121/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated121/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι εν λόγω αιτιάσεις, ως λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Full text
Απόφαση 121 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Γ. Λ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Θεοδόση-Παπαλουκά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 30-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες στο φάκελο της δικογραφίας 9151/9.5.2013 και 8101/17,9-2014 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών Πατρών Κ. Α. και Αιγίου Μ. Α., αντίστοιχα, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και της από 4/4/14 κλήσεως προς συζήτηση, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας της εκκαλούσας, η έφεσή της κατά της 144/10 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 14/10/09 αγωγής διαζυγίου του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ήδη αναιρεσείουσας, στηριζόμενης στη συνεχή διάστασή τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, δέχτηκε την αγωγή και απάγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 2θ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 17/12).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (του οποίου η απόφαση έχει ενσωματωθεί στην αναιρεσιβαλλομένη μετά τη απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως), κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τον αναληθή ισχυρισμό του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ότι δήθεν από το Φεβρουάριο του 2006 οι διάδικοι ζουν χωριστά, κατόπιν επελθόντος ισχυρού κλονισμού, ενώ η αλήθεια είναι πως ουδέποτε έχει κλονιστεί τόσο σοβαρά η έγγαμη συμβίωση τους, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 1439 ΑΚ, ήτοι να καθίσταται αφόρητη η μεταξύ τους συμβίωση.
Οι εν λόγω αιτιάσεις, ως λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών προκύπτει ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιό δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκεια τους.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό, ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι: "Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ.
ΑΠ 1440/05)". Όμως, εκτός από την παράθεση της νομικής σκέψης από τη νομολογία, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται καμία συγκεκριμένη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης, που να στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται αν η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, και σε τι συνίσταται η αντίφαση ή η ανεπάρκειά τους.
Επομένως, οι εν λόγω αιτιάσεις στο βαθμό που επιχειρείται η θεμελίωση σ' αυτές λόγου αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, λόγω της παντελούς αοριστίας τους. Για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο είναι απαράδεκτη και η από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, χωρίς να προσδιορίζεται ποιο είναι το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση της Μ. συζ. Γ. Λ. για αναίρεση της 228/11 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ