121/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1329/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2004 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated121/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τη 2-11-1997 και περί ώρα 10.15'ο συγγενής των αναιρεσειόντων Ν. Π., ηλικίας τότε 15 και ημίσεος ετών και στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγού, οδηγούσε ένα μοτοποδήλατο χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, κινούμενος, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, και με κατεύθυνση προς Ν. Πετρίτσι, επί της επαρχιακής οδού Κιλκίς-Ν.
Full text
Απόφαση 121 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 121/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Π. του Ν., 2. Δέσποινας Κ. Π., το γένος Ν. Α., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους, Ι. Π., 3. Ε. Π. του Κ., 4. Ν. Π. του Κ., 5. Α. συζ. Ν. Π., κατοίκων ..., 6. Ν. Α. Γ., κατοίκου ... και 7. Γ. συζ. Ν. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. Γ. Γ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1329/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανάγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε με την ως άνω έκθεσή του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299,300, 330 εδ.β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Ετσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούσθηκαν το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας οδηγούμενο από τον συγγενή των αναιρεσειόντων Ν. Π. μοτοποδήλατο και το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ... αυτοκίνητο και εξαιτίας του οποίου τραυματίσθηκε θανασίμως ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Τη 2-11-1997 και περί ώρα 10.15'ο συγγενής των αναιρεσειόντων Ν. Π., ηλικίας τότε 15 και ημίσεος ετών και στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγού, οδηγούσε ένα μοτοποδήλατο χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, κινούμενος, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, και με κατεύθυνση προς Ν. Πετρίτσι, επί της επαρχιακής οδού Κιλκίς-Ν.
Πετριτσίου, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει πλάτος 11,10 μέτρων, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή και χωμάτινο έρεισμα πλάτους ενός (1) μέτρου εκατέρωθεν του οδοστρώματος, υπάρχει δε σ' αυτή και ρυθμιστική πινακίδα Π-32. Όταν έφθασε στο 5ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κιλκίς, στάθμευσε το μοτοποδήλατο καθέτως στο πλάτους ενός μέτρου χωμάτινο έρεισμα, όπου στηρίχθηκε με το ένα πόδι στο έδαφος και έστρεψε το κεφάλι του αριστερά για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ν.Πετρίτσι.
Κατά τη στιγμή αυτή, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το άνω επιβατηγό αυτοκίνητο και κινούμενος επί της ίδιας οδού με κατεύθυνση προς Ν. Πετρίτσι, όταν πλησίασε στην πιο πάνω χιλιομετρική θέση, όπου υπάρχει μικρή κατωφέρεια, αντελήφθη από απόσταση περίπου 100 μέτρων τον αναμένοντα μοτοποδηλάτη και μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του στα 93 χιλιόμετρα ωριαίως, δηλαδή καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ανώτατου ορίου των 90 χιλιομέτρων ωριαίως, πλην όμως, μόλις έφθασε σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από τον μοτοποδηλάτη, ο τελευταίος, από αδεξιότητα στην οδήγηση ή από εσφαλμένο υπολογισμό της αποστάσεως και της ταχύτητας του αυτοκινήτου, θεώρησε ότι θα μπορούσε να προβεί ακινδύνως στην αναστροφή προς Κιλκίς και έτσι άρχισε αιφνιδίως και ανελέγκτως να διασχίζει με το μοτοποδήλατο καθέτως το ρεύμα πορείας προς Ν.
Πετρίτσι, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου, ενόψει της απρόβλεπτης και αντικανονικής αυτής ενέργειας του μοτοποδηλάτη, προέβη ενστικτωδώς σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και σε τροχοπέδηση του οχήματός του, πλην όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση και έτσι προσέκρουσε με το δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του πάνω στο μοτοποδήλατο, το οποίο "σφηνώθηκε" κάτω από το αυτοκίνητο, ενώ ο οδηγός του μοτοποδηλάτου εκτινάχθηκε και προσέκρουσε στον ανεμοθώρακα ("παρμπρίζ") του αυτοκινήτου, με συνέπεια να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλάση εγκεφαλικής ουσίας, υπαραχνοειδή αιμορραγία, πολλαπλά αιματώματα και κάταγμα κροταφοβρεγματικού οστού αριστερά, εξαιτίας δε των τραυμάτων αυτών επήλθε ο θάνατός του την 11-11-1997 στο νοσοκομείο "ΑΧΕΠΑ" της Θεσσαλλονίκης όπου είχε διακομισθεί διασωληνωμένος.
Η πρόσκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου και σε απόσταση περίπου 1,50 μέτρου από τη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, μετά δε την πρόσκρουση το αυτοκίνητο διήνυσε με τροχοπέδηση 40,70 μέτρα και κατέληξε στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Κιλκίς, ενώ το σώμα του μοτοποδηλάτη κατέπεσε από το έμπροσθεν του ανεμοθώρακα τμήμα του αυτοκινήτου ("καπώ") στο χωμάτινο έρεισμα του ανωτέρω ρεύματος κυκλοφορίας.
Με αφετηρία τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα υπήρξε ο θανατωθείς οδηγός του μοτοποδηλάτου και ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν βαρύνεται με καμία υπαιτιότητα, καθόσον αυτός, κινούμενος κανονικά στο ρεύμα πορείας του και έχοντας προτεραιότητα διελεύσεως, δεν μπορούσε "κατά συνετή των πραγμάτων εκτίμηση" να προβλέψει την αιφνιδιαστική και προ εγγύτατης αποστάσεως κάθετη είσοδο στο δικό του ρεύμα πορείας του μοτοποδηλάτη, η μη αποτροπή δε της συγκρούσεως δεν οφείλεται στην εκ μέρους του πρώτου κατά τρία χιλιόμετρα ωριαίως υπέρβαση του επιτρεπόμενου ανώτατου ορίου ταχύτητας, αλλά στο γεγονός ότι, κατά τον χρόνο της επιχειρούμενης από τον μοτοποδηλάτη αναστροφής, τα δύο οχήματα ευρίσκονταο σε εγγύτατη απόσταση, με συνέπεια οι ενδεδειγμένοι αποφευκτικοί χειρισμοί του πρώτου των αναιρεσιβλήτων να αποβούν αναποτελεσματικοί.
Ακολούθως το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο, γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος. Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι αυτός, αντιληφθείς πριν από περίπου 100 μέτρα τον μοτοποδηλάτη να έχει σταματήσει στο χωμάτινο έρεισμα με το μοτοποδήλατο καθέτως, δηλαδή σε θέση αναμονής για να διασχίσει καθέτως το ρεύμα πορείας προς Ν.Πετρίτση, μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου στα 93 χιλιόμετρα ωριαίως και ότι η σύγκρουση έγινε σε απόσταση περίπου 1,50 μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή, δηλαδή ο μοτοποδηλάτης είχε ήδη διασχίσει καθέτως απόσταση μεγαλύτερη των τεσσάρων μέτρων, παραλείπει ωστόσο να αναφέρει αν ο ίδιος (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) εκτέλεσε ή δεν μπορούσε να εκτελέσει τους απαιτούμενους αποφευκτικούς χειρισμούς, δηλαδή να μειώσει περισσότερο την ταχύτητα του οχήματός του ή να προειδοποιήσει τον μοτοποδηλάτη με τη χρήση του ηχητικού οργάνου ή των φώτων ή να συνεχίσει την πορεία του ευθέως, ενόψει του ότι έμπροσθεν του υπήρχε ελεύθερο τμήμα της οδού πλάτους μείζονος των τεσσάρων μέτρων, ή να τροχοπεδήσει εγκαίρως ή να πραγματοποιήσει μικρό ελιγμό προς τα δεξιά και έτσι να διέλθει μεταξύ του μοτοποδηλάτη και του δεξιού άκρου του οδοστρώματος.
Δεν αποσαφηνίζει επίσης αν η ταχύτητα του οχήματός του, υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, ήταν ανάλογη προς τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες. Ακόμη, παραλείπει να καθορίσει τη θέση κινήσεως του οχήματός του επί της οδού, δηλαδή αν τούτο εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος ή στο μέσον ή πλησίον της διαχωριστής γραμμής.
Περαιτέρω, δεν διευκρινίζει αν ο εν λόγω οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση, ότι ο οδηγός αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει εγκαίρως την επιχειρηθείσα κάθετη κίνηση του μοτοποδηλάτη. Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ απορρέων, λόγος του αναιρετηρίου, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον εισηγητή (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1329/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ