121/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 12851/19.12.2000 και 1916/4.3.2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1166/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 555/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 16.6.2005 αίτησή του και τους από 05.01.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 22.01.2007 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated121/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7 μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Full text
Απόφαση 121 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέη.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΒ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ..... και 3) ..... τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Παπασαράντου, 4)..... και 5) ....., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 12851/19.12.2000 και 1916/4.3.2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1166/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 555/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 16.6.2005 αίτησή του και τους από 05.01.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 22.01.2007 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν η απόφαση του Πρωτοδικείου προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία, ενσωματώθηκε στην εφετειακή. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 1166/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, είναι απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 ΚΠολΔ.), αφού η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη 555/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε κατ' ουσίαν με αποτέλεσμα να ενσωματωθεί σ' αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7 μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία [30η] πριν από τη δικάσιμο ημέρα [με αφετηρία την επόμενη της επίδοσης] συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίο απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΟλΑΠ 33/96, 1183/2006, 36/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 5.2.2007. Ο αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 5.1.2007 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 5.1.2007, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσής του και της επίδοσής του συμπίπτει με την 4.2.2007, ημέρα Κυριακή, η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 5.2.2007, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙΙ.- Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ.3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων, το κατά.
την εκδοχή του πραγματικό μέρος της υπόθεσης και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα - και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά - οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναiρεσης.
Διότι η ευδoκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα, όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται στην απόφαση επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (δηλαδή, χωρίς η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Τέλος δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων για αξιώσεις του από αδικοπραξία - ευθεία και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 922 του ΑΚ.
Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται το σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό και νομικό μέρος αυτής και το συμπέρασμα του Εφετείου και δεν παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά μόνο εντελώς αποσπασματικά και επιλεκτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε αυτό για να στηρίξει την κρίση του για την απόρριψη της αγωγής.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι είναι γι' αυτό αόριστοι.
IV.- Επειδή κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου [ΚΠολΔ 176] το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθές3εων που θα δικαιολογούσαν συμψηφισμό των εξόδων, που σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικοί με βάση τη διάταξη του άρθρ. 179 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από τη διάταξη του άρθ. 2 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, η οποία ισχύει από 1-1-2002 (αρ) 15 του Ν. 2943/2001, εφαρμόζεται δε και στην προκειμένη υπόθεση που συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 28-5-2003.
Εν προκειμένω το Εφετείο αφού απέρριψε όλους τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος που αφορούσαν την ουσία της αγωγής του, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε πρωτοδικώς απορριφθεί εξ ολοκλήρου, δέχθηκε ως προς τον λόγο έφεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείτο για τα επιδικασθέντα σε βάρος του δικαστικά έξοδα, ότι ορθά επίσης είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως προς τον προσδιορισμό της επιδικασθείσης σε βάρος του ενάγοντος δικαστικής δαπάνης και ότι ήταν απορριπτέος και ο συναφής τελευταίος λόγος της έφεσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντας, τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, ούτε ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση συμψηφισμού των εξόδων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε την άνω διάταξη του άρθρου 179 [από παραδρομή προφανώς αναφέρεται στο αναιρετήριο ως παραβιασθείσα η διάταξη του 178 ΚΠολΔ] διότι δεν αιτιολόγησε πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ορθά είχαν επιδικασθεί σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα αν και από την αγωγή του και από όλα τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης". Αφού άλλωστε η συνδρομή της εύλογης αμφιβολίας του διαδίκου που ηττήθηκε δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση που θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει το Δικαστήριο σε συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης.
V.- Με τον τέταρτο, τέλος, λόγο αναίρεσης, προδήλως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά εκείνα μέσα που ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεστεί για την απόδειξη της εύλογης αμφιβολίας του ως προς την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες αποδείξεις πού ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, και πρέπει ν' απορριφθεί όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2005 αίτηση και το από 5-1-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης του ..... για αναίρεση των υπ' αριθμ. 555/2005 και 1166/2004 αποφάσεως του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς αντίστοιχα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ