121/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated121/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 121 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ρήγα.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 722/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί έλλειψης νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), γιατί, κατά τον ΚΠολΔ, η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 42/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του Ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ' ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.
Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".
Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιριών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαίτησης συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαίτησης, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, που της μεταβιβάζεται από εκείνον (εκχωρητή), και, συνεπώς, η εκδοχέας τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση και νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1028/2018).
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε άλλη ανώνυμη εταιρία αποκλειστικού σκοπού, και μιας επιχείρησης (εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου), που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
Περιεχόμενο της σύμβασης αυτής είναι ότι η εταιρία πρακτορείας (πράκτορας ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (προμηθευτή), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, τη διαχείριση καθώς και την είσπραξη μέρους ή του συνόλου των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (οφειλετών).
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ως άνω Ν. 1905/1990 προβλέπεται ότι "Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η εκχώρηση απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή".
Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μηχανισμό, με τον οποίο επιδιώκονται (σωρευτικά ή διαζευκτικά) τρεις σκοποί: ένας χρηματοδοτικός, ένας διαχειριστικός και ένας ασφαλιστικός (εγγυητικός), με τις αντίστοιχες λειτουργίες. Ειδικότερα, αν με τη σύμβαση επιδιώκεται και χρηματοδοτικός σκοπός, τότε ο προμηθευτής μεταβιβάζει στον πράκτορα τις εκκρεμείς (ήδη γεννημένες ή μέλλουσες να γεννηθούν) απαιτήσεις του από τη διάθεση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και ο πράκτορας καταβάλλει αμέσως το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων, αφού παρακρατήσει ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στον προεξοφλητικό τόκο.
Η κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση συντελείται με συνεχείς εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και την πίστωση από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, η δε πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου.
Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1905/1990, σε συνδυασμό με τα άρθρα 455, 460 έως 462 του ΑΚ, προκύπτει ότι, μετά την αναγγελία από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη της σύμβασης πρακτορείας και της εκχώρησης της απαίτησης στον πράκτορα, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον πράκτορα-εκδοχέα, που δικαιούται έκτοτε μόνος αυτός να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξή της (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1883/2014).
Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), διαμορφούμενη από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.
Έτσι, η επιχείρηση που συνεργάζεται με μια εταιρεία factoring μπορεί να επιλέξει εκείνο τον συνδυασμό των υπηρεσιών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της. Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 59/2013, ΑΠ 1233/2012).
Δηλαδή, η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται ελεύθερα, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος της σύμβασης factoring, η οποία, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές (ΑΠ 301/2022), οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:
α) γνήσια σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο της μη φερεγγυότητας του οφειλέτη και μη γνήσια σύμβαση, όταν ο κίνδυνος αυτός παραμένει στον προμηθευτή, β) αφανής σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας εισπράττει την απαίτηση στο όνομα του προμηθευτή, μολονότι αυτός (πράκτορας) είναι ο δικαιούχος (ως εκδοχέας της απαίτησης), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, ενώ, εάν γίνει αυτή η αναγγελία, τότε πρόκειται για εμφανές factoring, γ) σύμβαση factoring με ή χωρίς προεξόφληση, κατά την οποία κριτήριο είναι ο χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα, αφού αν ο χρόνος αυτός συμφωνηθεί να είναι μεταγενέστερος της εκχώρησης και συγκεκριμένα όταν θα καταστούν απαιτητές οι εκχωρηθείσες αξιώσεις, τότε δεν υπάρχει προεξόφληση, ενώ αν, αντιθέτως, συμφωνηθεί ότι ο πράκτορας θα εξοφλήσει στον προμηθευτή τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, πριν να τις εισπράξει από τους οφειλέτες του προμηθευτή, θα πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση, δ) εισαγωγική ή εξαγωγική σύμβαση factoring, αναλόγως του αν η εκχωρούμενη απαίτηση οφείλεται από πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και ε) διαχειριστική σύμβαση factoring, κατά την οποία ελλείπει η χρηματοδοτική και εξασφαλιστική λειτουργία και ο πράκτορας αναλαμβάνει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεων του προμηθευτή.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση (διαχειριστικό factoring), που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990 (με την μορφή κυρίως της εξουσιοδότησης προς είσπραξη απαιτήσεων) και έχει ευρεία εφαρμογή στην πράξη, η σύμβαση πρακτορείας εξυπηρετεί αποκλειστικά "διαχειριστικούς" σκοπούς, υπό την έννοια ότι ο πράκτορας, έχοντας την αναγκαία οργανωτική δομή, μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και την είσπραξη των απαιτήσεων, απαλλάσσοντας τον προμηθευτή τόσο από τις δαπάνες όσο και από τον χρόνο που απαιτείται συχνά για τον σκοπό αυτόν, παρακρατώντας για τις υπηρεσίες αυτές ως αμοιβή ένα ποσοστό επί των απαιτήσεων.
Με τον τρόπο αυτόν παρέχεται ικανή βοήθεια στους επιχειρηματίες να αφοσιώνονται στα κύρια καθήκοντά τους, της παραγωγής και της διάθεσης των προϊόντων τους, αφήνοντας την λοιπή, μη παραγωγική εργασία, στον πράκτορα. Στην περίπτωση, όμως, του "διαχειριστικού factoring", με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των απαιτήσεων, δεν εκχωρούνται οι υπό πρακτόρευση απαιτήσεις στον πράκτορα, αλλά παραχωρείται σ' αυτόν μόνο η εξουσία να τις εισπράξει ο τελευταίος, στο δικό του όνομα, από τον οφειλέτη, αλλά για λογαριασμό του εξουσιοδοτούντος, ο οποίος διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου (φορέα) των απαιτήσεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης.
Συνεπώς, με τη σύμβαση διαχειριστικού factoring, ο πράκτορας δικαιούται απλώς να προβεί στην είσπραξη της απαίτησης, χωρίς να την αποκτά. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα συμβατικό μόρφωμα που προσομοιάζει με την έμμεση αντιπροσώπευση, με την οποία παρέχεται στον έμμεσο αντιπρόσωπο η εξουσία να εισπράξει ορισμένη απαίτηση του αντιπροσωπευομένου στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του τελευταίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της πρώτης ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (και ήδη μόνης ενάγουσας - εφεξής ενάγουσας) και της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε." (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) καταρτίστηκε στις 3-10-2002 η υπ` αριθ. 671/2002 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του αρχικού ποσού ύψους 700.000 ευρώ. Στις 2-6-2003 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 770.000 ευρώ.
Στις 15-10-2007 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 1.500.000 ευρώ. Στις 17-12-2007 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με-ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 2.000.000 ευρώ.
Στις 15-2-2008 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 3.500.000 ευρώ. Στις 27-6-2008 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 3.000.000 ευρώ.
Στις 18-9-2008 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 6.000.000 ευρώ. Τέλος, στις 22-6-2009 υπεγράφη στη Κηφισιά μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων η υπ` αριθ. ... σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με όριο πίστωσης ύψους 6.500.000 ευρώ.
Η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της ως άνω πίστωσης, προς εξυπηρέτηση της οποίας ανοίχθηκε ο υπ` αριθ. ... λογαριασμός, ο οποίος μέχρι την 1.10.2015 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 5.860.766,80 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προς εξασφάλιση οποιασδήποτε απαίτησης της ενάγουσας από την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης και των αυξητικών αυτής συμβάσεων, η ανωτέρω πιστούχος εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." εκχώρησε, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ενεχύρασης απαιτήσεων τις απαιτήσεις που είχε, μεταξύ άλλων, και προς την εναγομένη και οι οποίες προέρχονταν από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων (ιατροφαρμακευτικού υλικού) και οι οποίες είχαν ενσωματωθεί στα κάτωθι αναφερόμενα τιμολόγια. Συγκεκριμένα:
Α) Δυνάμει της από 1-10-2010 σύμβασης ενεχύρασης απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων και το με αριθμό ... παράρτημα αυτής, μεταξύ αφενός της ενάγουσας τράπεζας, αφετέρου της ως άνω πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." καθώς και ως τρίτης συμβαλλόμενης της αρχικά δεύτερης ενάγουσας και ήδη μη διάδικου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", συμφωνήθηκε ότι η παραπάνω πιστούχος εταιρεία, ως ενεχυράζουσα, εκχωρεί λόγω ενεχύρου στην ενάγουσα τράπεζα, μεταξύ άλλων, και τις απαιτήσεις της προς την εναγομένη, που απέρρεαν από τις μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα με αριθμό ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
τιμολόγια πώλησης, συνολικής αξίας 1.390,21 ευρώ. Με την ανωτέρω από 01-10-2010 σύμβαση συμφωνήθηκε στο άρθρο 6 αυτής επί λέξει ότι η "..." θα διενεργεί τη διαχείριση, είσπραξη και λογιστική παρακολούθηση των ενεχυραζόμενων απαιτήσεων δυνάμει σχετικής σύμβασης με την τράπεζα (ήδη ενάγουσα - αρχική πρώτη ενάγουσα) [άρθρο 6.01], ότι ο ενεχυράζων (η παραπάνω πιστούχος εταιρεία) παραδίδει στη "..." για λογαριασμό της τράπεζας αντίγραφα επίσημων τιμολογίων και δελτίων αποστολής ή άλλων αντίστοιχων παραστατικών του Κ.Β.Σ.
που αποδεικνύουν τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις [άρθρο 6.02 α], ότι η "..." είναι αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη, στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της ενεχυρούχου δανείστριας τράπεζας των ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, δικαιούμενη, μετά την λήξη κάθε ενεχυραζόμενης απαίτησης να εισπράττει και το νόμιμο τόκο υπερημερίας [άρθρο 6.02 β], ότι οι οφειλέτες (δηλαδή η εναγομένη) καταβάλουν νομίμως μόνο στη "..." ως αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη των ενεχυραζομένων απαιτήσεων, ότι ο ενεχυράζων υποχρεούται να αρνείται στους οφειλέτες οποιαδήποτε καταβολή σε αυτόν έναντι των ενεχυραζομένων απαιτήσεων, ότι αν πάρα ταύτα, για οποιονδήποτε λόγο, οποιοσδήποτε οφειλέτης καταβάλει στον ενεχυράζοντα, ο τελευταίος υποχρεούται να αποδώσει αμέσως το εισπραχθέν ποσό στην "...", αναγράφοντας τον αριθμό και την ημερομηνία του σχετικού τιμολογίου - δελτίου αποστολής στο οποίο αφορά η καταβολή [άρθρο 6.03].
Επίσης ρητώς συμφωνήθηκε στο άρθρο 8.02 ότι η σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και ιδιαίτερα από τις διατάξεις του ν.δ. της 17ης Ιουλίου /13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών", καθώς και τον ν. 1905/1990, όπως ισχύει, και την υπόλοιπη ελληνική νομοθεσία περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων.
Η ανωτέρω σύμβαση και το παράρτημά της επιδόθηκαν στην οφειλέτιδα εναγόμενη στις 13-10-2011.... Β) Με το υπ` αριθ. 18/19-03-2012 παράρτημα της ανωτέρω 01-10-2010 σύμβασης ενεχύρασης απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων, ήτοι μεταξύ αφενός της ενάγουσας τράπεζας, αφετέρου της ως άνω πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε." καθώς και ως τρίτης συμβαλλόμενης της αρχικά δεύτερης ενάγουσας και ήδη μη διάδικου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η παραπάνω πιστούχος εταιρεία, εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ενάγουσα τράπεζα, μεταξύ άλλων, και τις απαιτήσεις της προς την εναγομένη, που απέρρεαν από τις μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα με αριθμό ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
και ... τιμολόγια πώλησης, συνολικής αξίας 3.664,90 ευρώ. Το ανωτέρω παράρτημα με την εμπεριεχόμενη σε αυτό αναγγελία εκχώρησης επιδόθηκε στην οφειλέτιδα εναγομένη στις 5-4-2012...., στη δε ως άνω έγγραφη αναγγελία ρητώς αναγράφεται ότι οποιαδήποτε καταβολή εις εξόφληση των τιμολογίων γίνεται αποκλειστικά και μόνο στην "...".
Σύμφωνα με τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, καταρτίστηκαν εκτός από την ανωτέρω από 01-10-2010 σύμβαση ενεχύρασης απαιτήσεων μετά των ανωτέρω παραρτημάτων τους, δηλαδή εκχώρησης λόγω ενεχύρου των ανωτέρω απαιτήσεων κατά τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 459 και 460 του ΑΚ, 35 περ. α`, 36 παρ. 1, 39 παρ. 1, 2 και 3 και 44 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", και αντίστοιχες συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1, 2, 3 και 4, 3 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, όπου την ιδιότητα του τελικού εκδοχέα - πράκτορα είχε η αρχικά δεύτερη ενάγουσα και ήδη μη διάδικος ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην ανωτέρω νομική σκέψη, από την κοινοποίηση της αναγγελίας κάθε επιμέρους εκχώρησης, αποκόπηκε κάθε δεσμός, τόσο της ως άνω πωλήτριας - πιστούχου όσο και της ενάγουσας τράπεζας, από τις ανωτέρω απαιτήσεις και ο πράκτορας - εκδοχέας, δηλαδή η αρχικά δεύτερη ενάγουσα και ήδη μη διάδικος ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ήταν έκτοτε αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων που απέρρεαν από τα επίδικα τιμολόγια πώλησης.
Η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, με την κρινόμενη αγωγή της, ισχυρίζεται ότι με κοινή συμφωνία αυτής και της ανωτέρω πράκτορα λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας και έτσι κατέστη η ίδια εκ νέου αποκλειστική δικαιούχος των απαιτήσεων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, καθόσον,...
προκειμένου να συντελεστεί η επανεκχώρηση των επίδικων απαιτήσεων, με την έννοια της επαναμεταβίβασης του δικαιώματος αποκλειστικής είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων αυτών, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία με τη σύμβαση πρακτορείας, ήτοι η κατάρτιση σχετικής έγγραφης σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας και της ...
και κατόπιν έγγραφη αναγγελία της νέας αυτής έγγραφης συμφωνίας προς την οφειλέτιδα εναγομένη. Πλην όμως η ενάγουσα ούτε επικαλείται αλλά ούτε και προσκομίζει τέτοια έγγραφη σύμβαση επανεκχώρησης των επίδικων απαιτήσεων, και συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού της ισχυρισμού, δικαιούχος των επίδικων απαιτήσεων εξακολουθεί να είναι η πράκτορας ...
και όχι η ενάγουσα, Συνεπώς, μετά τις ανωτέρω σκέψεις, η αγωγή, και ως προς τις δύο βάσεις της, πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Η εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση που έκρινε με τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την αγωγή στην ουσία της, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και άρα κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσής της.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται (η εκκαλούσα) ότι η ... ουδέποτε και καθ` οιονδήποτε τρόπο κατέστη φορέας και δικαιούχος των επίδικων απαιτήσεων, ώστε να απαιτείται επανεκχώρηση αυτής στην ίδια, δια των απαιτούμενων εκ του νόμου κοινοποιήσεων, αλλά απλώς, η παραπάνω εταιρεία (...) λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος της ιδίας δυνάμει ξεχωριστής σύμβασης που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, για τη λύση της οποίας δεν χρειαζόταν, κατά τους ισχυρισμούς της, η τήρηση οιουδήποτε συστατικού έγγραφου τύπου, αλλά αρκούσε η γνωστοποίηση προς την εναγομένη της λύσης της συνεργασίας τους, όπως και έγινε δια της κρινόμενης αγωγής, ώστε η εναγομένη να γνωρίζει με ασφάλεια σε ποιον πρέπει να καταβάλει προσηκόντως.
Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν, διότι με μόνη την επισκόπηση της από 01-10-2010 επίδικης σύμβασης ενεχύρασης απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, σαφώς προκύπτει, χωρίς να είναι αναγκαία η καταφυγή και χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία της σύμβασης, ότι η μεταξύ της ενάγουσας και της ...
συμβατική σχέση είχε τα στοιχεία της πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και όχι αυτά της αντιπροσώπευσης. Το επιχείρημα αυτό αντλείται, κατά κύριο λόγο, από το ίδιο το κείμενο της σύμβασης, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπεται στο άρθρο 8.02 ότι "η σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και ιδιαίτερα από τις διατάξεις του ν.δ.
της 17ης Ιουλίου /13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών", καθώς και τον ν. 1905/1990, όπως ισχύει, και την υπόλοιπη ελληνική νομοθεσία περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων".
Συνεπώς, από το ίδιο το κείμενο της σύμβασης σαφώς προκύπτει ότι τους όρους της σύμβασης τους διέπει ο ν. 1905/1990 και η υπόλοιπη ελληνική νομοθεσία περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, κάτι που δεν αναφερόταν, εάν ίσχυε αυτό που αναφέρει η εκκαλούσα, ότι δηλαδή η μεταξύ αυτής και της ... συμβατική σχέση ήταν αυτή της αντιπροσώπευσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 570/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 του ΑΚ και 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε ότι, εκτός από τη σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου, με την οποία εκχωρήθηκαν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω ν.δ., οι επίδικες απαιτήσεις από την πωλήτρια εταιρία στην αναιρεσείουσα τράπεζα, καταρτίσθηκε και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με την οποία η αναιρεσείουσα εκχώρησε τελικά τις εν λόγω απαιτήσεις στην εταιρία "...", με συνέπεια η τελευταία, ως εκδοχέας-πράκτορας, να καταστεί αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων αυτών που απέρρεαν από τα επίδικα τιμολόγια πώλησης, και ότι, μετά ταύτα, η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, παρότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είχε ως περιεχόμενο την ανάθεση από την αναιρεσείουσα στην εταιρία "..." της είσπραξης, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των εν λόγω απαιτήσεων στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και, επομένως, είχε τον χαρακτήρα σύμβασης "διαχειριστικού factoring" με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των υπό πρακτόρευση απαιτήσεων, με συνέπεια, τη μη εκχώρηση των εν λόγω απαιτήσεων στην ανωτέρω πράκτορα, αλλά την παραχώρηση σ' αυτήν μόνον της εξουσίας να προβεί η ίδια στην είσπραξή τους από τον οφειλέτη, στο δικό της όνομα, αλλά για λογαριασμό της εξουσιοδοτούσας αναιρεσείουσας τράπεζας, η οποία έτσι διατήρησε την ιδιότητα της δικαιούχου (φορέως) των επίδικων απαιτήσεων, χωρίς να επέλθει μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης, και, συνακόλουθα, νομιμοποιείται ενεργητικά προς δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων αυτών.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που την εξέδωσε. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 722/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ