121/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated121/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 121 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: της Ομορρύθμου Εταιρείας, που εδρεύει στη ..., με την επωνυμία "…", νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2.Ι. Γ. του Π. και 3 Π. Γ. του Ι., απάντων κατοίκων ... , υπό την ιδιότητά τους ως ομορρύθμων εταίρων της άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χορτάτο.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Ειδικές Μεταλλικές Κατασκευές Τεχνική Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21 Ιουλίου 2008 και 20 Οκτωβρίου 2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 305/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτησης αναίρεσης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... /17-12-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης …, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 1-10-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 305/2012 του Εφετείου Θράκης έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με προσδιορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 7ης/10/2013, στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη ερημοδικεί, καίτοι έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, για να λάβει μέρος σ' αυτή, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 686 παρ. α' του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή, αν χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση, στο σύνολο της ή εν μέρει, με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει τον χρόνο παράδοσης του έργου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή. Ακόμη, κατά το άρθρο 182 του ΑΚ, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή (η άλλη) ισχύει εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν γνώριζαν την ακυρότητα.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι, όταν η δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, που ασκεί ο εργοδότης κατά τη διάταξη του άρθρου 686 παρ. α' του ΑΚ, είναι άκυρη, επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται στην εν λόγω διάταξη για τη χορήγηση σ' αυτόν του σχετικού δικαιώματος, είναι δυνατόν η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης να ισχύσει και να επιφέρει τις έννομες συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 του ΑΚ, εφόσον ο υπαναχωρών εργοδότης αγνοούσε την ακυρότητα της υπαναχώρησης (ως μονομερούς απευθυντέας δικαιοπραξίας) κατά τον χρόνο άσκησής της και εφόσον συνάγεται από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία ότι αυτός, αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, θα ήθελε η σχετική δήλωσή του να ισχύσει ως δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ.
Η υποθετική δε βούληση αυτή του εργοδότη θεωρείται ότι υπάρχει σε περιπτώσεις που με την καταγγελία πραγματώνεται ο οικονομικός ή άλλος πρακτικός σκοπός που επιδιώχθηκε με την υπαναχώρηση, ενώ δεν θεωρείται ότι υπάρχει τέτοια βούληση, όταν συνάγεται ότι ο εργοδότης, αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, δεν θα προέβαινε σε καμία από τις δύο δικαιοπρακτικές δηλώσεις, δηλαδή ούτε σε δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου (αφού δήλωση υπαναχώρησης από εργοδότη που γνωρίζει την ακυρότητά της δεν εμπεριέχει, ούτε εκδηλώνει αντίστοιχη πραγματική δικαιοπρακτική βούληση ικανή να επιφέρει τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες), ούτε σε καταγγελία αυτής.
Σε κάθε περίπτωση, η μετατροπή προϋποθέτει αποδεικτική συναγωγή και τεκμηρίωση της εν λόγω υποθετικής βούλησης του εργοδότη. Συνακολούθως, για την ευδοκίμηση του ισχυρισμού, ότι η άκυρη υπαναχώρηση ισχύει κατά μετατροπή ως καταγγελία σύμβασης έργου, απαιτείται επίκληση και απόδειξη, από τον επικαλούμενο τη μετατροπή, πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να συνάγεται και να τεκμηριώνεται η υποθετική βούληση του εργοδότη να ισχύσει η σχετική δήλωσή του ως δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, η δε έλλειψη σχετικής απόδειξης δεν μπορεί να υποκατασταθεί με αντίστοιχη αντικειμενική εκτίμηση του δικάζοντος δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα-εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…." ιδρύθηκε το έτος 2007 και εδρεύει στο Δήμο … του Ν. …. Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της ορίστηκε με το από 31-8-2007 καταστατικό της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο εναγόμενος ομόρρυθμος εταίρος Ι. Γ. , ενώ ομόρρυθμος μέλος της τυγχάνει και ο εναγόμενος Π.
Γ. . Σκοπός της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας είναι, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση βιοτεχνίας ξυλουργείου, η εκτέλεση πάσης φύσεως ξυλουργικών εργασιών και η εμπορία ξυλείας και κάθε είδους επίπλων. Για την υλοποίηση αυτού του σκοπού, η άνω διάδικος ομόρρυθμη εταιρεία με το από 17-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, μίσθωσε ένα γήπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη θέση "... " του Δήμου …, εκτάσεως 4.094,55 τ.μ, και ακολούθως, προκειμένου να λάβει οικονομική επιχορήγηση, με την από 20-11-2007 αίτησή της προς την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, ζήτησε την υπαγωγή του επενδυτικού της σχεδίου, για την ίδρυση βιοτεχνίας επεξεργασίας ξύλου στο ανωτέρω μίσθιο ακίνητο, στις διατάξεις του Ν. 3299/2004.
Παράλληλα, ο εναγόμενος Ι. Γ. , ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της διαδίκου ομόρρυθμης εταιρίας, ανέθεσε στην αρχιτέκτονα μηχανικό Μ. Κ.-Σ. την σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης, για την κατασκευή στο ανωτέρω μισθωμένο γήπεδο βιοτεχνικού κτιρίου, από μεταλλικό φορέα με επικάλυψη της οροφής και των εξωτερικών πλευρών με θερμομονωτικά πάνω (panels).
Μετά την σύνταξη της σχετικής αρχιτεκτονικής μελέτης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 37/7-3-2008 οικοδομική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική διεύθυνση Λήμνου και εν συνεχεία η ομόρρυθμη εταιρεία αναζήτησε εργολάβο που να είναι εξειδικευμένη στην κατασκευή μεταλλικών κτιρίων. Έτσι, περί τα μέσα Μαρτίου 2008 ήρθε σε επαφή με τον Κ.
Κ. , υπάλληλο της ενάγουσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία εδρεύει στην Κομοτηνή και έχει ως αντικείμενο εργασιών την κατασκευή μεταλλικών κτιρίων και η οποία είχε ξεκινήσει στις αρχές του 2008 την κατασκευή ενός μεταλλικού κτιρίου 1.500 τ.μ στη Λήμνο. Μετά από σχετικές συζητήσεις και σύντομες διαπραγματεύσεις, μεταξύ του Ι.
Γ. και του Κ. Κ. , ο Φ. Φ. , νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αφού έλαβε υπόψη του τα από 13-3-2008 τέσσερα, με στοιχεία Σ1, Σ2, Σ3 και Σ4, σχέδια της αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ.-Σ. , τα οποία είχε προηγουμένως παραδώσει στον Κ. Κ. ο Ι. Γ. , στις 29-4-2008 απέστειλε στη Λήμνο τον αντιπρόσωπό του Χ.
Κ. , προκειμένου να υποβάλει στον διαχειριστή της διαδίκου ομόρρυθμης εταιρείας την με ίδια ημερομηνία (29-4-2008) έγγραφη προσφορά-πρόταση, για τη σύναψη σύμβασης έργου με αντικείμενο την κατασκευή μεταλλικού βιοτεχνικού κτιρίου με πατάρι. Η από 29-4-2008 έγγραφη προσφορά-πρόταση της ανώνυμης εταιρίας "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." προς την ομόρρυθμη εταιρία "…." είχε ως έρεισμα τα προαναφερόμενα αρχιτεκτονικά σχέδια της Κ.-Σ.
και περιελάμβανε: α) το συνολικό κοστολόγιο δαπάνης κατασκευής του έργου, δηλαδή την αμοιβή της εργολάβου ανώνυμης εταιρίας, η οποία προσδιοριζόταν στο ποσό των 140.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, με την πρόβλεψη, όμως, της δυνατότητας αλλαγής των κατασκευαστικών λύσεων, αλλά και των ποσοτήτων και αντιστοίχως του κοστολογίου, β) συνοπτική και αναλυτική περιγραφή των τεχνικών εργασιών του έργου, που αφορούσε την κατασκευή μεταλλικού κτιρίου, συνολικού εμβαδού κάτοψης 784 τ.μ, και παταριού 220 τμ, με πλαγιοκαλύψεις και επικαλύψεις από θερμομονωτικά πανώ (panels) 50 mm, γ) επισημάνσεις σχετικές κυρίως με την έναρξη των εργασιών του έργου από την εργολάβο εταιρία, η οποία προσδιοριζόταν, εφόσον προηγούνταν η παράδοση των εγκεκριμένων σχεδίων από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, σε 10 ημέρες από την υπογραφή του συμφωνητικού, άλλως από την παράδοση των τελικών εγκεκριμένων σχεδίων σ' αυτή, ενώ αντίθετα δεν υπήρχε ρητή πρόβλεψη για τον χρόνο ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, δ) ειδικούς όρους και ε) τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας.
Την ίδια παραπάνω ημερομηνία (29-4-2008) ο Χ. και Κ. Κ. παρέδωσαν στο νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας "….", Ι. Γ. , την ανωτέρω έγγραφη πρόταση της ανώνυμης εταιρίας "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." και ταυτόχρονα του δήλωσαν προφορικά ότι η συγκεκριμένη προσφορά θα ισχύει έως την αναχώρηση του Χ. Κ. από τη Λήμνο. Ο Ι.
Γ. , προφανώς ενημερωμένος για την από 15-4-200.8 ομόφωνη γνωμοδότηση, υπέρ της ενίσχυσης του επενδυτικού σχεδίου, από την Περιφερειακή Γνωμοδοτική Επιτροπή της παρ. 15 του άρθρου 7 του Ν. 3299/2004, μελέτησε την προσφορά της ανώνυμης εταιρίας "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." και, αφού πρώτα συμφώνησε προφορικά με τους Χ. και Κ.
Κ. ότι η εργολάβος εταιρία θα όφειλε να ολοκληρώσει την κατασκευή του έργου εντός δύο περίπου μηνών από την έναρξη των εργασιών, στις 30-4-2008 αποδέχθηκε καταρχήν προφορικά την πρόταση της "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." και εν συνεχεία έθεσε την υπογραφή του στο τέλος του κειμένου της από 29-4-2008 έγγραφης πρότασης-προσφοράς, σημειώνοντας ιδιοχείρως στο κεφάλαιο "4.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ" ότι η ολοκλήρωση του έργου θα γινόταν περίπου στις 10 Ιουλίου 2008. Με τον τρόπο αυτό καταρτίσθηκε τελικά μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας- "…" και της ανώνυμης εταιρίας "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." η επίδικη σύμβαση έργου, γεγονός άλλωστε που συνομολογούν οι διάδικοι, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη (εργολάβος) ανέλαβε να κατασκευάσει, με δικά της υλικά, στο μισθωμένο γήπεδο της πρώτης (εργοδότριας) στη θέση "... " του Δήμου …, ένα βιοτεχνικό μεταλλικό κτίριο, συνολικού εμβαδού του ισογείου ορόφου 784 τ.μ και του παταριού 220 τ.μ, με πλαγιοκαλύψεις και επικαλύψεις από θερμομονωτικά πάνω (panels) 50 mm, αντί συνολικής αμοιβής 140.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής, ο Ι. Γ. παρέδωσε στις 30-4-2008 στον Χ. Κ. πέντε (5) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 90.000 ευρώ, εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρείας που εκπροσωπούσε, από λογαριασμό που η τελευταία τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εις διαταγή της ανώνυμης εταιρείας "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." και συγκεκριμένα:
α) την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 15-5-2008, ποσού 50.000 ευρώ, β) την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2008, ποσού 10.000 ευρώ, γ) την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2008, ποσού 10.000 ευρώ, δ) την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2008, ποσού 10.000 ευρώ και ε) την με αριθμό ...
επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2008, ποσού 10.000 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε επιπλέον προφορικά ότι το υπόλοιπο της αμοιβής που .ανερχόταν στο ποσό των 50.000 ευρώ θα ήταν πληρωτέο, κατά την έναρξη των εργασιών, με μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού 10.000, 20.000 και 20.000 ευρώ, με ημερομηνίες εκδόσεως 30-12-2008, 30-1-2009 και 28-2-2009, αντιστοίχως, ο δε αναλογούν ΦΠΑ θα πληρωνόταν είτε μετρητοίς είτε με μεταχρονολογημένη επιταγή 30 ημερών.
Μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης έργου, ο Κ. και ο Χ. \ Κ. ενημέρωσαν τηλεφωνικά τον Ι. Γ. ότι, κατά την εκτίμησή τους, η στατική μελέτη και τα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχε εκπονήσει η αρχιτέκτονας μηχανικός Κ.-Σ. παρουσίαζαν λάθη και ελλείψεις, τα οποία επηρέαζαν σημαντικά το κόστος κατασκευής, και εκδήλωσαν την πρόθεση της εργολάβου εταιρίας "ΜΕΤΑΛΛΟΝ Α.ΤΕ.Β.Ε." να εκπονήσει, με δικές της δαπάνες, νέα αρχιτεκτονική και στατική μελέτη με μηχανικό της επιλογής της.
Ο Ι. Γ. , όπως συνομολογείται με την πρώτη ένδικη αγωγή της ομόρρυθμης εταιρίας και τις προτάσεις των εναγομένων της δεύτερης ένδικης αγωγής, αλλά και όπως κατέθεσε η μάρτυρας των τελευταίων, πράγματι αποδέχθηκε την πρόταση της εργολάβου για τη σύνταξη, με δικά της έξοδα, νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, γεγονός που συνεπάγεται κατ' ουσίαν και σιωπηρή αποδοχή τόσο της μετάθεσης του χρόνου έναρξης των εργασιών όσο και του χρόνου αποπεράτωσης του έργου, λαμβανομένου υπόψη του εύλογου χρόνου που θα απαιτούνταν, αφενός για τη σύνταξη της νέας στατικής και αρχιτεκτονικής μελέτης και αφετέρου για την συνακόλουθα αναγκαία αναθεώρηση της υπ' αριθ. 37/7-3-2008 οικοδομικής άδειας.
Κατόπιν τούτου, στις αρχές Μαΐου 2008 η εργολάβος εταιρεία ανέθεσε στο συνεργαζόμενο με αυτή τεχνικό -μελετητικό γραφείο του Α. Τ. στη Θεσσαλονίκη, τη σύνταξη αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, ενώ ταυτόχρονα ο Χ. Κ. υποσχέθηκε προφορικά στον Ι. Γ. ότι, έως την 12-5-2008, θα του αποστείλει τη νέα αρχιτεκτονική και στατική μελέτη, καθώς και μια έγγραφη σύμβαση, στην οποία θα αποτυπωνόταν το ακριβές περιεχόμενο της καταρτισθείσας σύμβασης έργου, προκειμένου να κατατεθεί αυτή στην αρμόδια ΔΟΥ, για να λάβει η εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία την οικονομική επιχορήγηση για το επενδυτικό της πρόγραμμα, εφόσον αυτό θα εγκρινόταν τελικά από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Εν συνεχεία, στις 12-5-2008, η εργολάβος εταιρεία απέστειλε με εταιρία ταχυμεταφορών στον Ι. Γ. ένα έγγραφο που έφερε τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης εργολαβίας". Ο τελευταίος, αφού μελέτησε, μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο του, το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό, εντόπισε πράγματι ορισμένες ανακρίβειες, ελλείψεις και λάθη, τα οποία υπέδειξε με σχετικές χειρόγραφες σημειώσεις του δίπλα στο μηχανογραφημένο κείμενο, και την επόμενη ημέρα (13-5-2008) το απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας (ΦΑΞ), στον Κ.
Κ. προς διόρθωση, ενώ ταυτόχρονα την ίδια ημέρα (13-5-2008), επειδή ανησύχησε για την καθυστέρηση αποστολής της νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης από την εργολάβο εταιρεία, προέβη με υπεύθυνη δήλωση του προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος σε δέσμευση του ποσού των 90.000 ευρώ και σε ανάκληση των υπ' αριθμ. ... , ... , ... , ...
και ... επιταγών, γεγονός που γνωστοποίησε αμέσως τηλεφωνικά στον Κ. Κ. . Εν τω μεταξύ δε την ίδια ημερομηνία (13-5-2008) εγκρίθηκε με απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου η επιχορήγηση σε ποσοστό 42% του επενδυτικού σχεδίου της εργοδότριας ομόρρυθμης εταιρείας, ύψους 655.553 ευρώ. Δύο ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 15-5-2008, ο Κ.
Κ. απέστειλε στην αρχιτέκτονα μηχανικό της εργοδότριας εταιρείας Μ. Κ.-Σ. , μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και της ηλεκτρονικής θυρίδας του υιού της και συνεργάτη της πολιτικού μηχανικού Ν. Σ. , το με στοιχεία ΣΤ1 σχέδιο στατικής μελέτης της θεμελίωσης του μεταλλικού κτιρίου. Το πρωί της επόμενης ημέρας ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας, μέσω τηλεομοιοτυπίας (ΦΑΞ), ανάμεσα στην εργοδότρια και στην εργολάβο εταιρεία.
Ειδικότερα με τις από 16-5-2008 δύο επιστολές του ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας ο.ε. γνωστοποίησε στην εργολάβο α.ε. ότι αναμένει την αποστολή της μελέτης και τον πλήρη φάκελο των σχεδίων το συντομότερο δυνατό, ενώ παράλληλα εξέφρασε τη διάθεση του για τη συνέχιση της συνεργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα μελέτη και τα σχέδια θα τύχουν της εγκρίσεως της επιβλέπουσας μηχανικού Μ.
Κ.-Σ. και θα είναι σύμφωνα με τον ισχύοντα Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό και τον Γ.Ο.Κ. Από την άλλη, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εργολάβου α.ε. Φ. Φ. με τις υπ' αριθ. πρωτ. 0226-8 και 0227-8/16-5-2008 επιστολές του γνωστοποίησε στην εργοδότρια ο.ε. ότι η εταιρεία του ήδη προβαίνει στη σύνταξη της μελέτης και του πλήρους φακέλου των σχεδίων για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, διευκρινίζοντας ότι η όποια καθυστέρηση οφείλεται στην κατ' επανάληψη τροποποίηση των σχεδίων από τον εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας, ενώ ταυτόχρονα δήλωσε ρητά ότι, εφόσον η τελευταία επιθυμεί να προχωρήσει η κατασκευή του έργου με βάση την αρχική μελέτη της Κ.-Σ. , η εταιρεία του δεν έχει καμία αντίρρηση.
Αφού μεσολάβησαν τα ανωτέρω, τις απογευματινές ώρες της 16-5-2008 ο Κ. Κ. απέστειλε και πάλι, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και της ηλεκτρονικής θυρίδας του Ν. Σ., στην άνω αρχιτέκτονα - μηχανικό της εργοδότριας εταιρίας Μ. Κ.-Σ. τα με στοιχεία ΣΤ2, ΣΤ3, ΣΤ4 και ΣΤ7 σχέδια που αφορούσαν την στατική μελέτη του μεταλλικού βιοτεχνικού κτιρίου και του παταριού.
Ήδη δε, με βάση την παραπάνω στατική μελέτη, η εργολάβος εταιρία είχε παραγγείλει λίγες μέρες πριν στην εταιρία "…" μέρος της απαιτούμενης πρώτης ύλης για την κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου και ακολούθως προμηθεύτηκε από την τελευταία 14.600 κιλά μεταλλικών δοκών ΗΕΑ 320 ΜΜ και 7.090 κιλά μεταλλικών κοιλιοδοκών διαστάσεων 180 Χ 180 Χ 6, συνολικής αξίας 25.516,06 ευρώ, εκδοθέντων προς τούτο των υπ' αριθμ. 39972/19-5-2008 και 39973/19-5-2008 τιμολογίων πωλήσεως της ως άνω εταιρείας, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η εργολάβος εταιρεία.
Περαιτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι στις 19-5-2008 μεσολάβησε επικοινωνία, τηλεφωνική και μέσω FΑΧ, του Κ. Κ. με την αρχιτέκτονα μηχανικό Μ. Κ.-Σ. αναφορικά με το περιεχόμενο της εκπονηθείσας από την εργολάβο εταιρεία στατικής μελέτης του έργου και ακολούθως την επόμενη ημέρα ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας Ι.
Γ. απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, την από 20-5-2008 επιστολή του στην εργολάβο εταιρεία, με την οποία, αφού εξέφραζε τις αντιρρήσεις του για την εκπονηθείσα ανωτέρω στατική μελέτη, διότι α) η θεμελίωση ήταν κεντρική και όχι έκκεντρη προς τα μέσα, β) τα εξωτερικά panels δεν εφάπτονταν των υποστυλωμάτων, γ) το πατάρι στηριζόταν σε δύο σειρές υποστυλωμάτων αντί για μίας, δ) η απόσταση μεταξύ των "Ζ" στήριξης των panels της οροφής ήταν μεγαλύτερη από 1.10 μ.
και ε) το πατάρι δεν φαινόταν πετσωμένο με λαμαρίνα, καλούσε την εργολάβο εταιρεία να του αποστείλει εντός διημέρου νέα σχέδια και μελέτη, που να καλύπτει τις παραπάνω αντιρρήσεις του. Στην επιστολή αυτή η εργολάβος εταιρεία απάντησε με την υπ' αριθ. πρωτ. 0229-8/20-5-2008 επιστολή της, την οποία απέστειλε στην εργοδότρια εταιρεία, μέσω τηλεομοιοτυπίας, στις 22-5-2008.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, η εργολάβος δεν αρνήθηκε την σύνταξη νέας μελέτης, με βάση τις τροποποιήσεις που ζητούσε ο Ι. Γ. , πλην όμως γνωστοποιούσε στην εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία ότι για την εκπόνηση της νέας μελέτης θα απαιτούνταν χρονικό διάστημα 15 ημερών και επιπρόσθετη αμοιβή 2".500 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να τακτοποιηθεί και η πληρωμή της προκαταβολής των 50.000 ευρώ της ανακληθείσας με αριθ. ...
τραπεζικής επιταγής. Κατόπιν τούτου, η εργοδότρια εταιρεία με την από 26-5-2008 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε στην εργολάβο εταιρεία με δικαστικό επιμελητή στις 4-6-2008, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση έργου (επίδικη), ισχυριζόμενη ότι, άνευ δικής της υπαιτιότητας, η εργολάβος εταιρεία, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, επιβραδύνει την εκτέλεση του έργου με τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η έγκαιρη περάτωση αυτού και ταυτόχρονα κάλεσε την τελευταία να της επιστρέψει εντός πενθημέρου, τα σώματα των ως άνω υπ' αριθ. ... . ... , ... , ...
και ... τραπεζικών επιταγών, τις οποίες είχε λάβει ως προκαταβολή. Με βάση, όμως, όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αποδεικνύεται ότι /δεν υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά , ούτε επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου, με υπαιτιότητα της εργολάβου εταιρείας. Τούτο διότι η τελευταία, με ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων πλευρών, ανέλαβε και πραγματοποίησε με δικές της δαπάνες, εντός εύλογου χρόνοι 15 ημερών περίπου, νέα στατική και αρχιτεκτονική μελέτη για την κατασκευή του έργου, την οποία (μελέτη) απέστειλε με ασήμαντη καθυστέρηση τεσσάρων ημερών περίπου (αντί στις 12-5-2008, στις 15 και 16-5-2008) στην εργοδότρια εταιρεία.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, μάλιστα, γνώριζε ότι η αποδοχή εκ μέρους του της πρότασης της εργολάβου εταιρείας για σύνταξη νέας στατικής και αρχιτεκτονικής μελέτης συνεπαγόταν ταυτόχρονα τόσο την αναβολή της έναρξης εργασιών όσο^ και την αποπεράτωση του έργου, ενόψει και της επιβεβλημένης στην περίπτωση αυτή αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας.
Η όποια, λοιπόν, καθυστέρηση, αν θεωρηθεί ότι υπήρξε τέτοια, παρουσιάστηκα μετά την σύνταξη και την αποστολή της νέας αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, και οφείλεται στις αντιρρήσεις του Ι. Γ. και στις τροποποιήσεις των σχεδίων που εκ των υστέρων ζήτησε, οι οποίες (τροποποιήσεις) από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι αφορούσαν σε καίρια τεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα.
Ακόμη και έτσι όπως είχε η κατάσταση, όμως, εφόσον η εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρία είτε συναινούσε στη σύνταξη νέας στατικής μελέτης, με βάση τις τροποποιήσεις που πρότεινε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, είτε εκδήλωνε την πρόθεση της για κατασκευή του έργου, με βάση τα αρχικά σχέδια της Κ.-Σ. , κάτι το οποίο δεν απέκλειε, όπως προεκτέθηκε, η εργολάβος εταιρεία, η κατασκευή του έργου μετά βεβαιότητας θα ολοκληρωνόταν πράγματι στον ταχύτερο δυνατό χρόνο, αν όχι στις 10 Ιουλίου 2008, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, σίγουρα έως τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 2008, δεδομένου ότι η εργολάβος εταιρεία είχε ήδη προμηθευτεί σημαντικό μέρος της απαιτούμενης πρώτης ύλης.
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί σχετικά με τις ελλείψεις και τα λάθη που παρουσίαζε το "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ανάθεσης Εργολαβίας", το οποίο απέστειλε η εργολάβος στην εργοδότρια εταιρεία, ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εργολάβος εταιρεία αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις υποδείξεις και στις ιδιόγραφες διορθώσεις του Ι.
Γ. , κάτι το οποίο άλλωστε δεν επικαλούνται ούτε η εργοδότρια εταιρία ούτε τα εναγόμενα ομόρρυθμα μέλη της.
Συνεπώς, ο λόγος που ώθησε το νόμιμο εκπρόσωπο της εργολάβου εταιρείας να προβεί στην προαναφερόμενη δήλωση υπαναχώρησης δεν είχε σχέση με αντισυμβατική συμπεριφορά και υπαίτια επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου από την εργολάβο εταιρεία, αλλά προφανώς σχετιζόταν με τον εντοπισμό άλλης εταιρίας που επροτίθετο να εκτελέσει το ίδιο έργο με μικρότερη αμοιβή.
Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι λίγο μετά τη δήλωση υπαναχώρησης από την επίδικη σύμβαση η εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της τελευταίας, ανέθεσε την κατασκευή του ιδίου έργου, έναντι μικρότερης αμοιβής, σε ρουμανική εταιρία, η οποία αν και ξεκίνησε την εκτέλεση του έργου τον Αύγουστο του 2008, εντούτοις έως την συζήτηση των ένδικων αγωγών στις 18-2-2009, δηλαδή σε χρονικό διάστημα περίπου 6 μηνών, δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει το έργο, γεγονός για το οποίο ουδεμία αντίδραση αποδείχθηκε ότι υπήρξε από την πλευρά της εργοδότριας εταιρείας ή του νομίμου εκπροσώπου της.
Ενόψει τούτων, λοιπόν, εφόσον δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενοι από την εργοδότρια εταιρεία εκ του άρθρου 686 εδ. α' του ΑΚ λόγοι υπαναχωρήσεώς της από την ένδικη σύμβαση έργου, η από 26-5-2008 δήλωση υπαναχωρήσεως της τελευταίας, κατά νόμιμη μετατροπή, σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ και συντρεχουσών των προϋποθέσεων αυτού, ενεργεί ως καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως (αρθρ. 700 ΑΚ), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας.
Συνακόλουθα, τα όσα διαλαμβάνει σχετικά με τη δήλωση υπαναχωρήσεως η υπό στοιχ. Α' αγωγή της εργοδότριας ομόρρυθμης εταιρείας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως την ίδια τύχη πρέπει να έχει και η σχετική περί υπαναχωρήσεως ένσταση των εναγομένων της υπό στοιχ. Β' αγωγής.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι της υπό στοιχ. Β' αγωγής (πρώτη εναγόμενη εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία και δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως ομόρρυθμα μέλη της), οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στην ενάγουσα εργολάβο ανώνυμη εταιρεία ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή και συγκεκριμένα το ποσό των 140.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ από 13%, ήτοι το συνολικό ποσό των [140.000 + (140.000 Χ 13%=) 18.200=] 158.200 ευρώ, δεδομένου ότι η παράδοση των υπ' αριθμ. ... , ... , ... , ...
και ... τραπεζικών επιταγών, ποσού 90.000 ευρώ, στην ενάγουσα, οι οποίες σημειωτέον σφραγίσθηκαν και δεν έχουν πληρωθεί, εφόσον δεν αποδεικνύεται και οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται κάτι διαφορετικό, συνιστά υπόσχεση χάριν καταβολής (ΑΠ 392/2000 ΕλλΔνη 41, 1346, ΑΠ 1701/1999 ΕλλΔνη 41, 1038, ΕφΑθ1469/2008 ΔΕΕ 2008.854), η οποία δεν αλλοιώνει την <αρχική ενοχή.
Να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι δεν πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό (ένσταση) του άρθρου 700 εδ.2 του ΑΚ για αφαίρεση της δαπάνης που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε η εργολάβος από άλλη εργασία της ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με τον υπ' αριθμ. 20 λόγο της εφέσεώς τους προβάλλουν για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό την ανωτέρω από το άρθρο 700 εδ. 2 ΑΚ ένσταση για αφαίρεση της δαπάνης που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, την οποία εκτιμούν ως ισόποση της αμοιβής της εργολάβου εταιρείας.
Ο νέος όμως αυτός ισχυρισμός προβάλλεται απαραδέκτως στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 Κ.ΠολΔ), διότι οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται κάποιο-νόμιμο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστερημένη προβολή του και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Με όλα τα πιο πάνω δεδομένα, πρέπει η υπό στοιχ. Α' αγωγή της εργοδότριας ομόρρυθμης εταιρείας να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ αντίθετα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό στοιχείο Β' αγωγή της εργολάβου ανώνυμης εταιρείας και ν' αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρος ο καθένας, το συνολικό ποσό των 158.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για το μεν ποσό των 140.000 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής για το δε ποσό των 18.200 ευρώ του αναλογούντος ΦΠΑ από την έκδοση του αντίστοιχου φορολογικού παραστατικού (τιμολόγιο ή απόδειξη παροχής υπηρεσιών).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 686 παρ. α' ΑΚ για την έγκυρη υπαναχώρηση της ενάγουσας - εναγόμενης εργοδότριας από την ένδικη σύμβαση έργου και ότι η σχετική από 26-5-2008 δήλωση υπαναχώρησης ισχύει κατά μετατροπή ως έγκυρη καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 182 ΑΚ, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτής και επικύρωσε την εκκαλούμενη 68/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-7-2008 αγωγή της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή η από 30-10-2008 αγωγή της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης, στην οποία επιδίκασε αναγνωριστικά ως οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή το ποσό των 158.200 ευρώ με τον νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις του διατακτικού της.
Όμως, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μετατροπής της άκυρης δήλωσης υπαναχώρησης σε έγκυρη δήλωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έργου στηρίζοντας τη σχετική κρίση του σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εκτίθεται από ποια συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία αποδείχτηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής της άκυρης δήλωσης υπαναχώρησης σε έγκυρη δήλωση καταγγελίας της σύμβασης έργου και κυρίως από ποια στοιχεία (του κειμένου της από 26-5-2008 εξώδικης δήλωσης υπαναχώρησης ή και πέραν αυτού) το Εφετείο συνήγαγε την υποθετική βούληση της εργοδότριας εταιρίας κατά τον χρόνο της υπαναχώρησης να ισχύσει η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης ως έγκυρη δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ.
Επομένως και αφού από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης δημιουργείται αμφιβολία για την παραβίαση ή μη των εν λόγω διατάξεων, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου. Συνακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 305/2012 του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ