Supreme Court allows appeal against silent lawyer contract termination due to insufficient evidence of termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's finding of a silent termination of a lawyer's contract. The court held that the lower court failed to provide sufficient evidence to prove the client's intent to terminate the agreement, as the reasoning relied solely on the cessation of services without addressing prior conduct. Consequently, the judgment regarding the termination was set aside, and the case was remitted for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63(4), 63(5) of the Lawyers Code; Article 43(1) of Law 4194/2013: A silent termination of a lawyer's contract requires clear evidence of the client's intent, and a mere cessation of services without additional circumstances does not constitute proof of termination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1219 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1219/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Κ., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Κορίνας Ρεπούση, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κατσαρού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 101/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3719/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο αναιρεσείων και η πληρεξούσια του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 κώδικα δικηγόρων, όπως η περ. δ' της παρ.5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 και ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το νέο κώδικα δικηγόρων, (ν.4194/2013 άρθρο 166 αρ.2), συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.
Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις που ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης και με τις οποίες κρίνεται το κύρος αυτής προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει της αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου (ΑΚ2), η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς. (ΑΠ863/2018).
Κατά το άρθρο 43 παρ.1 του ν.4194/2013 η οποία ισχύει από τη δημοσίευση αυτού την 27.9.2013, η πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ αυτού και του εντολέα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 αρ.2 του ν.4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης και 167 ΑΚ η σύμβαση αυτή λύνεται [εκτός άλλων και] με καταγγελία του εντολέα που είναι έγγραφη και επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή η οποία συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία ,και παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται.
Η καταγγελία, ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί να γίνει από τον καταγγέλλοντα και σιωπηρά, με πράξεις του από τις οποίες συνάγεται σαφώς και αναμφιβόλως η θέλησή του να λύσει την σύμβαση. Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εντολέα στη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου να αποδεχθεί την προσήκουσα παροχή νομικών υπηρεσιών από τον παρέχοντα αυτές, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από τον παρέχοντα νομικές υπηρεσίες έμμισθο δικηγόρο ότι ο εντολέας εκδήλωσε τη θέλησή του για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως έμμισθης εντολής.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
2. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ότι η ενάγουσα εδώ αναιρεσίβλητη, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την 1-9-2007 συνήψε προφορικά με τον εναγόμενο εδώ αναιρεσίβλητο επίσης δικηγόρο Αθηνών, σύμβαση με αντικείμενο την παροχή των νομικών υπηρεσιών της, υπό τη διεύθυνση και καθοδήγηση αυτού (εναγομένου) σε υποθέσεις αστικής και διοικητικής κυρίως φύσης, που αναλάμβανε το δικηγορικό του γραφείο.
Ότι η παροχή των ως άνω νομικών υπηρεσιών συμφωνήθηκε αντί πάγιας μηνιαίας αμοιβής (αντιμισθίας) που αρχικά ορίσθηκε στο ποσό των 1000 ευρώ, από 1-10-2010 αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 1.100 ευρώ και από 1-11-2013 στο ποσό των 1.500 ευρώ. Ότι στα πιο πάνω ποσά συμφωνήθηκε να περιλαμβάνονται και οι ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές της ενάγουσας τις οποίες η ίδια θα κατέβαλε στα ασφαλιστικά της ταμεία.
Ότι η ενάγουσα εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, διεκπεραιώνοντας για λογαριασμό του εναγομένου δικηγορικές εργασίες, που ο ίδιος της ανέθετε για υποθέσεις του δικηγορικού του γραφείου, αναλώνοντας τον εργάσιμο χρόνο της στην προάσπιση των συμφερόντων των πελατών του εναγομένου, που της απορροφούσαν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας της.
Ότι η παροχή των υπηρεσιών της προς τον εναγόμενο γινόταν στο γραφείο του τελευταίου στην Αθήνα, επί της οδού ... κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες και κατά τις απογευματινές ώρες με την απασχόλησή της για την απαραίτητη προετοιμασία, μελέτη υποθέσεων συναντήσεις με πελάτες κλπ αλλά και εκτός γραφείου με την παράστασή της ενώπιον δικαστικών ή άλλων αρχών.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 18-6-2008 μέχρι 22-3-2010, οπότε η ενάγουσα διατηρούσε δικό της γραφείο επί της οδού Πανεπιστημίου αρ. 67, στην Αθήνα αυτή παρείχε τις πιο πάνω υπηρεσίες της κυρίως από το δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, αλλά και από το ως άνω γραφείο που η ίδια διατηρούσε. Ότι για την κατά τα άνω απασχόλησή της ο εναγόμενος της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα πάγια μηνιαία αμοιβή η οποία, όπως προαναφέρθηκε, από 1-11-2013 ανερχόταν στο ποσό των 1.500 ευρώ, πλην όμως από το Μάρτιο 2014, επικαλούμενος οικονομική δυσχέρεια, λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, έπαυσε να την καταβάλει.
Ότι η ενάγουσα αντιδρώντας στη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου με την από 26-9-2014 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - κλήση που επέδωσε σ'αυτόν την 29-9-2014, διαμαρτυρόταν, μεταξύ άλλων, για την καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής της, δήλωνε ότι θεωρούσε τη συμπεριφορά του άτυπη εκ μέρους του καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής και τον καλούσε να εκπληρώσει κάθε χρηματική προς αυτήν υποχρέωση του, απορρέουσα από την ως άνω σύμβαση και την καταγγελία αυτής Ότι ο εναγόμενος, σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, με την από 30-9-2014 εξώδικη διαμαρτυρία, απάντηση και δήλωση, που επέδωσε την 1-10-2014, αρνήθηκε ότι συνήφθη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία και περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε ότι αυτός και ο πατέρας του επίσης δικηγόρος Αθηνών, της πρόσφεραν συστέγαση στο δικηγορικό τους γραφείο και ότι ενόψει του ότι το γραφείο τους αυτό ασχολείτο μόνον με ποινικές υποθέσεις, ο ίδιος τη συνέστησε στους πελάτες του, οι οποίοι της ανέθεταν απευθείας τις αστικές υποθέσεις τους και καθόριζαν μεταξύ τους τα σχετικά με την αμοιβή της και ότι ο ίδιος της παρείχε, λόγω εμπειρίας, αφιλοκερδώς νομικές συμβουλές Ότι, με βάση τα ανωτέρω, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία,(και όχι αυτή της παροχής ανεξάρτητων δικηγορικών υπηρεσιών) για την έγκυρη κατάρτιση της οποίας δεν απαιτείτο η τήρηση έγγραφου τύπου κατά το άρθρο 63 παρ. 4 του Ν. 3026/1954, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (η τήρηση έγγραφου τύπου απαιτείται πλέον υπό την ισχύ του Ν. 4194/2013 αρθρ. 43 παρ.1 αυτού).
Ότι η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής έληξε την 30-9-2014, οπότε ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες της ενάγουσας και όχι με νομότυπη καταγγελία, ήτοι με έγγραφο που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν, όπως απαιτεί το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013, που εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου διενέργειας αυτής (καταγγελίας).
Ότι για το λόγο αυτό η τελευταία είναι άκυρη (ΑΚ 3, 174 και 180) και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα .Ότι η ενάγουσα δικαιούται: 1) Για δεδουλευμένες αποδοχές- αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από 1-3-2014 μέχρι 30-9- 2014 το ποσό των 10.500 ευρώ (1500 € Χ 7 μήνες). 2) Για δώρα Χριστουγέννων των ετών 2010, 2011, 2012 και 2013 το ποσό των 4.800 ευρώ (1100 € Χ 3=3.300 € + 15006), 3) Για δώρα Πάσχα των ετών 2011, 2012 2013 και 2014 το ποσό των 2400 ευρώ (550 € Χ 3=1650 € + 7506), και 4) Για επιδόματα αδείας των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014 το ποσό των 2400 ευρώ (550 6 Χ 3=16506 + 7506).Με βάση τις παραδοχές αυτές και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το Εφετείο κατέληξε ότι ο εναγόμενος περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, ότι υποχρεούται να της καταβάλει για αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από 1-10-2014 μέχρι 29-9-2015 (1500 ευρώΧ12 μήνες), για δώρα Χριστουγέννων 2014 και 2015,δώρο Πάσχα 2015 και επίδομα αδείας 2015 συνολικό ποσό 22500 ευρώ.
καθώς και ποσό 20.100 ευρώ για αντιμισθίες του από 1-3-2014 έως 30.9.2014 χρονικού διαστήματος, δώρα εορτών και επίδομα αδείας προηγούμενων ετών συνολικό ποσό 20.100 ευρώ. Έτσι, αφού δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν (δεχόμενο ότι δεν είχε καταρτισθεί σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ των διαδίκων) δίκασε εκ νέου αυτή και τη δέχθηκε εν μέρει για συνολικό ποσό 42.600 ευρώ.
νομιμοτόκως, κατά τις εκεί διακρίσεις.
5. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 2 Ν.4194/2013 και 167 του ΑΚ και με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί σιωπηρής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής από τον αναιρεσείοντα τη 30-9-2014.
Ειδικότερα τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων κατήγγειλε σιωπηρώς, αλλά σαφώς τη σύμβαση έμμισθης εντολής ,όπως εκτίθενται στην απόφαση είναι ελλειπή, για την συναγωγή σαφούς αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από τον εντολέα.
Τούτο διότι κατά τις παραδοχές η ένδικη σύμβαση <έληξε την 30.9.2014 οπότε ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες της ενάγουσας>, χωρίς να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλες συντρέχουσες περιστάσεις, (όπως προηγηθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης ήτοι περιστατικά αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς έναντι της τελευταίας, η με πρόθεση εκ μέρους του εντολέα αποφυγή επικοινωνίας και συνεργασίας με την αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, που κατέτειναν στη λύση της ένδικης σύμβασης) προγενέστερες του κατά τις παραδοχές χρόνου της καταγγελίας από τις οποίες να συνάγεται σαφώς καταγγελία της ένδικης σύμβασης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αρ.1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει το κεφάλαιο των αντιμισθιών υπερημερίας, είναι βάσιμος.
6. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 άρθρου 559ΚΠολΔ, υπό την επίκληση, ότι το Εφετείο δέχθηκε την κατάρτιση σύμβασης έμμισθης εντολής, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 43 αρ.1 ν.4194/2013. Όμως, η κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης καταρτισθείσα την 1.9.2007 σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, εγκύρως καταρτίστηκε ατύπως με βάση τις κατά το χρόνο σύναψής της προϊσχύουσες διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες και με τις οποίες κρίνεται το κύρος της σύμβασης κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω (αρ.1). Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας (ατύπως) της ένδικης σύμβασης από τον εντολέα τη 30.9.2014 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3719/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ