Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation decision due to lack of legal basis and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final expropriation compensation decision, ruling that the lower court's new assessment did not violate the Supreme Court's prior ruling. The appellant argued the new valuation lacked legal basis and reasoning, but the court found the new facts were clear and sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(4), 581(2) of the Code of Civil Procedure; A retrial following a Supreme Court annulment for lack of legal basis and insufficient reasoning does not constitute a violation if the new facts are clear and sufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 121 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2011 αίτηση οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης και αναγνώρισης δικαιούχου του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 13-4-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και με αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 36/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν ο ήδη αναιρεσείων με την από 20-1-2014 αίτησή του και το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 30-9-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 96/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 33/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21-3-2011 (αριθμ. καταθ. 85/30-3-2011) αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριωθέντων και εναπομεινάντων τμημάτων του ακινήτου του με ΑΚΠ 3206, να διαταχθεί η άρση της αυτοαποζημίωσης και να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος της αποζημίωσης που θα επιδικασθεί.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 36/2013 οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, η ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και διατάχθηκε η άρση της αυτοαποαποζημίωσης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αναιρέσεις από τους διαδίκους, που έγιναν δεκτές με την 96/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Ακολούθως με την από 12-6-2015 κλήση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Εφετείο Καλαμάτας η από 21-3-2011 αίτησή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2017 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (αναιρεσιβαλλόμενη), η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αίτηση και την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας του με ΑΚΠ 3206 ακινήτου σε 40 ευρώ/τ.μ., καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα του με ΑΚΠ 3206 ακινήτου, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, σε ποσοστό 40% για το τμήμα εμβαδού 9.943,65 τ.μ.
και σε ποσοστό 50% για το τμήμα εμβαδού 8.960,27 τ.μ. του ως άνω ακινήτου, αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφελείας για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα του άνω ακινήτου, ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση σε βάρος του αιτούντος και αναγνώρισε αυτόν δικαιούχο της αποζημίωσης. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Στο άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδας απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη - άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 539/2015).
Ειδικότερα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, ΑΠ 1016/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφός αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν από την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Εξάλλου, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται σωρευτικά ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι με άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009).
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/ 2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την προσβαλλόμενη 33/2017 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 21-3-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος με την ανταίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ασκήθηκε με τις προτάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 ν. 2882/ 2001, αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτου του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής και της ιδιαίτερης αποζημίωσης που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1059410/4629/0010/25-7-2006 κοινή υπουργική απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που
Δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ τ. Δ' 826/19-9-2006... κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Κορίνθου - Τρίπολης - Καλαμάτας, του τμήματος Τσακώνα - Καλαμάτα της ΝΕΟ Τρίπολης - Καλαμάτας και συγκεκριμένα από τη χ.θ. 21+380,00 έως τη χ.θ. 21+970,00 (κλάδος Λεύκτρο - Σπάρτη)...
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εκτείνονται στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Θουρίας και Καλαμάτας και μάλιστα στα δημοτικά διαμερίσματα Θουρίας και Μικρομάνης του Δήμου Θουρίας και στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου Καλαμάτας. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι εκτός σχεδίου πόλεως, πεδινή και ιδιαίτερα έφορη, σε κατά το πλείστον αρδευόμενη ζώνη.
Βρίσκεται κοντά στην Καλαμάτα (σε απόσταση 5 έως 8 χιλιόμετρα), έχει πρόσβαση σε όλα τα κοινής χρήσεως δίκτυα (οδικό, ηλεκτρικό, ύδρευσης, αστικής και υπεραστικής συγκοινωνίας, σταθερής και κινητής τηλεφωνίας), στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καλαμάτας (σε απόσταση 500 μέτρων έως 3 χιλιομέτρων, κατά περίπτωση) και σε πολυκαταστήματα.
Το συγκεκριμένο ακίνητο του αιτούντος βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ...,. Σύμφωνα με την έκθεση του Ιανουαρίου 2013 του πολιτικού μηχανικού Μ. Α. ολόκληρο το αγροτεμάχιο έχει έκταση 28.049,92 τ.μ., όπως απεικονίζεται με στοιχεία Ε (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 1) στο από Ιανουαρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα.
Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται έκταση 9.146,00 τ.μ., από τα οποία 7.461,00 τ.μ. βαρύνονται με αυτοαποζημίωση. Με την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος το ακίνητο κατατμείται σε δύο επιμέρους επιφάνειες Ε1, εκτάσεως 9.943,65 τ.μ. και Ε2 εκτάσεως 8.960,27 τ.μ. Σύμφωνα με την άνω έκθεση το ακίνητο αυτό έχει αυξημένη δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης για βιομηχανική χρήση, κατά τους ισχύοντες πολεοδομικούς όρους (ΠΔ 24/1985).
Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης της αξίας των ακινήτων της 11-2-2008 η περιοχή των εκτιμώμενων ακινήτων χαρακτηρίζεται κυρίως ως γεωργική. Πιθανότητα οικοδομικής αξιοποίησης για κατοικία στα ακίνητα εκείνα που έχουν πρόσωπο ή γειτνιάζουν με την υφιστάμενη εθνική οδό Μεγαλόπολης - Καλαμάτας, ενώ μικρή πιθανότητα βιομηχανικής αξιοποίησης παρουσιάζουν τα ακίνητα εκείνα που έχουν πρόσωπο στην υφιστάμενη εθνική οδό Μεγαλόπολης - Καλαμάτας - Μεσσήνης - Βελίκας - Χατζή - Πύργου και γειτνιάζουν με τη ΒΙΠΕ Καλαμάτας.
Με βάση τα στοιχεία που η Επιτροπή συνέλεξε από την τοπική κτηματαγορά και ύστερα από εκτεταμένες έρευνες προέκυψαν τα παρακάτω στοιχεία: Συγκεκριμένα οι τιμές μονάδας των άρτιων και οικοδομήσιμων γηπέδων με πρόσωπο στην ΕΟ 82 Σπάρτη - Καλαμάτα - Βελίκα - Χατζή - Πύργος, τα οποία παρουσιάζουν πιθανότητα οικοδομικής αξιοποίησης, κυμαίνονται από 40 έως 50 ευρώ/τ.μ.
Οι υψηλότερες τιμές αφορούν γήπεδα με δυνατότητα κυκλοφοριακής σύνδεσης. Τα απαλλοτριωτέα τεμάχια διαιρέθηκαν σε πέντε κατηγορίες. Το ακίνητο του αιτούντος βρίσκεται στην κατηγορία 4, στην οποία ανήκουν, σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση της επιτροπής τα γεωτεμάχια, που βρίσκονται νότια των γεωτεμαχίων της προηγούμενης κατηγορίας, με αρ. 3 δυτικά και σε μικρή απόσταση από τη ΒΙ.ΠΕ.
Καλαμάτας και βόρεια της ΕΟ 82 Σπάρτη - Καλαμάτα - Μεσσήνη - Βελίκα - Χατζή - Πύργος. Για την κατηγορία αυτή η έκθεση αναφέρει ότι το ιδεατό αγροτεμάχιο είναι πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης με πρόσβαση και μη συνιδιόκτητο, με βάση δε τα συγκριτικά στοιχεία της παραγράφου 2,3, η αξία προσδιορίσθηκε σε 7.000 έως 8.000 ευρώ/στρέμμα, ανάλογα με την ακριβή θέση και τα ειδικά χαρακτηριστικά.
Ειδικότερα το ακίνητο του αιτούντος είναι μεγάλο, πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης. Έχει πρόσβαση σε οδό, ενώ δεν έχει κυκλοφοριακή σύνδεση, με οδό ταχείας κυκλοφορίας. Η έκθεση εκτίμησης προσδιορίζει την αξία σε 4,37 ευρώ/τ.μ., όπως και το Δημόσιο στην ανταίτησή του, ενώ με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ισχυρίζεται ότι η εμπορική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει το ποσό των 18 ευρώ/τ.μ., η δε αντικειμενική του αξία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 27 ευρώ/τ.μ.
Σύμφωνα δε με την έκθεση ελέγχου και με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού, το οποίο σημειωτέον έχει πρόσβαση σε αγροτική ή ιδιωτική οδό, ορίζεται στο ποσό του 1,70 ευρώ/τ.μ. Ο ιδιώτης μηχανικός Μ. Α. προσδιορίζει την αξία του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου σε 200-220 ευρώ/τ.μ.
Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό έχει τεθεί ή επρόκειτο να τεθεί σε εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική χρήση, ούτε ότι γειτνιάζει με βιομηχανική περιοχή, ενώ έχει πρόσβαση σε ιδιωτική οδό. Το Δημόσιο προσκομίζει τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία, τα οποία μνημονεύει και στις προτάσεις του, τα υπ' αριθμ. 1008/30-6-2015, 801/20-8-2014 και 1049/25-8-2015 αγοραπωλητήρια συμβόλαια, κατά τα οποία Α) για δύο ελαιοπερίβολα 995,94 και 1.818,56 τ.μ.
στη θέση "..." τοπικής Κοινότητας ..., αντικειμενικής αξίας 1.952,04 και 3.564,38 ευρώ, αντίστοιχα, πουλήθηκαν στις 30-6-2015 προς 1.000 και 3.000 ευρώ, Β) ελαιοπερίβολο στη θέση "... ή ...", εκτός σχεδίου, αλλά εντός Γ.Π.Σ. τοπικής Κοινότητας ..., έκτασης 534 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 6.089,31 ευρώ, πουλήθηκε στις 20-8-2014 προς 1.000 ευρώ, Γ) Για οικόπεδο 133,46 τ.μ.
με οικία 63,03 τ.μ. εντός οικισμού ..., αντικειμενικής αξίας 22.770,13 ευρώ, πουλήθηκε στις 25-8-2015 προς 8.000 ευρώ συνολικά, δηλαδή στο 1/3 της αντικειμενικής του αξίας. Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλα τα αναφερόμενα στοιχεία, κρίνει ότι η οριστική τιμή μονάδας του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο της ενώπιον αυτού συζήτησης, ανέχεται σε 40 ευρώ/τ.μ.
Το ακίνητο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται εντός οικισμού. Μετά δε την απαλλοτρίωση κατανέμεται σε δύο εκτάσεις Ε1=9.943,65 τ.μ. και Ε2=8.960,27 τ.μ. Τα ακίνητα αυτά υφίστανται μείωση της αξίας τους, για τον ακόλουθο λόγο. Ενώ η μέγιστη δόμηση του αρχικού πριν την απαλλοτρίωση ακινήτου ήταν 25.244,93 τ.μ., στα εναπομείναντα τμήματα η μέγιστη δόμηση είναι 3.380,73 και 3.418,89 τ.μ., αντιστοίχως, και συνολικά 6.799,62 τ.μ.
Σύμφωνα δε με τη συμπληρωματική έκθεση εκτίμησης, εναπομεινάντων τμημάτων ιδιοκτησιών της Νέας Εθνικής Οδού το με ΑΚΠ 3206 ακίνητο, Τμήμα Α υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 75% και το με ΑΚΠ 3206 ακίνητο Τμήμα Β' υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 10%, ενώ το με ΑΚΠ 3207 ακίνητο υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 5%.
Σύμφωνα με το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Α., το ολικό γεωτεμάχιο εμφανίζεται με τα στοιχεία (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 1) και έχει συνολική έκταση 28.049,92 τ.μ. Η απαλλωτριωμένη έκταση εμφανίζεται με τα στοιχεία (9', 10, 10', 11, 12, 13, 4', 5, 5', 14, 15, 16, 9') και έχει έκταση 9.146,00 τ.μ., όπως απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ.
Α. με τα στοιχεία Ε1 (9', 9, 8, 7, 6, 5', 14, 15, 16, 9'). Έχει τριγωνικό σχήμα και έχει τις ακόλουθες διαστάσεις: η πλευρά 9'-9 έχει μήκος 2,88 μ., η πλευρά 9-8 έχει μήκος 83,50 τ.μ. και η πλευρά 8-7 έχει μήκος 209,17 μ. Η πλευρά 7-6 έχει μήκος 7,35 μ., η πλευρά 6-5' έχει μήκος 4,25 μ., η πλευρά 5'-14 έχει μήκος 0,68 μ. Η πλευρά 14-15 έχει μήκος 131,96 μ., η πλευρά 15-16 έχει μήκος 70,75 μ.
Το τμήμα Ε2 έκτασης 8.960,27 τ.μ. απεικονίζεται με τα στοιχεία Ε2 (2, 3, 4, 4', 13, 12, 11, 10, 1). Η πλευρά 1-2 έχει μήκος 99,68 μ. Η πλευρά 2-3 έχει μήκος 84,42 μέτρα. Η πλευρά 3-4 έχει μήκος 112,47 μέτρα. Η πλευρά 4'-13 έχει μήκος 4-14 μέτρα. Η πλευρά 13-12 έχει μήκος 115,22 μέτρα. Η πλευρά 12-11 έχει μήκος 92,51 μέτρα. Η πλευρά 11-10 έχει μήκος 16,14 μέτρα και η πλευρά 10-1 έχει μήκος 83,03 μέτρα.
Σύμφωνα δε με το σχεδιάγραμμα του ίδιου τοπογράφου, η δομήσιμη έκταση για το Ε1 ακίνητο είναι 1.139,63 τ.μ. και η δομήσιμη έκταση για το Ε2 ακίνητο είναι 1.126,91 τ.μ. Από την εκτίμηση των προαναφερομένων στοιχείων και μάλιστα από τη μείωση του συντελεστή δόμησης και το γεγονός ότι τα τμήματα που έχουν απομείνει έχουν σχήματα τριγωνικό το ένα, και τραπέζιο με τριγωνικό το άλλο, ώστε να δυσχεραίνεται η ανοικοδόμησή τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ακίνητα αυτά υφίστανται μείωση της αξίας τους, κατά 40% το Ε1 και κατά 50% το Ε2.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό δεν αναβαθμίζεται με τη Νέα Εθνική Οδό, διότι είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσβαση σε ιδιωτική οδό. Αντίθετα η νέα οδός του δημιουργεί μόνο προβλήματα. Επομένως θα πρέπει να διαταχθεί η άρση της αυτοαποζημίωσης...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 2882/2001, όπως η παρ. 4 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 παρ. 4 του ν. 4070/2012, καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά και του ΠΔ 24/1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλης ακίνητα, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα του ακινήτου του αναιρεσείοντος που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, η προσβαλλόμενη δε απόφαση περιέχει, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αυτής και δεν στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ καλύπτεται με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχεται ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., είναι αγρός αρδευόμενος, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και η κύρια εκμετάλλευσή του είναι αγροτική.
Ότι έχει πρόσωπο σε ιδιωτική οδό, ενώ δεν έχει κυκλοφοριακή σύνδεση με οδό ταχείας κυκλοφορίας και ως εκ τούτου είναι δυσχερής η οικοδομική αξιοποίησή του για βιομηχανική χρήση. Εκτίθενται δε σαφώς τα κριτήρια για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την αξία που είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ομοειδή ακίνητα στην ίδια κτηματική περιφέρεια, η οποία προσδιορίζεται από αγοραπωλητήρια συμβόλαια, καθώς και άλλα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα, όπως η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 και η προσκομιζόμενη από τον αιτούντα από Ιανουαρίου 2013 τεχνική τεκμηριωμένη έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, ενώ συνεκτίμησε για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου αυτού το γεγονός ότι δεν έχει πρόσωπο σε εθνική ή επαρχιακή οδό.
Εξάλλου, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το συγκεκριμένο ακίνητο βρίσκεται έναντι της εισόδου της ΒΙ.ΠΕ. δεν αντιφάσκει με την αναφορά στην ίδια απόφαση ότι το εν λόγω ακίνητο δεν είχε τεθεί ούτε επρόκειτο να τεθεί σε εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική χρήση, ούτε γειτνιάζει με βιομηχανική περιοχή, καθότι, όπως προαναφέρθηκε, διαλαμβάνονται στην απόφαση οι συνθήκες που το καθιστούν μη οικοδομικά και βιομηχανικά αξιοποιήσιμο (έχει πρόσωπο σε ιδιωτική οδό και όχι σε εθνική οδό) και δεν γειτνιάζει με βιομηχανική οδό, με την προφανή έννοια ότι δεν συνορεύει με βιομηχανική περιοχή, ούτε συνιστά, ενόψει των ανωτέρω, ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία η παραδοχή ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν έχει δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και ακολούθως η αναφορά της μέγιστης δόμησης του αρχικού ακινήτου και της δόμησης των τμημάτων αυτού μετά την απαλλοτρίωση.
Οι ανωτέρω παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, σχετικά με το ζήτημα της μείωσης της αξίας των απομενόντων, μετά την απαλλοτρίωση, τμημάτων, το Εφετείο, κρίνοντας με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, καθόσον δέχεται ότι το ως άνω απαλλοτριωμένο ακίνητο είναι μεν αγρός, εκτός σχεδίου πόλεως, και η κύρια εκμετάλλευσή του είναι αγροτική και ότι είχε ως προορισμό, έστω και δευτερευόντως, με βάση το εμβαδόν του, την οικοδόμησή του και τη δυνατότητα αξιοποίησής του, ως άρτιου και οικοδομήσιμου, με την ανέγερση οικοδομής προς βιομηχανική χρήση, πλην όμως είναι δυσχερής η οικοδομική του αξιοποίηση για το λόγο ότι έχει πρόσβαση μόνο σε ιδιωτική οδό.
Επίσης αναφέρεται το εμβαδόν των εδαφικών τμημάτων, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, και ότι τα τμήματα αυτά παραμένουν, με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, οικοδομήσιμα, έχει όμως μειωθεί ο συντελεστής δόμησης αυτών και, επιπλέον, λόγω του σχήματός τους (τριγωνικό το ένα και τετράγωνο με τριγωνικό το άλλο), με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η ανοικοδόμησή τους και να μειώνεται η έστω και δευτερεύουσα χρήση τους (οικοδομική) και να έχει μειωθεί η αξία τους κατά ποσοστό 40% του πρώτου τμήματος και κατά ποσοστό 50% του δεύτερου, η διαφοροποίηση δε αυτή αποδίδεται στο γεγονός ότι η δομήσιμη έκταση του δευτέρου τμήματος είναι μικρότερη από εκείνη του πρώτου και γιατί κατά ένα μέρος το τμήμα αυτό έχει σχήμα τραπέζιο και κατά ένα άλλο μέρος έχει σχήμα τριγωνικό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων του ακινήτου του αναιρεσείοντος, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω αναφερομένων διατάξεων.
Ειδικότερα, αναφέρεται το εμβαδόν των τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το σχήμα του κάθε τμήματος και οι διαστάσεις αυτών με ειδικότερη αναφορά στο μήκος κάθε πλευράς αυτών, καθώς και η δομήσιμη έκταση εκάστου τμήματος και η μέγιστη δόμηση του αρχικού πριν την απαλλοτρίωση ακινήτου και των απομενόντων τμημάτων αυτού μετά την απαλλοτρίωση, ενώ εκτίθενται οι λόγοι μείωσης της αξίας των εν λόγω τμημάτων και ειδικότερα η μεγάλη διαφορά στη μέγιστη δόμηση του αρχικού πριν την απαλλοτρίωση ακινήτου και στη μέγιστη δόμηση των απομεινάντων τμημάτων, η μείωση του συντελεστή δόμησης στα εναπομείναντα τμήματα και το σχήμα των τμημάτων αυτών.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 523/2016).
Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ) δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (ΟλΑΠ 848/1981, ΑΠ 107/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριούμενου ακινήτου και τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα του ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη το από Ιανουαρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα με δήλωση του ν. 651/1977 και την με ίδια ημερομηνία τεχνική έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Α.
Μ., που προσκόμισε με επίκληση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 3ο αυτής) γίνεται μνεία των παραπάνω εγγράφων που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων προς απόδειξη της αιτήσεώς του, στη συνέχεια δε (4ο, 5ο και 6ο φύλλο αυτής) γίνεται ειδική αναφορά στα έγγραφα αυτά και χωριστή αξιολόγησή τους.
Επομένως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα επίμαχα έγγραφα, τα οποία αξιολόγησε και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Συνακόλουθα, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ.
γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1054/2010).
Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξυπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 96/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπ' αριθμ. 36/2013 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, και ειδικότερα λόγω ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος με ΑΚΠ 3206 ακινήτου και τον προσδιορισμό της αξίας των τμημάτων αυτού που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, από την άποψη της μειώσεως της αξίας τους.
Επομένως, εφόσον η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, το Εφετείο με το να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναλυτικά εκτεθείσες παραδοχές του, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, είναι σαφείς και πλήρεις ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα του επιδίκου ακινήτου που παρέμειναν εκτός των ορίων της απαλλοτρίωσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη συμμόρφωσής του προς την αναιρετική απόφαση, όπως ο αναιρεσείων διατείνεται με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, γι' αυτό ο λόγος αυτός (τελευταίος) αναιρέσεως, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του ΚΠολΔ (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/9-5-2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 33/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ