Legislator Case Law & Legislation
121/2012 AI generated

121/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 121/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 121 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated
121/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 121 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
sanction against insured claimant standing of debtor authorization to levy debt enforcement lack of creditor standing objections to debt enforcement inadmissible creditor standing

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 121 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2.

Αριθμός 121/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Χ. Φ., κατοίκου ... και 2) Κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (ΜΑΡΦΙΝ ΠΟΠΙΟΥΛΑΡ ΜΠΑΝΚ ΠΑΜΠΛΙΚ ΚΟ ΛΤΔ), που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (trading name) / διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη, με αριθμό 5783Γ'/26-11-2010, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης, από 13-1-2009, αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την, αρχικώς ορισθείσα, δικάσιμο της 1-2-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, με την τήρηση της διατυπώσεως του άρθρου 143 § 3 ΚΠολΔ, αφού η επίδοση έγινε προς τον Σωτήριο Καλαμίτση, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου και κατά νόμον αντικλήτου της, ως έχοντος υπογράψει το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου, κατά την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευση της, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης της. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α'- δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα παρακάτω: Η ενάγουσα Ε. Κ. προσελήφθη ως υπάλληλος στις 17-3-1981 από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία σύμφωνα με τον οργανισμό Υπηρεσίας Προσωπικού, που υπεγράφη μεταξύ της Διοίκησης της Τράπεζας και του εργατικού σωματείου του προσωπικού της, έληγε με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της. Στη συνέχεια το 1999 η αρχική εργοδότρια της ενάγουσας απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από τη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, η οποία υπεισήλθε ως καθολική (οιονεί) διάδοχος της αρχικής εργοδότριας σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την πιο πάνω αρχική της εργοδότρια. Η ενάγουσα την 19-1-2004 υπηρετούσε ως Τμηματάρχης Β', βαθμό τον οποίο κατείχε με VALEUR από 1-7-1990, σε θέση ευθύνης, δηλαδή της Προϊσταμένης του Τμήματος Υποστηρίξεων Εργασιών, με δικαίωμα Β' υπογραφής, στο κατάστημα Αθηνών, οδός .... Η εργασία της σχέσης διέπεται από τον Οργανισμό Υπηρεσίας Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης. Με την από 12-1-2004 απόφαση της Διοικήσεως της δεύτερης εναγομένης, η ενάγουσα τοποθετήθηκε από 19-1-2004 στη διάθεση της Διεύθυνσης Εργασιών και Αναπτύξεως Δικτύου, στο κατάστημα Καλλιθέας Αθηνών, όπου δεν είχε αντικείμενο εργασίας και "ανακλήθηκε" το δικαίωμα Β' υπογραφής. Αιτία αυτής της τοποθετήσεως της ενάγουσας ήταν η εμπλοκή της στην υπόθεση πληρωμής πλαστής τραπεζικής επιταγής σε διαταγή ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕΠΕΥ (θυγατρική της δεύτερης εναγομένης), ποσού 1.475.000 ευρώ, με ζημία τελικώς ποσού 1.130.000 ευρώ της δεύτερης εναγομένης. Ειδικότερα την 9-12-2003 εκδόθηκε από το κατάστημα ..., όπου η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, η υπ' αριθ. ... επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης, υπογεγραμμένη από τη διευθύντρια του καταστήματος Α. Β. και τον υποδιευθυντή Β. Κ., σε διαταγή της θυγατρικής της εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕΠΥ" ποσού 1.475.000ευρώ. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας εμφανίστηκε προς πληρωμή στο κατάστημα Περιστερίου της εναγομένης όμοια (μη γνήσια/πλαστή) επιταγή. Το κατάστημα Περιστερίου απηύθυνε προς τον Υποδιευθυντή του καταστήματος ... Β. Κ. τηλεφωνικώς το ερώτημα αν πράγματι εκδόθηκε η ως άνω επιταγή και ο Υποδιευθυντής απάντησε καταφατικά. Μετά την επιβεβαίωση περί εκδόσεως της ανωτέρω επιταγής, το κατάστημα Περιστερίου έστειλε στο κατάστημα ... τηλεομοιοτυπία της εν λόγω εμφανισθείσας επιταγής προς επιβεβαίωση των υπογραφών της εκδότριας δηλαδή της δεύτερης εναγομένης. Ο Υποδιευθυντής του Καταστήματος ... μονόγραψε την τηλεομοιοτυπία θέτοντας τη φράση, "καλώς έχει" και ζήτησε από την ενάγουσα, η οποία ήταν προϊσταμένη του Τμήματος Υποστήριξης Εργασιών, έχοντας δικαίωμα Β' υπογραφής, να την προσυπογράψει. Η ενάγουσα, αν και στο κατάστημα της ... υπήρχε σε αντίγραφο η γνήσια επιταγή, η οποία είχε, όπως προαναφέρθηκε, τις υπογραφές από τη Διευθύντρια (Α. Β.) και του Υποδιευθυντή (Β. Κ.), επιβεβαίωσε την έκδοση της πλαστής επιταγής, χωρίς να προβεί, όπως όφειλε, σε έλεγχο αντιπαραβολής του τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος, με το αντίγραφο της επιταγής, που είχε το κατάστημα ... και παρ' όλο που γνώριζε ότι η ίδια δεν είχε υπογράψει την έκδοση της επιταγής. Η προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας συνιστούσε πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρα 17 παρ. 1 και 2 εδ. γ και 1,16 παράγραφοι 2 και 3 Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης), για το οποίο κινήθηκε σε βάρος της ενάγουσας πειθαρχική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας κλήθηκε σε απολογία από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της δεύτερης εναγομένης. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της δεύτερης εναγομένης συγκροτήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 22 του "Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού" της με Πρόεδρο τη Διευθύντρια Διεύθυνσης Εργασιών και Ανάπτυξης Δικτύου, πρώτη εναγομένη, στην οποία ως προστηθείσα της ανέθεσε την υπηρεσία αυτή και μέλη τον Αναπληρωτή Δ/ντή Δ/νσης Υπ. Πιστώσεων και Εξ. Εμπορίου Θ. Αρβανιτόπουλο και τον εκπρόσωπο του ΣΠΕΤ Σ.Βουτσινά. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση της 8/12/2004, με το 17/2004 πρακτικό του επέβαλε στην ενάγουσα, κατά πλειοψηφία, την ποινή της οριστικής απόλυσης. Στη συνέχεια την 24-1-2005, μετά την άσκηση ενδίκου μέσου (έφεση), σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε την ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών, ενώ το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο γνωστοποίησε την 22-11-2005 στη δεύτερη εναγόμενη "συμβιβαστική πρόταση" και τελικά η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών δεν εκτελέσθηκε σε βάρος της ενάγουσας, λόγω συνταξιοδοτήσεως της, την 2-1-2006. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, κατά τη συνεδρίαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα ενήργησε "με υπερβολική ανευθυνότητα και επιπολαιότητα" εφόσον επιβεβαίωσε την πληρωμή της τραπεζικής επιταγής ύψους 1.475.000 ευρώ, αν και γνώριζε ότι η ίδια δεν την είχε υπογράψει. Περαιτέρω δε η πρώτη εναγομένη ανέφερε ότι η ενάγουσα επέδειξε βαρειά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της και εκτελώντας για μια ακόμη φορά στην καριέρα της πλημμελώς τα καθήκοντά της, όχι μόνο δεν προφύλαξε τους συναδέλφους της και τον εαυτό της αλλά οδήγησε την Τράπεζα σε ζημία ύψους 1.130.000 ευρώ και πρότεινε για τους λόγους αυτούς να επιβληθεί στην ενάγουσα η ποινή της οριστικής απόλυσης, με την πρόταση δε της προέδρου συμφώνησε και το μέλος Θ. Α.. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης χρήση για την ενάγουσα των απαξιωτικών γι' αυτή εκφράσεων "υπερβολική υπευθυνότητα (προφανώς το Εφετείο εννοεί ανευθυνότητα) και επιπολαιότητα", συνιστούν έκφραση γνώμης της πρώτης εναγομένης, που έγιναν κατά την εκτέλεση του νομικού καθήκοντος της, ως προέδρου του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, προκειμένου να δικαιολογήσει την κρίση της για την επιβολή στην ενάγουσα της βαρύτερης πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και δεν υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την άσκηση των παραπάνω καθηκόντων της, εφόσον ήταν απολύτως αναγκαία για την απόδοση της σκέψης της, µε δεδομένο το ποσό της τραπεζικής επιταγής (1.480.000 ευρώ), την επιβεβαίωση πληρωµής της, αν και γνώριζε η ενάγουσα ότι δεν την είχε υπογράψει, καθώς και ότι, κατά το παρελθόν, η ενάγουσα είχε τιµωρηθεί άλλες δύο φορές, πειθαρχικά, µε την ποινή της έγγραφης επίπληξης και τελεσίδικα µε την 2/16-6-2004 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συµβουλίου της πρώτης εναγομένης, µε πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης 40 ηµερών, για πειθαρχικό παράπτωµα που σχετίζεται µε πλημμελή από την ενάγουσα έλεγχο επιταγής ποσού 30.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, κατά ουσιαστική παραδοχή του ισχυρισμού - ένστασης των εφεσιβλήτων εναγομένων, εκ των άρθρων 367 παρ. 1 γ και 2 Π.Κ. σε συνδυασµό µε το άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ., ότι όσα αναφέρονται από την πρώτη εναγομένη "περί υπερβολικής υπευθυνότητας (σημ. προδήλως υπονοεί ανευθυνότητας) και επιπολαιότητας" της ενάγουσας έγιναν κατά την εκτέλεση νοµικού καθήκοντος, χωρίς σκοπό εξύβρισης, που πρότειναν οι εναγόμενες, µε τις πρωτόδικες προτάσεις τους και παραδεκτά προτείνουν µε τις κατ' έφεση προτάσεις τους ως υπεράσπιση, κατά της από 5-6-2006 έφεση της ενάγουσας (άρθρα 527 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ.), αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και συνακόλουθα της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, εφόσον αυτή δεν ήταν παράνομη και υπαίτια. Αλυσιτελώς ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ο σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη προκύπτει και από το γεγονός ότι η τελευταία δεν χρησιμοποίησε τις ίδιες εκφράσεις "υπερβολική ανευθυνότητα και επιπολαιότητα", για τον επίσης διωκόμενο για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα Β. Κ. στον οποίο επιβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο η ποινή της οριστικής απόλυσης. Τούτο γιατί δεν ισχύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την αντίθετη έφεση των αναιρεσίβλητων, κατά της 421/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει, κατά ένα μέρος, δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, στο σύνολο της. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361, 367 ΠΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και ειδικότερα η παράθεση επί πλέον στοιχείων για την επίδικη πλαστή επιταγή και το αναγκαίο μέτρο για την άσκηση των νομίμων καθηκόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η τελευταία, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερο, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως είναι αβάσιμοι και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι "αρκούσε να μου αποδώσει η πρώτη αναιρεσίβλητος βαρύτατη αμέλεια περί την άσκηση των καθηκόντων μου, ώστε συνεπικουρούντος και του στοιχείου της μεγάλης αξίας της επιταγής να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση της ... Ακριβώς όπως έπραξε η πρώτη αναιρεσίβλητος με τον έτερο συνδιωκόμενο κ. Κ., στον οποίο επέβαλε την ίδια πειθαρχική ποινή...", διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της, από το άρθρο 367 παρ.1γ και 2β ΠΚ, ένστασης των αναιρεσιβλήτων, με την επίκληση δε της πλημμέλειας αυτής, πλήττεται, απαραδέκτως, η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, δίχως αυτός να έχει προταθεί και ειδικότερα ότι η ίδια δεν είχε δικαίωμα να επιβεβαιώσει επιταγή την οποία υπέγραψαν άλλοι. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋποθέσεως, διότι, στις παραδοχές της απόφασης περιέχεται η παραδοχή, ότι η ενάγουσα, αν και στο κατάστημα της ... υπήρχε σε αντίγραφο η γνήσια επιταγή, η οποία είχε τις υπογραφές από τη Διευθύντρια και τον Υποδιευθυντή, επιβεβαίωσε την έκδοση της πλαστής επιταγής, χωρίς να προβεί, όπως όφειλε, σε έλεγχο αντιπαραβολής του τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος, με το αντίγραφο της επιταγής, που είχε το κατάστημα ... και παρόλο που γνώριζε ότι η ίδια δεν είχε υπογράψει την έκδοση της επιταγής, δίχως όμως να περιέχεται σε αυτές και η παραδοχή, που επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Την 4.8.1982 υπεγράφη ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.) και σειράς τραπεζικών εταιρειών στην οποία περιλαμβανόταν και η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Με το άρθρο 21 της συμβάσεως αυτής ορίσθηκαν τα εξής: "Για όσες Τράπεζες δεν έχουν Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, προεδρευόμενο από Δικαστή, θεσπίζεται Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, από έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Εργασίας, έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και έναν εκπρόσωπο της Ο.Τ.Ο.Ε., στο οποίο θα προσφεύγουν μέσα σ' ένα μήνα οι τιμωρούμενοι με πειθαρχική ποινή πάνω από 10 ηµέρες, προσωρινή παύση ή απόλυση. Το ίδιο όργανο θα αποφαίνεται και σε περιπτώσεις ανάλογων πειθαρχικών ποινών που επιβάλλονται από Τράπεζες που δεν έχουν πειθαρχικά όργανα". Ακολούθησε ο Ν. 1346/1983 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της Εργατικής Νοµοθεσίας κ.λπ.", στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του οποίου προβλέπονται τα εξής: "Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες που αναφέρονται σε αυτή, η από 4.8.82 Ειδική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας "περί των όρων αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών", που υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία µε την υπ' αριθ. 18617/1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αριθ. 601 τεύχος Β' της 19.8.82".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφορώσα την "έμμεση παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αποφάσεις του Τριτοβάθμιου Διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου δεν είναι δεσμευτικές για τις Τράπεζες, άρα και για τη αναιρεσίβλητο τράπεζα και ότι η εφαρμογή των εξαρτάται από την προς αυτές συμφωνία των τραπεζών". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης, αφού από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει τέτοια παραδοχή. Αντίθετα προκύπτει η παραδοχή ότι τελικά η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών δεν εκτελέσθηκε σε βάρος της ενάγουσας, λόγω συνταξιοδοτήσεως της. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,(άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 13-1-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας Ε. Κ. του Ι., για την αναίρεση της 2660/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ