Legislator Case Law & Legislation
121/2022 AI generated

121/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 121/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2011 αίτηση διόρθωσης αρχικής εγγραφής των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-4-2015 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3865/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 154/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-9-2019 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

121/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π., ο οποίος όμως, όπως προελέχθη, είχε προαποβιώσει αυτής και έτσι αυτή κληρονομήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εξ αδιαθέτου διαδοχής από τους εγγύτερους κατά τον χρόνο θανάτου της συγγενείς της (άρθρα 1710 § 2, 1711, 1814 ΑΚ), ήτοι: 1) την αδερφή της Γ. χήρα Σ. Π. το γένος Γ. Μ., γιαγιά των αιτουσών, κατά ποσοστό 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου, 2) τον Γ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 121 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 121/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Θ. (I. T.) θυγ. Ε. Π., 2) Γ. Κ. (G. K.) θυγ. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τσουλφίδου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2011 αίτηση διόρθωσης αρχικής εγγραφής των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-4-2015 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3865/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 154/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 04/09/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 154/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων ,κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α.1) Στο άρθρο 4 παρ.1 του ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των ν.2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: <<1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003), αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. H διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ......... Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.>>.

Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν. Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.

Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΑΠ 22/2021, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 23/2019). 2) Κατά τη διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ, ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα.

Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ, εκτός συναλλαγής είναι τα κοινόχρηστα πράγματα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών, τα οποία, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο. 3) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006 προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κύρια παρέμβαση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος.

Συνακόλουθα, δεν μπορεί να ζητηθεί με την αίτηση αυτή ή την κυρία παρέμβαση η αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου ώστε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται, δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.

Γι' αυτό άλλωστε η προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 6 παρ. 3, όπως ισχύει) αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (ΑΠ 34/2019 ,ΑΠ 74/2015, ΑΠ 1342/2015). 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά, από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη αίτηση διόρθωσης εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής των αναιρεσιβλήτων και την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου:

Δυνάμει της αριθμ. .../16-2-2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνων Αικατερίνης Μανώλη - Σταμπόγλη, που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς (αρ. καταχώρησης 4779/20-9-2011), οι αιτούσες αποδέχτηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Α. Π. του Σ. και της Γ., χας Ε. Π. (ή Π.) - Π., ελληνίδας υπηκόου, η οποία απεβίωσε στην Αυστραλία, στις 20-5-2009, αφήνοντας την από 23-7-2002 ξενόγλωσση διαθήκη της, η οποία δημοσιεύτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κουήνσαλντ Αυστραλίας στις 3-8-2009 και καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 16-6-2010, στον τόμο 3255 με αύξοντα αριθμό ....

Με την εν λόγω διαθήκη η μητέρα των αιτουσών εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους της τα τρία παιδιά της, ήτοι τις αιτούσες 1) Ε. Θ. το γένος Ε. Π., 2) Γ. Κ. το γένος Ε. Γ. και τον υιό της 3) Π. Π. - Π. του Ε.. Ωστόσο, ο τελευταίος με την υπ' αρ. .../11-10-2010 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών αποποιήθηκε την κληρονομιά, που του επήχθη με την ανωτέρω διαθήκη της μητέρας του, και έτσι το κληρονομικό του μερίδιο, ενόψει του ότι αυτός δεν είχε κατιόντες, προσαύξησε τα μερίδια των αιτουσών -αδερφών του κατ' ισομοιρίαν (άρθρα 1807 ΑΚ σε συνδ.

με 28 ΑΚ). Μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων της κληρονομιάς της ανωτέρω αποβιώσασας ήταν και το ιδανικό μερίδιο κατά ποσοστό 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, το οποίο, κατά τους αρχικούς τίτλους κτήσεως, απαρτίζεται από δύο συνεχόμενα οικόπεδα συνολικής εκτάσεως 320 τμ., ευρισκόμενα στη Δραπετσώνα Αττικής, στην περιφέρεια του Δήμου Δραπετσώνας, πλησίον του Ναυπηγείου Β., παρά τον προλιμένα Πειραιώς, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Δραπετσώνας, επί της οδού ... (πρώην ...), στην οποία φέρει τον αριθμό ... (πρώην ...), και επί της οδού ..., όπως αυτά τα (αρχικά) οικόπεδα εμφαίνονται με τους αριθμούς (14) και (17) στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Η.

Σ., που προσαρτήθηκε στο υπ' αρ. .../1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεράσιμου Μουστάκη, και συνορεύουν -κατά το σχεδιάγραμμα αυτό- το μεν υπ' αρ. (…) οικόπεδο, βόρεια με το υπ' αρ. (…) οικόπεδο, ανατολικά με το υπ' αρ. (..) οικόπεδο, νότια με ανώνυμη οδό και δυτικά με το υπ' αρ. (…) οικόπεδο, ενώ το υπ' αρ. (…) οικόπεδο, βόρεια με οδό, ανατολικά με τα υπ' αρ. (…) και (…) οικόπεδα, νότια με ανώνυμη οδό και δυτικά με το υπ' αρ. (…) οικόπεδο.

Από τη συνένωση των ανωτέρω δύο οικοπέδων προέκυψε το ενιαίο οικόπεδο (επίδικο) συνολικής επιφάνειας 320 τμ., όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο από Απριλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ. Ρ., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αρ. .../1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Άννας Καλλίτση - Παναγοπούλου, και συνορεύει βόρεια σε πρόσωπο Α-Θ του άνω διαγράμματος μήκους 10 μέτρων με την οδό πρώην ...

και ήδη ..., στη οποία φέρει τον αριθμό ... (πρώην ...), νότια σε πρόσωπο Ε-Ζ μήκους 10 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β μήκους 8 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β., Β-Γ μήκους 5 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β., Γ-Δ μήκους 1 μέτρου και Δ-Ε μήκους 16,50 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Ν. και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Θ-Η μήκους 13,50 μέτρων με ιδιοκτησία Φ.

Π. και Η-Ζ μήκους 14,30 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων. Η δικαιοπάροχος των αιτουσών, Α. Π. του Σ. χήρα Ε. Π. είχε καταστεί συγκυρία κατά το προαναφερόμενο ποσοστό του προπεριγραφόμενου οικοπέδου σύμφωνα με τα κάτωθι. Με το υπ' αρ. .../26-1-1930 συμβόλαιο διανομής ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεράσιμου Κοσμά Μουστάκη, νομίμως μεταγεγραμμένο, οι Ε.

Κ. του Φ., Π. Μ. του Π. και Ε. χήρα Π. Σ., συγκύριοι μεγαλύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, προχώρησαν σε κατάτμηση αυτής σε 40 μικρότερα οικόπεδα, τα οποία αποτυπώθηκαν στο από 25-1-1930 διάγραμμα του μηχανικού Η. Σ., που προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο, και ακολούθως σε διανομή τους, ώστε κάθε συγκύριος έλαβε αυτούσια οικόπεδα κατά πλήρη κυριότητα.

Έτσι, με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο, ο Ε. Κ. έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του, μεταξύ άλλων, και τα με αριθμούς 14 και 17 οικόπεδα, τα οποία στη συνέχεια ενώθηκαν σε ένα ενιαίο οικόπεδο, έκτασης 320 τμ., που είναι το ήδη επίδικο. Στη συνέχεια, αμφότερα τα οικόπεδα αυτό απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ο Α.

Π. του Γ. με αγορά από τον Ε. Κ. του Φ., δυνάμει του υπ' αρ. .../2-9-1932 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεράσιμου Μουστάκη, νομίμως μεταγραφέντος. Την 19-3-1960 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει κατιόντες, ο Α. Π., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος, δυνάμει της υπ' αρ. 5014/19-8-1959 δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιθάκης Ιωάννη Παϊζη και νόμιμα δημοσιευθείσας από το Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας κατά τη συνεδρίασή του της 3ης-5-1960, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε όλη την περιουσία του, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν τα άνω δύο οικόπεδα, την εν ζωή σύζυγο του, Ε.

θυγατέρα Γ. Μ.. Την 6-5-1983 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει κατιόντες, η Ε. χήρα Α. Π. το γένος Γ. Μ., κάτοικος ..., η οποία, δυνάμει της υπ' αρ. 5015/19-8-1959 δημόσιας διαθήκης της συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιθάκης Ιωάννη Παϊζη και νόμιμα δημοσιευθείσας από το Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας κατά τη συνεδρίαση του της 30ης-6-1983, εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της τον ανωτέρω σύζυγο της, Α.

Π., ο οποίος όμως, όπως προελέχθη, είχε προαποβιώσει αυτής και έτσι αυτή κληρονομήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εξ αδιαθέτου διαδοχής από τους εγγύτερους κατά τον χρόνο θανάτου της συγγενείς της (άρθρα 1710 § 2, 1711, 1814 ΑΚ), ήτοι: 1) την αδερφή της Γ. χήρα Σ. Π. το γένος Γ. Μ., γιαγιά των αιτουσών, κατά ποσοστό 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου, 2) τον Γ.

Μ., τέκνο του προαποβιώσαντος αδερφού της Δ. Μ. του Γ., κατά ποσοστό 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου, 3) τους α) Γ. Μ., β) Α. συζ. Ο. Π., και γ) Α. ή Χ. Μ., τέκνα του προαποβιώσαντος αδερφού της Α. Μ. του Γ. κατά ποσοστό (1/6 Χ 1/3) 1/18 ή 4/72 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, 4) τους α) Α. Μ., β) Σ. Μ. και γ) Α. συζ. Φ. Φ., τέκνα του προαποβιώσαντος αδερφού της Π.

Μ. του Γ., κατά ποσοστό 1/18 ή 4/72 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, 5) τους α) Σ. Μ. του Γ., β) Ι. Μ. του Γ., γ) Κ. Μ. του Γ. και δ) Μ. συζ. Β. Σ. το γένος Γ. Μ., τέκνα της προαποβιώσασας αδερφής της Αιμιλίας συζ. Γ. Μ. το γένος Γ. Μ., κατά ποσοστό (1/6 Χ 1/4) 1/24 ή 3/72 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και 6) τις α) Ρ. θυγατέρα Σ. Μ. και β) Γ. θυγατέρα Σ. Μ., τέκνα της προαποβιώσασας αδερφής της Α.

συζ. Σ. Μ. το γένος Γ. Μ., κατά ποσοστό (1/6 Χ 1/2) 1/12 ή 6/72 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Το κληρονομικό δικαίωμα των ανωτέρω κληρονόμων της Ε. χήρας Α. Π. του γένος Γ. Μ. πιστοποιήθηκε με το υπ' αρ. …/7-11-1984 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που εκδόθηκε δυνάμει της υπ' αρ. 205/1984 αποφάσεως του εν λόγω Δικαστηρίου.

Την 23-2-1-985 απεβίωσε και η γιαγιά των αιτουσών, Γ. χήρα Σ. Π ίππου το γένος Γ. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής από τους εγγύτερους συγγενείς της (άρθρο 1813 ΑΚ), ήτοι: 1) τη θυγατέρα της Κ. χα Γ. Δ., κατά ποσοστό (1/6 Χ 1/6) 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου, η οποία απεβίωσε στις 4-5-1990 και κατέλιπε την υπ' αρ. .../26-4-1990 δημόσια διαθήκη της συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιθάκης Σπυρίδωνος Ράζου, νόμιμα δημοσιευθείσα από το Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας κατά τη συνεδρίασή του της 16-4-1991, με την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο της (κατά το άνω ποσοστό του 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου) τη θυγατέρα της Λ.

Δ., β) τη θυγατέρα της Ε. συζ. Ν. Θ. κατά ποσοστό 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου, γ) τη θυγατέρα της Α. συζ. Ε. Π., μητέρα και άμεση δικαιοπάροχος των αιτουσών, κατά ποσοστό 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου, δ) τη θυγατέρα της Έ. χήρα Κ. Τ., κατά ποσοστό 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου, ε) τη θυγατέρα της Π. συζ. Γ. Κ., κατά ποσοστό 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου, στ) τον Σ.

Π. και τη Γ. συζ. Χ. Κ., τέκνα του προαποβιώσαντος την 5-6-1980 υιού της, Γ. Π. του Σ., κατά ποσοστό 1/36 εξ αδιαιρέτου και τους δύο, ήτοι 1/72 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Ακολούθως, όπώς προελέχθη, η ανωτέρω Α. Π. του Σ. συζ. Ε. Π. κληρονομήθηκε από τις αιτούσες θυγατέρες της, κατά ποσοστό 1/72 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Εξάλλου, οι αιτούσες με την προαναφερόμενη υπ' αρ. .../16-2-2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μανώλη-Σταμπόγλη αποδέχτηκαν α) για λογαριασμό της μητέρας τους, Α.

συζ. Ε. Π., την κληρονομιά της μητέρας αυτής, Γ. χήρας Σ. Π., που της επήχθη εξ αδιαθέτου κατά το προαναφερθέν εξ αδιαιρέτου ποσοστό της (1/36), β) για λογαριασμό της γιαγιάς τους, Γ. χας Σ. Π., την κληρονομιά της αδερφή της Ε. χας Α. Π., που της επήχθη εξ αδιαθέτου κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 1/6 καθώς και γ) για λογαριασμό της τελευταίας την κληρονομιά του συζύγου της Α.

Π., που της επήχθη εξ αδιαθέτου.

Συνεπώς, η μητέρα των αιτουσών, Α. Π. του Σ., συζ. Ε. Π., σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά τον χρόνο θανάτου της είχε γίνει συγκυρία, με παράγωγο τρόπο, του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 2/72 εξ αδιαιρέτου. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η μητέρα των αιτουσών και οι δικαιοπάροχοι της νέμονταν το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το 1930, απ' όταν ο απώτερος δικαιοπάροχος τους, Ε.

Κ. του Φ., προχώρησε μαζί με τους συγκυρίους της ευρύτερης έκτασης σε διανομή της αναθέτοντας στον μηχανικό Η. Σ. την κατάτμηση και αποτύπωση της, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου, σε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ στη συνέχεια το επίδικο ακίνητο καταμετρήθηκε εκ νέου και συντάχθηκε το από Απρίλιος 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Ρ.. Εξάλλου, με το υπ' αρ. 16.../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Άννας Καλίτση - Παναγοπούλου δημιουργήθηκε επί του επίδικου οικοπέδου θέση στάθμευσης, η οποία χρησιμοποιείται μέχρι και τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης από τον έναν εκ των συγκυρίων, τον Φ. Π. (με ποσοστό συγκυριότητας 25%), ενώ από το 2009 περίπου αυτό είναι περιφραγμένο με ελλενιτ.

Αντίθετα, το κυρίως παρεμβαίνον δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο αποδεικτικό της κυριότητος του Οθωμανικού κράτους επί του επίδικου ακινήτου ή Οθωμανών υπηκόων, που το εγκατέλειψαν, όταν αναχώρησαν από την απελευθερωθείσα Ελλάδα, επειδή δε, το ίδιο φέρει το βάρος του εν λόγω ισχυρισμού, χωρίς να εξαντλεί τη δικονομική του υποχρέωση απλά και μόνο με την επίκληση των διατάξεων των άνω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, πρέπει αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ομοίως, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του ότι απέκτησε το επίδικο με τα προσόντα της τακτική ή έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε καμία διακατοχική πράξη των οργάνων του επί του επιδίκου. Όπως μάλιστα αναφέρεται στο προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο με αρ. πρωτ. 526/12-3-2015 έγγραφο της Δ/νσης Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφέρειας Αττικής, το επίδικο εμφανίζεται στο υπ' αρ. .../12-10-1957 τοπογραφικό διάγραμμα απαλλοτρίωσης, που είναι κατατεθειμένο στο Υπουργείο Υγείας, πλην όμως, επειδή το εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο δεν φέρει αρίθμηση, ούτε και φαίνεται οικοπεδοποιημένο, αυτή (η παραπάνω υπηρεσία) δεν μπορεί να αποφανθεί για την ύπαρξη δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού.

Να σημειωθεί, πάντως, ότι η εμφάνιση του επιδίκου στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται και κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου λόγω απαλλοτριώσεως για αποκατάσταση προσφύγων, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 2 § 5 του από 29/30-4-1953 ΒΔ "περί κωδικοποιήσεως των κείμενων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κλ", προσφυγικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως από 15-4-1957, εφόσον μέχρι τη χρονολογία αυτή δεν είχε λάβει χώρα κατάληψη ή καταβολή αποζημίωσης, της έννοιας της κατάληψης νοουμένης ως περιλαμβάνουσα εμφανείς υλικές πράξεις και ενέργειες επί του απαλλοτριωθέντος, με τις οποίες αυτό καθυποτάσσεται στην εξουσία εκείνου που τις επιχειρεί (ΑΠ 614/2013 ΝΟΜΟΣ), τέτοια δε κατάληψη δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω.

Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, επομένως, αποδεικνύεται ότι η δικαιοπάροχος- των αιτουσών, μητέρα τους, Α. Π. του Σ., νεμόταν το επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου Δραπετσώνας Αττικής, εμβαδού 320 τμ, δηλαδή εμβαδού μικρότερου των 2.000 τμ, με διάνοια συγκυρίας και καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση χωρίς βαριά αμέλεια ότι είχε αποκτήσει από αληθινούς κυρίους και ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητος κανενός, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος (στις 19-3-2003) του νόμου 3127/2003 (από το 1930) και συνεπώς είχε αποκτήσει συγκυριότητα επί του επιδίκου κατά το προαναφερθέν ποσοστό, όχι μόνο με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, δυνάμει του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού των αιτουσών, που προέβαλαν σε αντίκρουση της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός που πρότεινε το κυρίως παρεμβαίνων περί κακής πίστεως των αιτουσών και των δικαιοπαρόχων τους κατά την κτήση της νομής τους ουδόλως αποδείχθηκε, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι είχε γνωστοποιηθεί σ' αυτούς, οποτεδήποτε, τυχόν δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου, ή είχε προβεί σε διεκδίκηση του (πχ με την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής), ή ότι είχε προβεί σε οποιαδήποτε εμφανή ενέργεια διακατοχής επ' αυτού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αυτό, κατά τις γενόμενες εγγραφές στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς καταχωρήθηκε με έκταση 273 τμ. και με ΚΑΕΚ .../0/0, συνορεύον γύρωθεν με τα ακίνητα που φέρουν ΚΑΕΚ .../0/0, .../0/0, .../0/0, .../0/0, ...

ΕΚ ... (οδός ...) και ... ΕΚ ... (οδός ...), και φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη κατά το ποσοστό των 32/72 εξ αδιαιρέτου. Με τις υπ' αρ. .../5/25-4-2005 και .../5/27-4-2005 αποφάσεις του ΔΣ του ΟΚΧΕ, που δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ Β' 608/9-5-2005, διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα της περιοχής του Δήμου Δραπετσώνας Αττικής καθώς και η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου Δραπετσώνας και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή η 9-5-2005.

Η δικαιοπάροχος, ωστόσο των αιτουσών, που ήταν εν ζωή κατά τον χρόνο περαίωσης της διαδικασίας κτηματογράφησης και έναρξης του κτηματολογίου, παρέλειψε να δηλώσει το εμπράγματο δικαίωμα της επί του επιδίκου και έτσι παρέμεινε η ανωτέρω αρχική εγγραφή με εμφαινόμενο άγνωστο ιδιοκτήτη για ποσοστό 32/72 εξ αδιαιρέτου.

Η αρχική αυτή εγγραφή, όμως, είναι ανακριβής και προσβάλλει τα δικαιώματα των αιτουσών ως συγκληρονόμων της δικαιοπαρόχου τους, Α. Π. του Σ., ως συγκυρία, κατά ποσοστό 1/36 ή 2/72 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε την αίτηση ως ουσία βάσιμη και απέρριψε την κύρια παρέμβαση (κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη) ως ουσία αβάσιμη διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον αυτού αποδείξεις, όσα δε υποστηρίζει με τους λόγους της έφεσής του το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο είναι αβάσιμα καθώς και η έφεση στο σύνολό της".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι η άμεση δικαιοπάροχος - μητέρα των αιτουσών - καθών η κύρια παρέμβαση και ήδη αναιρεσιβλήτων Α. Π. έγινε (συγ)κυρία κατά ποσοστό 1/36 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας .../2011πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μανώλη από την αληθή κυρία μητέρα της Γ.

Π. . 2) Ότι το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τους επικαλούμενους τρόπους κτήσεως κυριότητας ήτοι: α) λόγω απαλλοτρίωσης για την αποκατάσταση των προσφύγων, β) ως διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου και γ) με χρησικτησία. Μετά δε τις παραδοχές αυτές το άνω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ.3865 /2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την από 8/09/2011 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων για τη διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, του με ΚΑΕΚ .../0/0 επίδικου ακινήτου, ερειδόμενη μόνο στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας(κληρονομική διαδοχή), το οποίο φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία, ως προς το ιδανικό μερίδιο(1/36 εξ αδιαιρέτου) της άμεσης δικαιοπαρόχου, μητέρας τους, ως <<άγνωστου ιδιοκτήτη>> και είχε απορρίψει, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 233/2020, ΑΠ 1924/2017, ΑΠ 559/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η πλημμέλεια, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 968 1054 ΑΚ και του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, ρύθμιση, η οποία, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, καθόσον, κατά τις διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του, η επίδικη εδαφική έκταση, ως αποτελούσα τμήμα μείζονος απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης, ήταν ανεπίδεκτη χρησικτησίας και δη της ειδικής χρησικτησίας του άνω άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μείζονος απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης, ως προς την οποία παραδοχή η αναιρεσιβαλλομένη έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, η δε σχετική, με την απόκτηση κυριότητας από τη δικαιοπάροχο, μητέρα των αιτουσών - καθών η κύρια παρέμβαση, πρωτοτύπως, με την ειδική - ιδιάζουσα χρησικτησία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αιτιολογία είναι πλεοναστική, μη ασκούσα επιρροή στο διατακτικό της.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίες, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους(άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04-09-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 154/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (...) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ