Legislator Case Law & Legislation
121/2019 AI generated

121/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 121/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

121/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησαν 1)να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει σε καθένα τους αντίστοιχα 109.617,78, 130.695,19, 95.894,91, 4.917,41, 23.051,79, 72.475,62, 69.224,20, 129.034,90, 99.049,35 και 27.403,08 ευρώ, και 2) να καταδικαστεί να τους καταβάλει τα άνω ποσά στον καθένα τους νομιμότοκα, αφότου κάθε ειδικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 121 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 121/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Γ.,2) Ν. Χ. του Ε., 3) Ε. Π.-Γ. του Γ., 4) Μ. Φ. του Φ., 5) Α. Κ. του Ε., 6) Δ. Β. του Κ., 7) Α. Μ. του Θ., 8) Α. Α. του Π., 9) Μ. Κ.-Κ. του Β. και 10) Ε.-Ε. Ρ. του Ν., απάντων κατοίκων Αθηνών, και παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Α.Ε" (ΕΡΤ-Α.Ε.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα: α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη εταιρεία" όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικώς προς τούτο νομίμως εξουσιοδοτηθέντα Χριστόδουλο Σεφέρη, ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ΕΡΤ-ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λάλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 128/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3393/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 26-9-2011 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 25/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 2473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ζήτησαν οι αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι με την από 31-10-2016 αίτηση τους και το αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 20-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και καθένας την απόρριψη της αντίθετης αίτησης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκεινται προς κρίση οι από 20-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 900/2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 919/2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Β. Ε. και λοιπών (10 συνολικά), κατά της 2473/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 128/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 16-12-2005 (με αριθμό κατάθεσης 6100/2006) αγωγής.

2. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες- αναιρεσίβλητοι εκθέτουν με τη κρινόμενη αγωγή τους ότι παρείχαν στην ΕΡΤ ΑΡ, ήδη καταργηθείσα την 11-3-2013, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος, κατ'εφαρμογή των διατάξεων της ΟΙΚ2/11-6-2013 ΚΥΑ του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, τις υπηρεσίες τους ως χορωδοί - μέλη της χορωδίας, από τον αναφερόμενο για τον καθένα χρόνο, συνδεόμενοι με αυτή με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ η ίδια τις χαρακτήριζε ως συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ότι με την 1424/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με τη 9455/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε ότι συνδέονται με την ΕΡΤ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι έχουν αξιώσεις για διαφορές αποδοχών για το διάστημα 1995 - 2005, καθόσον η ΕΡΤ δεν κατέβαλε τις αποδοχές, που προβλέποντο από τις οικείες ΣΣΕ και βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όσον αφορά την ίση αμοιβή για ίση εργασία με συναδέλφους τους, που παρείχαν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες, άλλως βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ζήτησαν 1)να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει σε καθένα τους αντίστοιχα 109.617,78, 130.695,19, 95.894,91, 4.917,41, 23.051,79, 72.475,62, 69.224,20, 129.034,90, 99.049,35 και 27.403,08 ευρώ, και 2) να καταδικαστεί να τους καταβάλει τα άνω ποσά στον καθένα τους νομιμότοκα, αφότου κάθε ειδικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 128/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες και επ'αυτής εκδόθηκε η 3393/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε, λόγω αοριστίας να διαγνωσθεί σε ποιες αξιώσεις αναφέρεται ο γενόμενος εν μέρει περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησαν αίτηση αναίρεσης οι ενάγοντες και επ'αυτής εκδόθηκε η 25/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, αναιρέθηκε η άνω απόφαση και παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, το οποίο κατά την άνω απόφαση δεν επηρεάστηκε από τον περιορισμό και έμεινε αδίκαστο.

Με την από 16-10-2009 κλήση επαναφέρθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο, και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον 4ο ενάγοντα-εκκαλούντα, δέχθηκε την έφεση ως προς λοιπούς, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως προς την πέμπτη ενάγουσα, απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα για το χρονικό διάστημα των ετών 1995 έως 2000 ως παραγεγραμμένα και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου ως εκ του νόμου διαδόχου της ΕΡΤ ΑΕ, να καταβάλει στους ενάγοντες για τα υπόλοιπα έτη 2001-2005 τα εξής ποσά:

στην πρώτη 57.341,05, στον δεύτερο 81.062,96, στην τρίτη 48.288,11, στην έκτη 47.186,39, στον έβδομο 43.812,23, στην όγδοη 80.489,03, στην ενάτη 57.678,35 και στη δεκάτη 15.678,35 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αίτηση αναίρεσης, τόσο οι ενάγοντες όσο και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.

α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Ειδικότερα για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων ή μη) και καταβληθέντων κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι αξιούμενες από την αιτία αυτή διαφορές των αποδοχών (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015).

4. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 20-4-1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε., που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του Ν. 1730/ 1987 και εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12-4-1989 (ΦΕΚ 283/ 13/20-4-1989) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, "ο παρών ΓΚΠ της ΕΡΤ Α.Ε. καθορίζει τους όρους, τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού...

καθώς και τις εν γένει σχέσεις του προσωπικού με την εταιρία", ενώ, κατά την §1 του άρθρου 12 αυτού, "το τακτικό προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που έχει σε ενιαία μισθολογικά κλιμάκια (...). Κατά την §3 του ίδιου άρθρου "ο βασικός μισθός κάθε μισθολογικού κλιμακίου καθορίζεται με ειδική - συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνάπτεται μεταξύ της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και της ΕΡΤ ΑΕ...", και κατά την §10 του αυτού άρθρου "μειωμένες αποδοχές καταβάλλονται στο προσωπικό στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα Κανονισμό και από τις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Περαιτέρω με την από 31-7-2001 ΕΣΣΕ, που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (5/1-8-2001 πράξη), τροποποιήθηκε ο μέχρι τότε ισχύων άνω ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω ΕΣΣΕ, ορίσθηκε ότι "Στην παρούσα ΣΣΕ υπάγεται το τακτικό και έκτακτο (πλην δημοσιογράφων, ιατρών και δικηγόρων) προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, που καλύπτεται από τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα οποία είναι μέλη της ΠΟΣΠΕΡΤ".

Με το άρθρο 2 της ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "1. Με την παρούσα σύμβαση θεσπίζεται νέο μισθολόγιο, το οποίο αποκαθιστά τις δυσχέρειες και αδυναμίες του προηγούμενου, όπως και τις ακραίες εξατομικεύσεις των αμοιβών, δημιουργώντας νέο, δικαιότερο, ορθολογικότερο, ευνοϊκότερο για τους εργαζομένους, κατανοητό και εύκολα εφαρμόσιμο λογιστικά, μισθολογικό καθεστώς. 2.

Οι διαφορές αποδοχών, που θα προκύψουν μεταξύ των καταβαλλομένων την 28-2-2001 και των δικαιουμένων με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου την 1-3-2001, θα καταβληθούν σταδιακά ως εξής: Α) Το 50% της διαφοράς από την 1-3-2001. Β) Το υπόλοιπο 50% της διαφοράς από την 1-3-2002. 3. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας, καταργούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ, όπως ενδεικτικά τα άρθρα 12, 13 κ.λπ.

και γενικά κάθε διάταξη που ρυθμίζει θέματα μισθολογικά ή σχετίζεται με τις καταργούμενες ρυθμίσεις. 4. Όπου στον ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν μισθολογικά θέματα, εφεξής θεωρείται ότι η παραπομπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσης. 5. Η επανένταξη του προσωπικού με βάση τα νέα μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ) θα ολοκληρωθεί μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την κατάθεση ενός πρωτοτύπου της παρούσας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας".

Με το άρθρο 3 ορίζεται ότι το νέο μισθολογικό καθεστώς διαρθρώνεται ως εξής:1. Το προσωπικό του άρθρου 1 της παρούσης(εννοεί τόσο το τακτικό όσο και το έκτακτο προσωπικό) εξελίσσεται ανεξάρτητα από το βαθμό που έχει, σε ενιαία μισθολογικά κλιμάκια(Μ.Κ). 2. Σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο αντιστοιχεί ο ίδιος βασικός μισθός.

Οι υπάλληλοι που έχουν το ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο δικαιούνται το βασικό μισθό που αντιστοιχεί σ'αυτό, ανεξάρτητα από την κατηγορία στην οποία ανήκει η ειδικότητά τους. Περαιτέρω στο άρθρο 4 της άνω ΕΣΣΕ ορίζεται ότι: 1. Τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών ορίζονται σε τριάντα πέντε (35). 2.

Το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο (1ο Μ.Κ) ορίζεται στο ύψος των 175.000 δρχ(ήδη 513,57 ευρώ). 3. Καθένα από τα επόμενα κλιμάκια του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου, προσαυξάνεται, έναντι του προηγουμένου, με σταθερό ποσοστό 2%. Έτσι οι βασικοί μισθοί όλων των μισθολογικών κλιμακίων διαμορφώνονται σύμφωνα με τον πίνακα που ακολουθεί: " 1ο μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ), βασικός μισθός (ΒΜ) 175.000(ευρώ 513,57), 2ο ΜΚ, ΒΜ 178.500(ευρώ 523,84), 3ο ΜΚ, ΒΜ 182.070 (ευρώ 534,32), 4ο ΜΚ, ΒΜ 187.520(ευρώ 545,03).....".

Επίσης στο άρθρο 5 παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι: Όλα τα μισθολογικά κλιμάκια κάθε κατηγορίας(19 Μ.Κ), διανύονται ανά διετία, πλην του 1ου και 2ου κάθε κατηγορίας που χορηγούνται, κατά την είσοδο του υπαλλήλου στην ΕΡΤ ΑΕ το πρώτο και μετά την συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας το δεύτερο αντίστοιχα. Στο άρθρο 6 παρ. 1 που τιτλοφορείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας ορίζεται ότι: (το επίδομα αυτό ανέρχεται) σε ποσοστό( τέσσερα) 4% με την συμπλήρωση δύο ετών υπηρεσίας....

σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα... Μετά την συμπλήρωση 2 ετών ποσοστό 4%, 4 ετών ποσοστό 12%, 6 ετών ποσοστό 20%, 8 ετών ποσοστό 28%, 11 ετών ποσοστό 36%, 14 ετών ποσοστό 44%....". Δηλαδή με τα άρθρα 3 - 8 καταστρώθηκαν, συνολικά, το νέο μισθολόγιο, τα νέα ΜΚ, οι κανόνες ένταξης των εργαζομένων σε αυτά ανάλογα με την ειδικότητά τους, τα διατηρούμενα και καταργούμενα επιδόματα, ήτοι προβλέφθηκε η καταβολή πλήθους επιδομάτων, χορηγουμένων για διαφορετικές αιτίες και με διαφορετικές προϋποθέσεις το καθένα, η καταβολή οικογενειακών παροχών, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου και, γενικά, το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων που υπάγονταν στην από 31-7-2001 ΕΣΣΕ κατά τρόπο πλήρη, οριστικό και διαφορετικό του μέχρι τότε ισχύοντος βάσει του ΓΚΠ.

Περαιτέρω με το άρθρο 23 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "... Ευνοϊκότεροι όροι και συνθήκες εργασίας, που έχουν θεσπιστεί για τους εργαζόμενους της ΕΡΤ με διατάξεις Νόμων, ΣΣΕ, Διαιτητικών Αποφάσεων, ΓΚΠ και ΑΔΣ ΕΡΤ, δεν θίγονται με την παρούσα, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και εφαρμόζονται στο τακτικό και έκτακτο προσωπικό της ΕΡΤ, που καλύπτεται από την ΠΟΣΠΕΡΤ.

Η ισχύς της παρούσας ΣΣΕ σε όσα θέματα δεν ορίζεται άλλη ημερομηνία, αρχίζει από 1-3-2001 και λήγει την 31-12-2002, οι δε διατάξεις της δεσμεύουν τα δύο μέρη για όλο το χρονικό διάστημα και μέχρι την υπογραφή νέας ΣΣΕ". Στη συνέχεια, με την από 12-2-2004, νεότερη ΕΣΣΕ μεταξύ της ΕΡΤ ΑΕ και της ΠΟΣΠΕΡΤ, που κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, συμφωνήθηκε (με το άρθρο τρία (3) αυτής), η χορήγηση αυξήσεων επί των βασικών μισθών των.., όπως είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος της, κατά ποσοστό 3,1% για το διάστημα από 1-1-2003, 3,1% για το διάστημα από 1-7-2003, 3,5% για το διάστημα από 1-1-2004 και 3,5% για το διάστημα από 1-7-2004, ήτοι συνολική αύξηση για όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα ανερχόμενη σε ποσοστό 13,2%.

Με το άρθρο 2 παρ. 2 της ίδιας ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι "2.1 Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργούνται όσες διατάξεις του ΓΚΠ της ΕΡΤ είναι αντίθετες με τα ρυθμιζόμενα με την παρούσα θέματα. (... ). 2.2. Όπου στον ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν μισθολογικά θέματα, θεωρείται ότι η παραπομπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας και στις ΕΣΣΕ που έχουν υπογραφεί μέχρι σήμερα".

Με το άρθρο 15 παρ. 2 ορίστηκε ότι "όλες οι προηγούμενες ΕΣΣΕ και διαιτητικές αποφάσεις με οποιονδήποτε τρόπο και αν θεσπίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν σε όσα θέματα δεν τροποποιούνται με την παρούσα", ήτοι και η από 31-7-2001 ΕΣΣΕ. Εν συνεχεία με το άρθρο 2 που τιτλοφορείται "αυξήσεις", της από 16-12-2005 νεότερης ΕΣΣΕ ορίζεται "ότι οι βασικοί μισθοί που αντιστοιχούν στα μισθολογικά κλιμάκια ...

και έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα αυξάνονται(προσθετικά) κατά ποσοστό ως εξής :από 1-1-2005 κατά 3,5%. Από 1-7-2005 κατά ποσοστό 0,6%. Από 1-1-2006 κατά ποσοστό κατά 3,9%". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών στους ενάγοντες, που απασχολούνται ως χορωδοί-μέλη της χορωδίας από τους αναφερόμενους για τον καθένα χρόνους, συνδεόμενοι με την ΕΡΤ ΑΕ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ των οφειλομένων κατά τις άνω ΕΣΣΕ αποδοχών (δεδουλευμένων ή μη) και των μικρότερων ποσών, που κατά την αγωγή καταβλήθηκαν σε αυτούς, πλην της διάκρισης σε βασικό μισθό και επιδόματα και της αιτίας των τελευταίων, πρέπει να διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο ή τουλάχιστον να προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενό του η συσχέτιση του αιτουμένου βασικού μισθού με το μισθολογικό κλιμάκιο της αντίστοιχης χρονικής περιόδου, στο οποίο είχαν ενταχθεί ή όφειλε να έχει κατά νόμο ενταχθεί ο κάθε ενάγων, προκειμένου να υπολογισθεί κατά νόμο το ύψος αυτού και να ελεγχθεί η βασιμότητα της σχετικής αξίωσης των εναγόντων.

Τέλος από τον συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ.1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και των προσθέτων λόγων, έχει την ίδια εξουσία όπως και το πρωτοβάθμιο και κατά συνέπεια μπορεί να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, μεταξύ άλλων, το ορισμένο, το παραδεκτό (για τους λοιπούς λόγους) ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1481/2013, ΑΠ 1625/2011). 5.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 16-12-2005 και με αριθ. κατάθ. 6100/2006 αγωγής, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι παρείχαν στην ΕΡΤ ΑΕ, ήδη καταργηθείσα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε εκ του νόμου ως καθολικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο, ήδη αναιρεσίβλητο-αναιρεσείον, τις υπηρεσίες τους ως χορωδοί-μέλη της χορωδίας, από τον αναφερόμενο για τον καθένα τους χρόνο και ότι με την 1424/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την 9455/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε ότι συνδέοντο με την ΕΡΤ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η ΕΡΤ το χρονικό διάστημα 1995-2005 δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές που δικαιούντο βάσει των οικείων ΣΣΕ και βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και τις οποίες κατέβαλε για ίση εργασία σε συναδέλφους τους που παρείχαν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες με αυτούς, άλλως βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ειδικότερα στην άνω αγωγή οι ενάγοντες προκειμένου να καθορίσουν μεταξύ άλλων και τις μηνιαίες αποδοχές των ετών 2001 έως και 2005, που ίσχυσαν οι άνω αναφερθείσες στην με αριθμό 4 μείζονα σκέψη από 30-7-2001, από 12-2-2004 και 16-12-2005 ΕΣΣΕ μεταξύ ΕΡΤ και ΠΡΟΣΠΕΡΤ, υπολόγισαν με βάση τους εμπεριεχομένους στην αγωγή πίνακες για βασικό μισθό εκάστου ενάγοντος κάποιο κάθε φορά ποσό για τα εκεί αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, χωρίς να προσδιορίζεται πώς αυτό προέκυψε για τον καθένα τους, χωρίς δηλαδή να έχει προσδιοριστεί εκ των προτέρων το μισθολογικό κλιμάκιο εκάστου βάσει των άνω ΕΣΣΕ, από το οποίο τελικά θα προκύψει για τα επί μέρους χρονικά διαστήματα ο εκάστοτε βασικός μισθός τους, με βάση τον οποίο θα υπολογιστούν στην συνέχεια οι διαφορές αποδοχών καθώς και οι επόμενοι υπολογισμοί για το χρονοεπίδομα και τα υπόλοιπα δικαιούμενα επιδόματα εκάστου.

Στη συνέχεια με βάση τα ποσά αυτά και μετ' αφαίρεση των αναγραφομένων στην αγωγή ως καταβληθέντων σε αυτούς ανά έτος ποσών, και δη των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, υπολογίζουν ανά έτος τις ούτω προκύπτουσες διαφορές, πλέον των επιδομάτων εορτών Πάσχα, εορτών Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας των ετών αυτών, που ανέρχονται συνολικά στα ποσά που για καθένα ενάγοντα για τα άνω χρονικά διαστήματα αναφέρονται, των οποίων διώκουν την επιδίκαση.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή πάσχει (ποσοτικής) αοριστίας, καθόσον οι ενάγοντες δεν συσχετίζουν τον οφειλόμενο βασικό μισθό (για τον κατά νόμο προσδιορισμό του ύψους του) με συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο αυτοί όφειλαν να είχαν καταταγεί κατά το άνω αιτούμενο χρονικό διάστημα υπό το καθεστώς των άνω από 30-7-2001, από 12-2-2004 και από 16-12-2005 ΕΣΣΕ μεταξύ της ΕΡΤ ΑΕ και της ΠΡΟΣΠΕΡΤ, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα μετά το έτος 2001 (υπό το καθεστώς δηλαδή των άνω ΕΣΣΕ), στο οποίο εμπίπτει κατά τα αναφερόμενα στη με αριθμό 4 μείζονα σκέψη, τόσο το τακτικό όσο και το έκτακτο προσωπικό της ΕΡΤ, δηλαδή και οι ενάγοντες που αποτελούσαν μέχρι τότε έκτακτο προσωπικό της.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, έκρινε ότι η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, απορρίπτοντας σιγή τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του τότε εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τον οποίο αυτό είχε προβάλλει με τις νομίμως κατατεθείσες από 4-11-2014 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς αντίκρουση της έφεσης των εναγόντων, έσφαλλε, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.

Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου(αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο αυτό κατ'εκτίμηση προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απόρριψης της αγωγής κατά το εν λόγω κεφάλαιο ως αόριστης, παρά τον προβληθέντα από αυτό σχετικό ισχυρισμό, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη 2473/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο επιδίκασης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους-αναιρεσείοντες μισθολογικών διαφορών των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 με αναγνωριστική διάταξη.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 332/2015).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 2/1989).

7. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. 8.

Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι με τον δεύτερο λόγο της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβάσεως διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα την εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 250 αρ. 17, 260, 261 και 263 ΑΚ καθώς και κατ'εκτίμηση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι, αν και με το δικόγραφο της ένδικης, από 16-12-2005 αγωγής τους είχαν προβάλλει καθ' υποφορά τον ισχυρισμό-αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών τους των ετών 1995 έως 2000 με την από 30-12-2004 και με αριθμό καταθέσεως 182311/.,…./2004 προηγούμενη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εντούτοις το Εφετείο κατά παράβαση των άνω διατάξεων έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής του εναγομένου κατά των αξιώσεών τους αυτών, απορρίπτοντας κατ'ουσίαν αβάσιμη την σχετική αντένστασή τους. 9.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βασίμου του άνω ερευνωμένου αναιρετικού λόγου: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβητοι με την υπό κρίση, από 16-12-2005 αγωγή τους ανέφεραν ότι η τότε εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ τους οφείλει για το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και το τέλος του 2005, τις στο δικόγραφο αναφερόμενες μισθολογικές διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων συνολικού ύψους 109.617,78 ευρώ για την πρώτη, 130.695,19 ευρώ για τον δεύτερο, 95.894,91 για την τρίτη, 4917,41 ευρώ για τον τέταρτο, 23.051,79 ευρώ για την πέμπτη, 72.475,62 ευρώ για την έκτη, 69.224,20 ευρώ για τον έβδομο, 129.034,90 ευρώ για την ογδόη, 99.049,35 για την ενάτη και 27.403,08 ευρώ για την δέκατη.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε μετά περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τα άνω ποσά, με βάση την αρχή της ισότητας και ίσης μεταχείρισης άλλως, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η εναγομένη, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε συνοπτικά στα πρακτικά και αναλύεται περισσότερο με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ισχυρίσθηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος των ετών 1995 έως 2000 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, καθόσον από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου για καθένα από τα έτη αυτά, που ήταν καταβλητέες οι αξιώσεις των εναγόντων, μέχρι την 21-12-2006, που επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Καθ'υποφοράν οι ενάγοντες προς αντίκρουση της ένστασης αυτής, πρόβαλαν με την υπό κρίση αγωγή τους, τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής λόγω άσκησης από μέρους τους, κυρίως της από 30-12-2004 και με αριθμό κατάθεσης 18……1/2004 αγωγής των ίδιων εναγόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, που επιδόθηκε νόμιμα σ' αυτή την 31-12-2004, πριν, δηλαδή, την πάροδο της πενταετίας, οπότε με τον τρόπο αυτό διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεών του των ετών 1995 έως 2000.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε όπως προαναφέρθηκε την καθ'υποφοράν αντένσταση των εναγόντων περί παραγραφής των αξιώσεών τους ως αβάσιμης κατ'ουσίαν. Ειδικότερα από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης σχετικά με το επίμαχο αυτό θέμα δέχθηκε αυτή, ότι τα αγωγικά κονδύλια έως το τέλος του 2000 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ κατά βάσιμη προβολή της ενστάσεως αυτής από την εναγομένη(ΕΡΤ).

Ότι η αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής ερειδομένη στο άρθρο 261 ΑΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, καθόσον η από 30-12-2004 με αρ. κατάθ. 18….1/2004 αγωγή που επικαλούνται οι ενάγοντες, αόριστα αναφέρει τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια με αποτέλεσμα να μη δύναται το Δικαστήριο να εκτιμήσει το περιεχόμενο αυτών με το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής ώστε να κρίνει την ταυτότητα των αγωγικών αξιώσεων με τις κρινόμενες αξιώσεις.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση παραγραφής της εναγομένης, αφού απέρριψε κατά τα άνω ως αβάσιμη την αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών τους των ετών 1995 έως 2000, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη καθ'ολοκληρία, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για τα έτη 2001 έως 2005, και επιδίκασε στους ενάγοντες για διαφορές αποδοχών τα ποσά που στην απόφαση αναφέρονται.

Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο με τη κρίση του ότι η προαναφερθείσα αντένσταση του ενάγοντος ήταν κατ'ουσίαν αβάσιμη, γιατί δεν αποδείχθηκε η ταυτότητα των αγωγικών αξιώσεων της κρινόμενης αγωγής με αυτές που περιέχονται στην από 30-12-2004 με αριθμό κατάθεσης 182311/…./2004 προηγούμενη αγωγή τους, δεν παρέβη την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και περαιτέρω κρίνοντας, ότι οι αξιώσεις των ετών 1995 έως 2000 είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, κάνοντας δεκτή την σχετική ένσταση, δεν παρέβη τη διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ, καθόσον η αξίωση των εναγόντων αναιρεσειόντων για τα έτη από 1995 έως 2000, της οποίας η παραγραφή άρχισε να τρέχει από την 1-1-2001 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2005, είχε παραγραφεί πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής, την 21-12-2006, και επομένως ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 250, 251, 261 και 263 ΑΚ και διέλαβε στην απόφαση επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων όσον αφορά τα έτη 1995-2000, με την προγενέστερη από 30-12-2004 με αριθμό κατάθεσης 18….1/2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή τους, λόγω μη αποδείξεως της νομικής και πραγματικής ταυτότητας των ενδίκων αξιώσεων με αυτές της τελευταίας άνω αναφερθείσης προγενέστερης αγωγής τους.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης των εναγόντων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και μετά την παραδοχή του άνω πρώτου λόγου της αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της σχετικά με τις αναγνωρισθείσες διαφορές αποδοχών των εναγόντων των ετών 2001 έως και 2005, και επειδή η εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει στο σύνολό του το προσβαλλόμενο απ'αυτό ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης (σχετικά δηλαδή με τις αναγνωρισθείσες αυτές διαφορές αποδοχών των εναγόντων), παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αυτής, όσο και μετά την απόρριψη ως αβασίμου του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, (εφόσον οι αγωγικές αξιώσεις καταβολής μισθολογικών διαφορών των ετών 1995 έως και 2000 κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 ΑΚ πενταετή παραγραφή),πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης των εναγόντων, καθόσον παρέλκει ομοίως ενόψει της βασιμότητας του προαναφερθέντος λόγου της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησής τους, λόγω της προαναφερθείσας εμβέλειας του γενομένου δεκτού ως βασίμου άνω λόγου.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να ερευνηθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό της επιδίκασης μισθολογικών διαφορών των ετών 2001 έως και 2005 και να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, καθώς και αυτών των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι οι ερμηνείες των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήσαν ιδιαίτερα δυσχερείς (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις α) από 20-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 900/2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και β) από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 919/2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Β. Ε. και λοιπών (10 συνολικά), κατά της 2473/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 31-10-2016 με αριθμό κατάθεσης 919/2016 αίτηση.

Αναιρεί την 2473/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό και δη στην πρώτη των 57.341,05 ευρώ, στον δεύτερο των 81.062,96 ευρώ, στην τρίτη των 48.288,11 ευρώ, στην έκτη των 47.186,39 ευρώ, στον έβδομο των 43.812,23 ευρώ, στην όγδοη των 80.489,03 ευρώ, στην ενάτη των 57.678,35 ευρώ και στη δέκατη των 15.678,35 ευρώ.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος.

Δικάζει την από 16-12-2005 και με αριθμό κατάθεσης 6100/2005 αγωγή και κατά το μέρος αυτό.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα και των δύο αιτήσεων αναίρεσης καθώς και αυτά των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ