Legislator Case Law & Legislation
121/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to sufficient lower court reasoning on contributory negligence.

Case Number 121/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Athens' judgment regarding a traffic accident. The appellant argued for a retrial based on alleged procedural errors and violations of substantive law concerning speed and pedestrian visibility. The court found the lower court's reasoning on the driver's contributory negligence clear, sufficient, and free of contradictions, thereby validating the original verdict.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553, 554, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning on the main issue of contributory negligence is clear, sufficient, and consistent, rendering further review unnecessary.

Keywords

AI generated
contributory negligence traffic accident liability appeal admissibility sufficient reasoning Code of Civil Procedure dismissal of appeal judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 554 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 914, 300 and 330 lit. b of the Civil Code
Art. 12 para. 1 and 19 para. 1 and 2 of the Road Traffic Law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 121 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 121/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονόμου.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. - Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., για τον οποίο παραστάθηκε ο Χ. Α. του Α. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο, καταθέτοντας και σχετικό σημείωμα στο Γραμματέα, ότι ο Χ. Α. του Α. τυγχάνει, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3033/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του αναιρεσιβλήτου - γιου του και συνεχίζει την παρούσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2587/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3702/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 15-9-2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1589/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3249/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 18-12-2014 ανακοπή ερημοδικίας.

Εκδόθηκε η 556/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την ανακοπή προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2161/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας, καθώς και της ως άνω 3249/2014 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο εν λόγω στάδιο επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.

Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Επίσης, ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής επί της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προθεσμία προς αναίρεση και αυτό γιατί, κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.

Η ανάγκη της αναφερόμενης επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, εξαιτίας της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.

Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", καθόσον η τελευταία προϋπόθεση αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπρόθεσμα ανακοπή (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 197/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 15-3-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2863/233/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η ερήμην του αναιρεσείοντος κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2015) εκδοθείσα 3249/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) η 2161/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της πρώτης (3249/2014) απόφασης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει επίδοση, πριν την άσκησή της, της απορριπτικής της ανακοπής, 2161/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και συνεπώς ότι έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αμφοτέρων των παραπάνω αποφάσεων και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 673 παρ. 1 (ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 501) του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στις ειδικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και σ' εκείνη του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, για ένδικα μέσα και αγωγές που ασκήθηκαν πριν την 1-1-2016, ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Ως ανώτερη βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί, εκτός των άλλων, και η ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος του, περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 673 του ΚΠολΔ, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας, είναι ουσιαστικού δικαίου και η συνδρομή αυτής καθ' εαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σχετικό δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1540/2017).

Με το άρθρο 559 αριθμ. 1α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 49/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος Θ. Α. Α., με την από 26-6-2007 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσείοντος Γ. Σ. και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ", ζήτησε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του ως πεζού σε ατύχημα που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος κατά την οδήγηση του … ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2587/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ενάγων. Ο τελευταίος άσκησε έφεση, η οποία επίσης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 3702/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ο ενάγων άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με τη 1589/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Εφετείο με κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και εκδόθηκε η 3249/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ερήμην του πρώτου τότε εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Σ., με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος είναι τόσον ο τελευταίος (οδηγός) κατά ποσοστό 70% όσο και ο ίδιος ο ενάγων (πεζός) κατά 30%, έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του.

Κατά της πιο πάνω 3249/2014 απόφασης ο πρώτος εφεσίβλητος Γ. Σ. άσκησε την από 18-12-2014 ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενος ανώτερη βία στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ν. Α. (σοβαρή ασθένεια) που τον εμπόδισε να εμφανιστεί στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με συνέπεια αυτός να δικαστεί ερήμην.

Η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 2161/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κατ' αυτής της απόφασης και της 3249/2014 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων (ανακόπτων-ερήμην δικασθείς εφεσίβλητος) άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας 2161/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι δεν συνέτρεξε ανώτερη βία στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται) αλλά και εκ πλαγίου, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ανώτερης βίας, που ήταν κρίσιμο για το αποτέλεσμα της δίκης, ενώ παραβίασε επίσης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στην αόριστη νομική έννοια της ανώτερης βίας και ειδικότερα ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο άνθρωπος που νοσεί βαρύτατα αδυνατεί να ασχοληθεί με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Το Εφετείο, με την προαναφερόμενη απόφασή του, ως προς το ως άνω κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως πιθανολογηθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Πιθανολογήθηκε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος Ν. Α., δικηγόρος Αθηνών, αντιμετώπιζε ήδη από τον Ιανουάριο του 2014 σοβαρό πρόβλημα υγείας (καρκίνος πνεύμονα) και τελικά απεβίωσε στις 12-6-2014 εξαιτίας της πιο πάνω νόσου.

Όπως προκύπτει από το από 28-1-2014 υπηρεσιακό σημείωμα του γραφείου κίνησης ασθενών του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Θώρακος " Η ΣΩΤΗΡΙΑ", ο πιο πάνω πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος εισήλθε για νοσηλεία στο πιο πάνω νοσοκομείο στις 24-1-2014 και παρέμεινε νοσηλευόμενος τουλάχιστον μέχρι τις 28-1-2014 με διάγνωση εισόδου "Σκίαση πνεύμονα".

Στις 27-2-2014, ο παθολόγος ιατρός Μ. Μ. γνωμάτευσε ότι ο Ν. Α. χρήζει άμεσης εισαγωγής στην Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική ως πάσχων από NSCLC, ήτοι από καρκίνο του πνεύμονα, χωρίς όμως να πιθανολογηθεί ότι ο τελευταίος εισήχθη και παρέμεινε νοσηλευόμενος στην πιο πάνω ή σε άλλη κλινική. Το ίδιο συνέβη και στις 20-3-2014 με σχετική γνωμάτευση του ίδιου ως άνω ιατρού χωρίς και πάλι να πιθανολογείται ότι ο συνήγορος του ανακόπτοντος εισήχθη και παρέμεινε νοσηλευόμενος σε κάποια κλινική.

Συνεπώς, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ασθένεια του πιο πάνω δικηγόρου συνεπαγόταν και αδυναμία αυτού να επικοινωνήσει με τον εντολέα του ανακόπτοντα ή με άλλον δικηγόρο, κατά τη συζήτηση της παραπάνω έφεσης, στις 6-3-2014, αφού κατά την ημερομηνία αυτή δεν νοσηλευόταν σε νοσηλευτικό ίδρυμα και επομένως αυτός μπορούσε να ειδοποιήσει έγκαιρα τον ανακόπτοντα για την αδυναμία παράστασής του στο Εφετείο και έτσι ο τελευταίος να προβεί στις δέουσες ενέργειες για ανάθεση της υπόθεσης σε άλλο δικηγόρο, προκειμένου να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει τουλάχιστον την αναβολή της συζητήσεως για τον παραπάνω λόγο". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ ως προς την έννοια της ανώτερης βίας, γιατί, υπό τα περιστατικά που δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκαν, δεν συνέτρεξε γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν και δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Συνεπώς, δεν υφίσταται η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ευθεία παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που το Εφετείο δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκαν στην έννοια της ανώτερης βίας. Δεν υφίσταται επίσης ούτε εκ πλαγίου παραβίαση, γιατί το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανώτερης βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το πόρισμά του.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα, εξαιτίας του οποίου νοσηλεύτηκε από 24-1-2014 έως 28-1-2014 τουλάχιστον, ότι δεν πιθανολογήθηκε για το μετέπειτα και έως τη συζήτησης της έφεσης του αναιρεσιβλήτου (6-3-2014) χρονικό διάστημα νοσηλεία αυτού σε κάποιο θεραπευτήριο ούτε ότι η ασθένειά του αυτή συνεπαγόταν την αδυναμία του να επικοινωνήσει με τον αναιρεσείοντα ή άλλον δικηγόρο προς εκπροσώπηση του τελευταίου κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου.

Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πιθανολογηθέντων περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικά ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας, ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικά (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 253/2020). Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε, ενώ η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).

Περαιτέρω, με τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή .....", ενώ κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του αυτού νόμου, όπως επίσης ίσχυε κατά το ίδιο επίδικο χρόνο, "o οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ...

επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με τη δεύτερη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις (3249/2014), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-12-2005 και περί ώρα 23:00, ο πρώτος εναγόμενος Γ.

Σ. (γεννηθείς το έτος 1979), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής ΚΙΑ, 1346 cc), που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκινείτο επί της διπλής κατεύθυνσης Λ.

Αλίμου, στην περιοχή Αλίμου Αττικής, με κατεύθυνση από Λ. Βουλιαγμένης προς παραλία και πλησίαζε στη διασταύρωση αυτής με την κείμενη στα δεξιά, κατά την πορεία του, οδό Βαλλιάνου, η οποία συνεχίζεται στο απέναντι τμήμα της Λ. Αλίμου ως οδός Αγ. Γερασίμου. Η Λ. Αλίμου στο ύψος του ανωτέρω οδικού κόμβου, είναι ευθεία και οριζόντια, με διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας νησίδα ασφαλείας, που διακόπτεται στη συμβολή των άνω οδών, με πλάτος οδοστρώματος του κάθε ρεύματος πορείας 9 μ.

και δύο κύριες λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με απλές διακεκομμένες γραμμές και μία μικρότερη στο άκρο αριστερό του κάθε ρεύματος πορείας, με αριστερόστροφα βέλη, που αρχίζει πλησίον της διασταύρωσης, για την πραγματοποίηση προς τα αριστερά ελιγμού για την είσοδο των οχημάτων στις οδούς Αγ.

Γερασίμου (αυτών που κινούνται προς παραλία) και Βαλλιάνου (αυτών που κινούνται προς Λ. Βουλιαγμένης). Στην άνω διασταύρωση υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνηση πεζών και οχημάτων, ενώ στη Λ. Αλίμου, μετά τη διασταύρωση (για τα κινούμενα προς παραλία οχήματα) καθώς και στις οδούς Βαλλιάνου και Αγ.

Γερασίμου υπάρχουν διαβάσεις πεζών, σημασμένες με παράλληλες ραβδώσεις μεγάλου πλάτους (ZEBRA - άρθρο 5 § 4 περ. γ' του ΚΟΚ). Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είχε καθορισθεί σε 70 χλμ/ώρα, με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32). Κατά τον ως άνω χρόνο, που ήταν νύκτα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ενώ η κατάσταση των οδών.

ήταν υγρή, λόγω της υφιστάμενης ψιλής βροχόπτωσης, η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων μέτρια, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, του Τ.Τ. Γλυφάδας). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο ενάγων Θ. - Α.

Α., ηλικίας 16 ετών, βρισκόταν πεζός επί του αριστερού (κατά την πορεία του άνω αυτοκινήτου) πεζοδρομίου της Λ. Αλίμου, στη συμβολή αυτής με την οδό Αγ. Γερασίμου, και ειδικότερα στο ύψος της διάβασης πεζών, με τους φωτεινούς σηματοδότες, προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα τη Λ. Αλίμου, προκειμένου να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Ο ενάγων, μολονότι οι φωτεινοί σηματοδότες είχαν κόκκινη ένδειξη για τους πεζούς και πράσινη για τα κινούμενα επί της Λ. Αλίμου οχήματα, κατήλθε στο οδόστρωμα της Λ. Αλίμου και άρχισε να την διασχίζει κάθετα, χρησιμοποιώντας τη διάβαση πεζών. Αφού διέσχισε το προς Λ. Βουλιαγμένης ρεύμα πορείας της άνω λεωφόρου, διέβη τη νησίδα ασφαλείας και διέσχισε την αριστερή λωρίδα του προς παραλία ρεύματος πορείας, στο τέλος εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Τη στιγμή αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος στην ως άνω λωρίδα κυκλοφορίας (δεξιά του προς παραλία ρεύματος πορείας της Λ. Αλίμου), με αυξημένη για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα, από αμέλειά του, δεν αντελήφθη εγκαίρως τον ενάγοντα που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της άνω λεωφόρου, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, όταν δε τον αντελήφθη από απόσταση 20 μ.

περίπου, δεν μπόρεσε να τον αποφύγει, παρά την ασκηθείσα τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του (εμπρόσθιο αριστερό φτερό, καπώ και παρμπρίζ), κατά την προσπάθειά του να εκτελέσει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό και να τον τραυματίσει σοβαρά.

Υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού και η επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ενάγοντος πεζού. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί του απαιτούμενους χειρισμούς και να διακόπτει την πορεία του οχήματος του, μπροστά από οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο, που βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (ότι δηλαδή ήταν νύχτα, ότι το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω της βροχόπτωσης και ότι διερχόταν από ισόπεδο οδικό κόμβο, όπου υπήρχε διάβαση πεζών), αλλά εκινείτο με αυξημένη για τις ανωτέρω συνθήκες ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως ότι ο ενάγων πεζός διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της Λ.

Αλίμου, από τις υπάρχουσες στη διασταύρωση διαβάσεις πεζών, μολονότι ο τελευταίος είχε ήδη διασχίσει το προς Λ. Βουλιαγμένης ρεύμα πορείας της άνω λεωφόρου, είχε διαβεί τη νησίδα ασφαλείας και είχε διασχίσει την αριστερή λωρίδα του προς παραλία ρεύματος πορείας, δηλαδή είχε ήδη διανύσει μία απόσταση 14 μ.

περίπου, η δε Λ. Αλίμου στο ανωτέρω σημείο είναι ευθεία και οριζόντια, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η ορατότητα του δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όταν δε τον αντελήφθη, από απόσταση οπωσδήποτε 20 μ. (απόσταση που ο ίδιος αναφέρει στην προανακριτική απολογία του), να μη μπορέσει να διακόψει την-πορεία του, παρά την ασκηθείσα τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, ενόψει της αυξημένης για τις ανωτέρω συνθήκες ταχύτητας με την οποία εκινείτο και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος ή να εκτελέσει κάποιον επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό και να τον παρασύρει, τραυματίζοντάς τον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (άρθρα 12 §1, 19 § §1 και 2 του ΚΟΚ).

Από την άλλη πλευρά, ο ενάγων πεζός, από αμέλειά του, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τη Α. Αλίμου, που είναι κεντρική λεωφόρος, στο ύψος της άνω διασταύρωσης, χρησιμοποιώντας μεν τις εκεί υπάρχουσες διαβάσεις πεζών, μολονότι, όμως, οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχνα κόκκινο φως για τους πεζούς και πράσινο για τα κινούμενα επί της Λ.

Αλίμου οχήματα και χωρίς επιπρόσθετα να ελέγξει με προσοχή την επί της άνω λεωφόρου κίνηση των οχημάτων και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να τη διασχίσει ασφαλώς, όπως θα έπραττε κάθε συνετός πεζός, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον ΚΟΚ, όταν στις διαβάσεις πεζών υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, πρέπει οι πεζοί να συμμορφώνονται στα σήματά τους και να μην κατέρχονται στο οδόστρωμα^ όταν οι σηματοδότες έχουν ένδειξη πράσινη για τα οχήματα (άρθρο 38 § 4 περ.

α', β' και γ' του ΚΟΚ). Αποτέλεσμα της άνω οδικής συμπεριφοράς του ενάγοντος ήταν να μην αντιληφθεί εγκαίρως ότι στη δεξιά λωρίδα του προς παραλία ρεύματος κυκλοφορίας εκινείτο, το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και τον πλησίαζε, να παρεμβληθεί στην πορεία του, να παρασυρθεί από αυτό και να τραυματισθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Το ποσοστό ευθύνης του καθενός, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του πρέπει να προσδιοριστεί σε 30 % για τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και σε 70 % για τον ενάγοντα πεζό. Στην ανωτέρω κρίση του άγεται το Δικαστήριο από τη δέουσα Εκτίμηση του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από την κατάθεση, κατά την αστυνομική προανάκριση, της αυτόπτου μάρτυρος Κ.

Μ. (βλ. την έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Γλυφάδας), οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, κινουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στην αριστερή λωρίδα του προς παραλία ρεύματος πορείας της Λ. Αλίμου, παράλληλα προς το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, η οποία καταθέτει σαφώς και εξ ιδίας αντιλήψεως περί των ανωτέρω συνθηκών του ένδικου ατυχήματος και μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής : "....στην Λ.

Αλίμου ενώ κινιόμουν με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ ιδιοκτησίας μου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στο ρεύμα προς Λ. Ποσειδώνος στο ύψος που η Λ. Αλίμου διασταυρώνεται μέ τη Βαλλιάνου είδα έναν άντρα πεζό να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας μου κάθετα γρήγορα. Ξαφνικά είδα το αυτοκίνητο που ήταν ακριβώς στη δεξιά λωρίδα και δίπλα μου να πατάει φρένο για να αποφύγει τον πεζό, χωρίς όμως να τα καταφέρει.

Αποτέλεσμα ήταν να τον Κτυπήσει και να τον τραυματίσει....Θέλω να προσθέσω ότι οι σηματοδότες λειτουργούσαν κανονικά και το φανάρι ήταν πράσινο...Το πεζοφάναρο στο σημείο που διέσχιζε ο πεζός ήταν κόκκινο..." (βλ. την προσκομιζόμενη από 26-12-2005 προανακριτική κατάθεση της άνω μάρτυρος, που δόθηκε στις 23:20, ήτοι 20' περίπου μετά το ένδικο ατύχημα, στον τόπο του ατυχήματος, στα προστρέξαντα εκεί αστυνομικά όργανα του ΤΤ Γλυφάδας).

Η κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος ενισχύεται και από την από 9-3-2006 προανακριτική απολογία του πρώτου εναγομένου στο ΤΤ Γλυφάδας (βλ. αυτή προσκομιζόμενη), όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι : "Εκινούμην....με ταχύτητα γύρω στα 50-60 χλμ/ώρα. Έβρεχε και ο δρόμος ήταν ολισθηρός, πλησίαζα σε μια διασταύρωση και το φανάρι στην πορεία μου ήταν πράσινο.

Τότε σε απόσταση είκοσι μέτρων αντελήφθην ένα πεζό να διασχίζει την Λ. Αλίμου, κορνάρισα, φρενάρισα και είδα τον πεζό να σταματά στη μέση της οδού, απ' το φρενάρισμα το αυτοκίνητο κινήθηκε διαγώνια δεξιά, αφού το έστριψα για να αποφύγω τον πεζό, όμως ο πεζός χτυπήθηκε με την πλάγια αριστερή επιφάνεια του αυτοκινήτου μου...".

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είχε αρχίσει να διασχίζει την άνω διασταύρωση με πράσινο φως στους φωτεινούς σηματοδότες για τους πεζούς, μέχρι όμως να φθάσει στο προς παραλία ρεύμα πορείας της άνω οδού οι σχετικές ενδείξεις ετράπησαν σε κόκκινες για τους πεζούς και πράσινες για τα οχήματα και ότι, συνακόλουθα, ο πρώτος εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τον ΚΟΚ, να αναμείνει την απελευθέρωση της διάβασης από τους πεζούς, για να εκκινήσει, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον η άνω αυτόπτης μάρτυρας Κ.

Μ., κατέθεσε σαφώς ότι, όταν πλησίαζε στην άνω διασταύρωση και είδε από μακριά τον πεζό να διασχίζει κάθετα το ρεύμα πορείας της, τα αυτοκίνητα της ίδιας και του εναγομένου βρίσκονταν εν κινήσει και δεν κάνει μνεία για διακοπή, της πορείας των οχημάτων προ των φωτεινών σηματοδοτών και για εκκίνηση αυτών, με την αλλαγή των ενδείξεων σε πράσινες για τα αυτοκίνητα, αλλά αναφέρεται στη συνεχή ροή και κίνηση των οχημάτων επί της Α.

Αλίμου, ρητά δε καταθέτει ότι το φως των σηματοδοτών ήταν πράσινο για τα αυτοκίνητα και το πεζοφάναρο στο σημείο που διέσχιζε ο πεζός ήταν κόκκινο. Κατόπιν τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγόμενου οδηγού και του ενάγοντος πεζού, πρέπει η προβληθείσα από τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον τραυματισμό του, κατά ποσοστό 95%, που προβλήθηκε πρωτοδίκως, προβάλλεται δε και τώρα στην κατ' έφεση δίκη, νόμιμη κατ' άρθρο 300 ΑΚ, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 εδ.

β' του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, οι οποίες, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, προκύπτουν κατά το πραγματικό τους από το όλο περιεχόμενό του. Ειδικότερα, ως προς τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αυτός εκινείτο στη δεξιά λωρίδα του πλάτους 9 μέτρων ρεύματός του με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν αυξημένη για τις συνθήκες που επικρατούσαν (νύχτα, ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης, διάβαση πεζών σε κοντινό σημείο), ότι δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ούτε είχε συγκεντρωμένη την προσοχή του στην οδήγηση και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον παθόντα που διέσχιζε πεζός κάθετα το οδόστρωμα, από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του, αν και ο τελευταίος είχε ήδη διανύσει 14 περίπου μέτρα από το πλάτος του οδοστρώματος, όταν δε τον αντιλήφθηκε από απόσταση 20 περίπου μέτρων να μην μπορέσει να τον αποφύγει παρότι τροχοπέδησε, χειρισμός που θα ήταν αποτελεσματικός εάν εκεινείτο με μειωμένη ταχύτητα.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ουδεμία αντίφαση προς τα παραπάνω υπάρχει από το ότι το Εφετείο δέχτηκε παράλληλα ότι ο αναιρεσείων έβαινε κανονικά στην οδό με πράσινο σηματοδότη και ταχύτητα εντός του προβλεπόμενου ορίου. Οι φερόμενες δε ελλείψεις ως προς την ενδεδειγμένη ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την απόσταση από την οποία θα έπρεπε να αντιληφθεί ο οδηγός τον πεζό καλύπτονται από τις λοιπές παραδοχές.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη 3249/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2863/233/2019) αίτηση για αναίρεση των 2161/2018 και 3249/2014 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ