121/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated121/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 Α.Κ., αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 121 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δανάη Τσαπικίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,
Των αναιρεσίβλητων: 1.Δ. Κ. του Α., 2.Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Θ. Λ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια ο 1ος και μετά η 2η του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Μπίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 19297/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 8-11-2017 έκθεση του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 3 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο σε περίπτωση υλικής αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου και όχι όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως Εφετείο και επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αρ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το Ειρηνοδικείο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.
Α.Π. 3/1991). Στη δικαζόμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την αιτίαση ότι αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένως δέχθηκε ότι το Ειρηνοδικείο Βασιλικών, που είχε εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, ορθώς απέρριψε τη νομοτύπως προταθείσα ένστασή του περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας, απορρίπτοντας ακολούθως το σχετικό λόγο της έφεσής του, αντί να παραπέμψει για εκδίκαση την, κατ' αυτού απευθυνόμενη, από 4-5-2009 αγωγή των αναιρεσίβλητων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ως αρμόδιο δικαστήριο, επειδή έκρινε ότι η αποζημίωση που θα έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν (εναγόμενο-αναιρεσείοντα) για την παροχή της δουλείας διόδου ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ.
Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν προεκτεθεί, το σφάλμα αυτό, που αποδίδεται μεν στο Μονομελές Πρωτοδικείο, αρμόδιο υλικώς για την εκδίκαση των εφέσεων κατά των ειρηνοδικειακών αποφάσεων, αλλ' αφορά την υλική αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ., ούτε οποιοδήποτε άλλο από τους περιοριστικώς στο άρθρο αυτό αναφερόμενους και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης του αναιρεσείοντος αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.-
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 Α.Κ., αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως ακίνητο περίκλειστο θεωρείται εκείνο που στερείται από κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του κατά τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, αλλά οι ανάγκες του εξυπηρετούνται ατελώς από αυτήν, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ακίνητα αγροτικά ή αστικά, οικοδομημένα εν μέρει ή για ασκεπείς χώρους εντός ή εκτός σχεδίου.
Η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής, ενόψει των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού και της θέσης ή περιοχής του.
Στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις και την κατεύθυνση της διόδου, επιλέγοντας την προσφορότερη δίοδο με κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημιά των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 403/2009). Η υποχρέωση για την παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, με την έννοια ότι περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου του που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και αντισταθμίζεται με την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης που καταβάλλεται πριν τη χρήση της διόδου.
Ανάλογη αποζημίωση είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία του κυρίου του γειτονικού ακινήτου που βαρύνεται με την παροχή της διόδου. Ο καθορισμός της ανάλογης αποζημίωσης περιλαμβάνει όχι μόνο τη μείωση της αξίας του γειτονικού ακινήτου από τη σύσταση της δουλείας ή τη μείωση της προσόδου του, αλλά και κάθε άλλη από την παροχή της διόδου ζημία.
Η αποζημίωση είναι χρηματική, οφείλεται πάντοτε και καταβάλλεται εφάπαξ, μόνο δε μετά την καταβολή της αποζημίωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η δίοδος (ΑΠ 1792/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ., προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν και ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις παραδοχές του, ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Δυνάμει του υπ' αριθμόν .../2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.
Α.- Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, στον τόμο … με αυξ. αριθμ…. και στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμό .../2005 συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο εξοφλήθηκε ολοσχερώς το τίμημα της παραπάνω αγοραπωλησίας και έγινε άρση του όρου απαγόρευσης διάθεσης αυτού, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα με τη με αριθμό …//2.11.2005 πράξη καταχώρησης, στο Κτηματολογικό Γραφείο Βασιλικών, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, του με αριθμό … αγροτεμαχίου, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 7.375 τ.μ.
και ήδη μετά την κτηματογράφηση και νεότερη εμβαδομέτρηση 7.458 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην πρώην κτηματική περιοχή Πλαγιαρίου Θεσσαλονίκης και ήδη στη Δημοτική Κοινότητα Πλαγιαρίου της Δημοτικής Ενότητας Μίκρας του Δήμου Θέρμης της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Το παραπάνω αγροτεμάχιο μετά την κτηματογράφηση και την ένταξή του στο Εθνικό Κτηματολόγιο, έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ... και συνορεύει βόρεια με πλευρά διαγράμματος … μέτρων γραμμικών 78,00, με το με αριθμό … αγροτεμάχιο και ήδη με αριθμό ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά σε πλευρά διαγράμματος … και …, με ξένη ιδιοκτησία αγροκτήματος Τριλόφου επί της οριακής γραμμής του αγροκτήματος Τριλόφου, δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά …, … και …, με το με αριθμό … ρέμα πρώην δημοτικού διαμερίσματος Πλαγιαρίου και νυν Δημοτικής Κοινότητας Πλαγιαρίου της Δημοτικής Ενότητας Μίκρας του Δήμου Θέρμης και ήδη με αριθμό ΚΑΕΚ ..., όπως τα παραπάνω όρια προκύπτουν από το συνημμένο στην αγωγή με αριθμ.
πρωτ. …/15.4.2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος της αναπληρώτριας προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Βασιλικών Κ. Π.. Το παραπάνω αγροτεμάχιο περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Ν. Θ. του Π. και της Ά., με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άτυπη παραχώρηση προς αυτόν από τη συγγενή του Σ.
Ζ. του Δ., η οποία απεβίωσε στις 7.12.1956, στη δε τελευταία περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμόν .../26.7.1949 τίτλου κυριότητας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο … με αριθμό …, όπως τον τρόπο κτήσης κυριότητας του ακινήτου από τους ενάγοντες, δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος είναι κύριος του υπ' αριθμόν … αγροτεμαχίου (αριθμός ΚΑΕΚ ...), το οποίο απέκτησε δυνάμει των υπ' αριθμόν …/1989 και .../1991 συμβολαίων αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Μ.-Τ. και του υπ' αριθμόν .../1997 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.
Τ.-Τ., που νόμιμα μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, στους τόμους …, … , και …, με αριθμούς …, … και … αντίστοιχα. Το προπεριγραφόμενο ακίνητο των εναγόντων είναι περίκλειστο, με την έννοια ότι στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για τη σύμφωνα με τον προορισμό του εκμετάλλευση ή χρησιμοποίηση του, όπως προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα από το συνημμένο στην αγωγή με αριθμό πρωτ.
…/15.4.2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του παραπάνω αγροτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ ... του κτηματολογικού γραφείου Βασιλικών. Ο πλησιέστερος δρόμος με τον οποίο ζητούν οι ενάγοντες να συνδεθούν, είναι κοινόχρηστος και δύναται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες όλων των ακινήτων που βρίσκονται στην περιοχή και όχι μόνο των εφαπτομένων σε αυτόν, ανεξαρτήτως αν οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων επιχειρούν να τον ενσωματώσουν στις ιδιοκτησίες τους, είναι αυτός που παραχωρήθηκε κατά τη διανομή του έτους 1931 και αποτυπώνεται στο ανωτέρω απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, με αριθμό ΚΑΕΚ; ....
Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων αλλά και οι τελευταίοι χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν δίοδο, η οποία ξεκινά από τον .παραπάνω αγροτικό δρόμο διανομής και την υφιστάμενη σήμερα περίφραξη που έχει τοποθετήσει ο εναγόμενος, συνεχίζει σε ευθεία γραμμή εντός του ακινήτου του τελευταίου και καταλήγει στο ακίνητο των εναγόντων.
Επομένως, το ακίνητο αυτών, που στερείται διόδου προς την οδό, είναι αναγκαίο να αποκτήσει δίοδο, σύμφωνα με τον προορισμό του και τη χρήση του, η οποία συνίστατο κατά τον παρόντα χρόνο στην εξυπηρέτηση των κατοίκων των δύο μονοκατοικιών, που ανεγέρθηκαν στο ακίνητο. Προσφορότερη, συντομότερη και επαρκής δίοδος για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, ενόψει και της φύσης του, κρίνεται, αυτή που άφησε εκτός των ορίων της περίφραξής του ο εναγόμενος, λαμβάνοντας υπόψη και του γεγονότος ότι, επί σειρά ετών, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν αυτή για τη διέλευση στην ως άνω αγροτική οδό, και συγκεκριμένα η δίοδος σχήματος τραπέζιου, εμβαδού 183 τ.μ. (πλάτους 3 μέτρων), όπως αποτυπώνεται με στοιχεία ...
στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή διάγραμμα με τις ακόλουθες διαστάσεις: βορειοδυτικά σε πλευρά διαγράμματος … μέτρων γραμμικών 64,25, βορειοανατολικά σε πλευρά διαγράμματος …μέτρων γραμμικών 4,47, νοτιοανατολικά σε πλευρά διαγράμματος …μέτρων γραμμικών 58,25 και νοτιοδυτικά σε πλευρά διαγράμματος …μέτρων γραμμικών 4,05.
Η δίοδος αυτή, πρέπει, ως ελέχθη, καθ' όλο το μήκος της να έχει πλάτος τρία (3) μέτρα, θεωρούμενου επαρκούς για την εξυπηρέτηση των αναγκών των εναγόντων, γιατί απ' αυτήν θα είναι ευχερής η διέλευση και των επιβατικών αυτοκινήτων των κατοίκων του ακινήτου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η συγκοινωνία του ακινήτου προς το δημόσιο δρόμο έπαψε με αυτόβουλη και αυθαίρετη πράξη των εναγόντων, ουδόλως αποδείχθηκε, αντίθετα από όλα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη το σχετικό απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος της επίδικης περιοχής προκύπτει ότι μεταξύ των αγροκτημάτων Τριλόφου και Πλαγιαρίου αλλά και της οδού αγροτικής διανομής και του ακινήτου των εναγόντων, δεν υπάρχει άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός δρόμος.
Η παροχή διόδου μέσω του ακινήτου του εναγομένου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου κρίνεται κατάλληλη, διότι δεν βαρύνει υπερβολικά το ακίνητο αυτού, αναλογικά με το εμβαδόν της σε συνδυασμό με το εμβαδόν του ακινήτου, λαμβανομένης υπόψη της ωφέλειας του περίκλειστου ακινήτου και της θέσης της μέσα στο βαρυνόμενο ακίνητο αλλά και του ότι γινόταν χρήση αυτής επί σειρά ετών.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί σε παροχή διόδου από το ακίνητό του, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων εφέσεως". Ακολούθως, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι το επίδικο ακίνητο των αναιρεσίβλητων στερείται δίοδο προς δρόμο και ότι ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση προς παροχή διόδου και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμο, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει ως προς το ζήτημα αυτό όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις παρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 του Α.Κ., δια της σαφούς παραδοχής ότι το επίδικο ακίνητο των αναιρεσίβλητων είναι περίκλειστο και δεν έχει δίοδο, με την έννοια ότι στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για τη σύμφωνα με τον προορισμό του εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, ότι αυτοί, ως συγκύριοί του, έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν δίοδο από το γειτονικό ακίνητο, κυριότητας του αναιρεσείοντος, αφού η εν λόγω στέρηση δεν οφείλεται σε ενέργειά τους και ότι η κατάλληλη δίοδος, ως εκ της εκτεθείσης χρήσεως του ακινήτου των αναιρεσίβλητων, της ανάλογης προς τη φύση του οικονομικής παρ' αυτών χρησιμοποιήσεως και προορισμού του, είναι η δίοδος σχήματος τραπεζίου, εμβαδού 183 τ.μ. (πλάτους 3 μέτρων), όπως αποτυπώνεται με στοιχεία ...
στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή διάγραμμα με τις προαναφερόμενες διαστάσεις, την οποία και καθόρισε ως απαιτούμενη και προσφορότερη δίοδο, έναντι ανάλογης καταβλητέας απ' αυτούς αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα, την οποία υπολόγισε σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (συνολικά 3.660 ευρώ), αφού έλαβε υπόψη το ποσό κατά το οποίο μειώνεται η αξία του βαρυνόμενου κτήματος κατά το χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά τα σχετικά μέρη, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί τα ως άνω σχετικά με το εμβαδόν και την κατεύθυνση της διόδου καθώς και το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί, παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
–
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.Α.Π. 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ. β' KΠολΔ., λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος (υπό στοιχ. Α2), λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ''με την απόρριψη των προβληθεισών από τον αναιρεσείοντα με σχετικό λόγο εφέσεως ενστάσεων για το μέγεθος του εμβαδού και της κατεύθυνσης της διόδου επήλθε επιβλαβής τοποθέτηση της διόδου και εξ αυτής ζημία προελθούσα ως συνέπεια παραβίασης από το Μονομελές Πρωτοδικείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας'', κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στον κανόνα του άρθρου 1013 Α.Κ., στη συνδρομή των όρων του οποίου στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο κατά την άποψή του προκύπτει αντίθετο πόρισμα που δεν πληροί το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διάταξης του πιο πάνω άρθρου 1013 ΑΚ.
Ήτοι με το λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2013 αίτηση του Σ. Τ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19297/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.-
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ