατά τις πρώτες αυτές επαφές καλλιεργήθηκε η εύλογη προσδοκία της ενάγουσας για την επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης, στη συνέχεια διαλαμβάνεται ότι μόλις μετά τον δοκιμαστικό πλου της 30.6.2016 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της πώλησης (με το σκεπτικό δε αυτό, το προγενέστερο στάδιο δεν θα έπρεπε να αξιολογηθεί).
Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με σαφήνεια ότι από το θέρος του 2015 η δεύτερη εναγομένη εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον για την αγορά του σκάφους της ενάγουσας, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να το επισκεφθεί ώστε να αποκτήσει ιδία αντίληψη επί των εσωτερικών του χώρων διότι ήταν ναυλωμένο (φύλλο 19ο, 1η σελίδα)..., όπως δε αναφέρεται περαιτέρω στην απόφαση ρητά και με σαφήνεια, οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 30.6.2016, όταν πραγματοποιήθηκε συνάντηση επί του σκάφους της ενάγουσας, το οποίο βρισκόταν τότε ελλιμενισμένο στη Μαρίνα της Βουλιαγμένης, με παρόντες τον Σ.
Σ., τον Ι. Δ. και το μηχανικό του εν λόγω σκάφους Σ. Ρ., καθώς και τη δεύτερη εναγομένη και τους συνεργάτες της τελευταίας, Ν. Λ., Ν. Π., μηχανικό σκαφών και Ουρανία Νταούλη, δικηγόρο...κατά την οποία πραγματοποιήθηκε και θαλάσσια δοκιμή αυτού (sea trial), με πρωτοβουλία του Σ. Σ., που προέβη σε δοκιμαστικό πλου πεισθείς στη σοβαρότητα της σαφώς εκδηλωθείσας πρόθεσης της δεύτερης εναγομένης.. (βλ. 19ο φύλλο, 2η σελίδα και 20ο φύλλο, 1η σελίδα), ενώ παρακάτω η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η αποκαταστατέα ζημία της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.7.2016 έως 22.8.2016, ήτοι χωρίς να αξιολογεί ευθύνη των εναγομένων για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, από το θέρος του 2015 μέχρι και την 1.7.2016 (βλ.
ιδίως 28ο φύλλο, 2η σελίδα και 29ο φύλλο, 1η σελίδα).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, υποστηρίζει ότι ενώ γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι διαπραγματεύσεις ουσιαστικά ολοκληρώθηκαν αμέσως μόλις ξεκίνησαν, ήτοι στις 30.6.2016, κατά την πρώτη συνάντηση επί του προς πώληση σκάφους μεταξύ των εκπροσώπων των δύο πλευρών, και αναφέρεται ότι κατά το χρόνο εκείνο επετεύχθη πλήρης συμφωνία ως προς τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η αναιρεσιβαλλομένη οικοδομεί όλο το αιτιολογικό της περί προσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσείουσας στην - ομολογουμένως παράδοξη - παραδοχή, ότι την ημέρα που άρχισαν οι διαπραγματεύσεις, ήτοι την 30.6.2016, που πραγματοποιήθηκε ο περίφημος δοκιμαστικός πλους, δημιουργήθηκε στην αναιρεσίβλητη η πεποίθηση και προσδοκία για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, που τίποτα δεν μπορούσε πια να την κλονίσει και τίποτα δεν επιτρεπόταν να την διαψεύσει, πλην όμως όλα αυτά δεν αιτιολογούνται επαρκώς, αφού, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για να στηριχθεί η κρίσιμη παραδοχή ότι ήδη τότε επήλθε πλήρης συμφωνία, δεν αρκεί να αναφερθεί ότι, κατά την εν λόγω συνάντηση, η δεύτερη εναγομένη και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας συμφώνησαν καταρχήν ως προς το ύψος του τιμήματος της συναλλαγής, δεδομένου ότι σε συναλλαγές τέτοιου είδους και ύψους, η συμφωνία επί του τιμήματος δεν συνιστά την κατάληξη, αλλά το "κατώφλι" των διαπραγματεύσεων, αφού αν δεν επιτευχθεί επί της αρχής συμφωνία ως προς αυτό παρέλκει η συνέχιση των διαπραγματεύσεων.
Υποστηρίζει δε περαιτέρω η αναιρεσείουσα ότι ναι μεν η κατ' αρχήν συμφωνία ως προς το τίμημα είναι η βασική προϋπόθεση - το απαραίτητο στοιχείο και εναρκτήριο σημείο - ώστε να ακολουθήσουν οι συζητήσεις ως προς τους λοιπούς ουσιώδεις όρους της σύμβασης (όροι καταβολής, ανάληψη ευθύνης για ελαττώματα του προς πώληση αντικειμένου, επισκευές και μετασκευές, φορολογικά ζητήματα, όπως ΦΠΑ κλπ.) και αυτό επιβεβαιώνεται και από τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στις οποίες αναφέρεται εκτενώς η μεταγενέστερη επικοινωνία μεταξύ των εκπροσώπων των διαπραγματευομένων, ιδίως μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων, πλην όμως από αυτήν (την επικοινωνία) σαφώς συνάγεται ότι δεν είχε επέλθει πλήρης συμφωνία ως προς το σύνολο των συμβατικών όρων, τουναντίον απέμεναν ακόμη ουσιώδη ζητήματα προς διευθέτηση, ιδίως δε όσον αφορά στο ζήτημα της πιθανής καταβολής ΦΠΑ λόγω της αλλαγής της χρήσης του σκάφους.
Επιπρόσθετα, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, εάν όντως την 30.6.2016 είχε επιτευχθεί τέτοια σύμπτωση βουλήσεων, ώστε το μόνο που θα απέμενε στη συνέχεια θα ήταν η τυπική κατάρτιση της σύμβασης (η υπογραφή της), όπως διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλομένη, θα ήταν όλως αντιφατικό, κατά τα γενομένα δεκτά, οι εκπρόσωποι των μερών να συνεχίσουν να βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία για επιπλέον χρονικό διάστημα δύο μηνών και ως εκ τούτου, με τις εν λόγω αντιφατικές παραδοχές καθίσταται αδύνατο να ελεγχθεί εάν εν τέλει, κατά το χρόνο της οριστικής ματαίωσης των διαπραγματεύσεων, απέμενε πράγματι μόνο η τυπική κατάρτιση της σύμβασης. Οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε και στην οικεία νομική σκέψη, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 529/2019).
Σε κάθε περίπτωση όμως οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν και ως αβάσιμες καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά και με σαφήνεια δέχθηκε, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και τη ματαίωση της σύμβασης και συνεπώς εν προκειμένω οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν από την 30.6.2016 μέχρι την 22.8.2016, οπότε έλαβε χώρα η ματαίωση της σύμβασης (βλ. 23ο φύλλο, 2η σελίδα και 24ο φύλλο, 1η σελίδα).
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν ουσιαστικά περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών, επειδή δεν είχε τακτοποιηθεί το ζήτημα πιθανής καταβολής ΦΠΑ, προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, όντας απολύτως βέβαιος ότι δεν θα προέκυπτε τέτοιο θέμα στο μέλλον, όπως και πράγματι δεν συνέβη, αφού τελικά τέτοιος φόρος δεν οφειλόταν, διαβεβαίωσε τη δεύτερη εναγομένη όχι μόνο ότι οι νομικοί του παραστάτες ήταν εξαιρετικά έμπειροι σε συναλλαγές αυτού του είδους και θα αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε θέμα τυχόν αναφυόταν στο μέλλον ως επακόλουθο της αλλαγής της χρήσης του σκάφους αλλά και ότι σε κάθε περίπτωση αναλαμβάνει έναντι αυτής την υποχρέωση, εφόσον υποχρεωνόταν η τελευταία σε καταβολή ΦΠΑ, να αποπληρωθεί αυτός από την ενάγουσα έως του ποσού των 100.000 ευρώ (βλ. 21ο φύλλο, 1η σελίδα και 25ο φύλλο, 1η και 2η σελίδα).
Προσέτι η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ειδικά ως προς την υποχρέωση καταβολής και το ύψος του ΦΠΑ, αιτιάται ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί, παρότι το θέμα αυτό ετέθη κατά τις διαπραγματεύσεις, θα έπρεπε να θεωρείται λήξαν, με την έννοια ότι τα διαπραγματευόμενα μέρη αποσαφήνισαν πέραν πάσης αμφιβολίας τι ισχύει, ή ότι ήλθαν τελικά σε συμφωνία ως προς το τι θα γίνει σε περίπτωση που ανακύψει ζήτημα καταβολής του, αφού δεν αρκεί, προκειμένου να συναχθεί ότι πράγματι είχε επέλθει συμφωνία ως προς τον ουσιώδη αυτό όρο της σύμβασης (ο οποίος άλλωστε επιδρούσε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ύψους του τελικού τιμήματος), η αναφορά στο ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ήταν απολύτως βέβαιος ότι δεν θα ανακύψει τέτοιο ζήτημα, στο ότι είχε νομικούς παραστάτες εξαιρετικά έμπειρους σε τέτοιου είδους συναλλαγές κλπ, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά αυτά αποτυπώνουν απλώς τις διαβεβαιώσεις της ενάγουσας περί της αίσιας έκβασης του ζητήματος και δεν συνιστούν αποδείξεις ότι τέτοιο ζήτημα τελικά δεν υφίστατο, ή πάντως ότι διευθετήθηκε οριστικά.
Ομοίως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν συνάγεται η επίτευξη συμφωνίας ως προς τον όρο αυτό (ώστε να απομένει πλέον πράγματι μόνο η τυπική κατάρτιση της σύμβασης) εκ του γεγονότος ότι "τελικά τέτοιος φόρος δεν οφείλετο", το οποίο μάλιστα, κατά τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, δεν προκύπτει από στοιχεία που τους ήταν ήδη γνωστά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αλλά από ένα έγγραφο που φέρει μεταγενέστερη του χρόνου ματαίωσης των διαπραγματεύσεων ημερομηνία (30.9.2016) και για το οποίο αναφέρεται υποθετικά ότι θα μπορούσε να είχε χορηγηθεί και σε προγενέστερο χρόνο.
Και οι αιτιάσεις, όμως, αυτές πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη αιτιολογία δέχεται αφενός μεν ότι την 30.6.2016 επήλθε προφορική συμφωνία των μερών επί όλων των βασικών σημείων που αφορούσαν στην πώληση του σκάφους, ήτοι του ύψους του τιμήματος και του τρόπου αποπληρωμής του και απέμενε η τήρηση του τύπου με τη σύνταξη σχετικού εγγράφου περί της μεταβίβασης, για την οποία (σύνταξη) και μόνον επακολούθησε επικοινωνία και ανταλλαγή μηνυμάτων μέχρι την 22.8.2016 (βλ. 20ο φύλλο, σελ. 1η και 2η) αφετέρου δε ότι για το εν λόγω σκάφος δεν οφείλετο ΦΠΑ, με βάση το άρθρο 8 του Ν. 1567/1985, επειδή δηλαδή είχε οριστικοποιηθεί η ατέλειά του αφού παρήλθε δεκαετία από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου είχε πραγματοποιηθεί η ατελής παράδοσή.
Το γεγονός δε ότι για την τελευταία ως άνω παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε και στο υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 έγγραφο του Α' Τελωνείου Εισαγωγής & Εφοδίων Πειραιά, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, το οποίο δεν ήταν γνωστό κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δεν καθιστά μη επαρκώς αιτιολογημένη την απόφαση, αφού ο ΦΠΑ ούτως ή άλλως δεν οφείλετο με βάση διάταξη νόμου, η οποία απλά αποτυπώθηκε στο έγγραφο αυτό.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, αιτιάται ελλιπή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: α) υποστηρίζει ότι δεν αιτιολογείται σε τι συνίσταται συγκεκριμένα (πράξη ή παράλειψη) η κακόπιστη και αντισυναλλακτική συμπεριφορά της εταιρίας, τούτο δε με δεδομένο ότι αμέσως ενημέρωσαν την εναγομένη ότι διακόπτουν τις διαπραγματεύσεις, επικαλούμενοι συγκεκριμένο σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί τούτο, αφού άλλωστε, και η απλή μεταμέλεια του υποψήφιου αγοραστή, έστω και σε προχωρημένο στάδιο των διαπραγματεύσεων, δεν αρκεί καθεαυτή για τη θεμελίωση προσυμβατικής ευθύνης και β) δεν διευκρινίζεται πότε ακριβώς προέβησαν σε διαβεβαιώσεις περί της κατάρτισης της σύμβασης και εάν αυτές παρασχέθηκαν κακόπιστα, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε πλέον καταστεί βέβαιο ότι η τελική σύναψη της σύμβασης δεν θα πραγματοποιηθεί, αφού οι μόνες παραδοχές που διαλαμβάνει η απόφαση ως προς την δημιουργία εύλογης προσδοκίας για την κατάρτιση της σύμβασης στην ενάγουσα, αφορούν στο αρχικό στάδιο των διαπραγματεύσεων και από τα γενόμενα δεκτά προκύπτει ότι με αυτές δεν εκφράστηκε απόλυτη βεβαιότητα εκ μέρους τους περί της επικείμενης κατάρτισης της σύμβασης, αλλά σοβαρή και ειλικρινής πρόθεση διαπραγμάτευσης και πράγματι σύναψης συμφωνίας, η οποία όμως από μόνη της δεν αρκεί για τη δημιουργία πλήρους πεποίθησης στο άλλο μέρος ότι η σύμβαση τελικά θα καταρτιστεί.
Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου καθόσον αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε και στην οικεία νομική σκέψη, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 529/2019).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν και ως αβάσιμες καθόσον, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες, ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με πλήρη και σαφή αιτιολογία έκρινε ότι η δεύτερη εναγομένη, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, αδικαιολόγητα ματαίωσε τη σύναψη της σύμβασης και η ως άνω συμπεριφορά της συνιστά υπαίτια συμπεριφορά, μη συνάδουσα με αυτήν του μέσου συνετού συναλασσόμενου και αντισυναλλακτική, δηλαδή αντίθετη στις επιβαλλόμενες από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη υποχρεώσεις, αφενός μεν επειδή είχε επέλθει συμφωνία με την αναιρεσίβλητη επί όλων των ουσιωδών στοιχείων της σύμβασης αφετέρου δε επειδή υπήρχαν σαφείς διαβεβαιώσεις της δεύτερης εναγομένης ότι η σκοπούμενη σύμβαση οπωσδήποτε θα καταρτιστεί. Τέλος, ο ειδικότερος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν πταίσμα της (έστω και αμέλεια), η οποία αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση γένεσης της ευθύνης στο πρόσωπό της, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται υπό την ιδιότητά της ως αντιπροσωπευόμενη, καθώς η δεύτερη εναγομένη που επέδειξε υπαίτια και αντισυναλλακτική συμπεριφορά ενήργησε για λογαριασμό της, ως αντιπρόσωπός της.
V. Κατ` ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 3 εδ.ε' ΚΠολΔ). Τέλος, δικαστικά έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, δεν επιβάλλονται καθόσον λόγω της ερημοδικίας της η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε τέτοια (ΑΠ 429/2024) και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2020 και με αρ. κατ. 665/68/30-7-2020 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SUPERIOR COMPANY GROUP S.A." κατά της υπ' αριθμ. 336/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ