Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling the lower court's award was not excessive or disproportionate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment awarding damages for tortious acts. The appellants argued the awarded sum was disproportionate and exceeded the court's discretionary limits, citing constitutional principles. The court rejected this, finding the lower court's decision reasonable and within legal bounds based on established case law and common practice.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the claim that a damages award is disproportionate or exceeds discretionary limits is inadmissible if the award is reasonable according to judicial practice and common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1219 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1219/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Β., 2) Δ. συζ. Γ. Γ., το γένος Ε. Γ., 3) Μ. Γ. του Γ., 4) Ε. Γ. του Γ., 5) Π. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ... και 6) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "ΝΡ ... ΑΕΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 16-5-2018 δήλωση, καθώς και στις από 16-5-2018 κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω τροποποίηση-μεταβολή της επωνυμίας της 6ης αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αγωγή των ήδη 1ου έως και 5ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-9-2013 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3216/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-9-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των 1ου έως και 5ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 469/ 2017, Α.Π. 1591/2014, ΑΠ 652/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 469/2017, Α.Π. 1591/ 2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 385/2015, Α.Π. 266/2015, Α.Π. 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015, Α.Π. 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (Α.Π. 469/2017).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 3216/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, δηλαδή του θανόντος συγγενούς των πέντε (5) πρώτων αναιρεσιβλήτων και του δευτέρου αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2.7.2012 και περί ώρα 18.30 ο Μ.
Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", εκινείτο στη Λεωφόρο Μαραθώνα, στο Πικέρμι Αττικής, στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Αθήνα προς Μαραθώνα. Η ως άνω λεωφόρος, στο ύψος της συμβολής της με την οδό Αδαμοπούλου, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με υπερυψωμένη νησίδα, πλάτους ενός (1) μέτρου, ευθεία, οριζόντια και με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τους κινουμένους προς Αθήνα τα 50 χλμ/ώρα, για δε τους κινουμένους προς Μαραθώνα τα 70 χλμ/ώρα για την αριστερή λωρίδα και τα 50 χλμ/ώρα για τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, βάσει πινακίδας Ρ-32.
Πριν από την ως άνω συμβολή το πλάτος του οδοστρώματος αυξάνεται σε 9,60 μέτρα με μία βοηθητική αριστερή στροφή λωρίδα κυκλοφορίας για αλλαγή κατεύθυνσης και είσοδο στην οδό Αδαμοπούλου (όπως και στη συμβολή με την οδό Αγ. Χριστοφόρου), μετά δε την ως άνω συμβολή οι λωρίδες κυκλοφορίας μειώνονται σε δύο.
Η κίνηση στη συμβολή της Λεωφ. Μαραθώνα με την οδό Αδαμοπούλου και με την οδό Αγ. Χριστοφόρου ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, καθώς και πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας Ρ-29 που απαγορεύει την αναστροφή. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν ημέρα, το οδόστρωμα ξηρό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κυκλοφορία των οχημάτων ελαφρώς αυξημένη στη Λεωφόρο Μαραθώνα και των πεζών αραιή.
Κατά τον ως άνω χρόνο ο Β. Γ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο στη Λεωφόρο Μαραθώνα, στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από Μαραθώνα προς Αθήνα, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα. Πριν φθάσει ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου στη συμβολή της Λ. Μαραθώνα με την οδό Αδαμοπούλου κατέλαβε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και διέκοψε την πορεία του μπροστά από τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του που έδειχνε ερυθρό χρώμα με την μορφή αριστερού βέλους.
Με την αφή του πράσινου φωτός ο εν λόγω οδηγός ενήργησε ελιγμό αναστροφής, παρότι στην πορεία του υπάρχει πινακίδα, που απαγορεύει την αναστροφή, ώστε να αλλάξει πορεία και να κινηθεί στο ρεύμα της Λεωφόρου Μαραθώνα, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Τη στιγμή που επιχειρούσε την αναστροφή και το αυτοκίνητό του είχε λάβει ελαφρά κλίση προς τα αριστερά, διανύοντας μία απόσταση 12,37 μέτρων ο Β.
Γ., κινούμενος με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας με κατεύθυνση προς Αθήνα, εισήλθε στη διασταύρωση, παραβιάζοντας τον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη της πορείας του και χωρίς να μειώσει την ταχύτητα, με την οποία εκινείτο, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα ως άνω οχήματα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και μάλιστα η δίκυκλη μοτοσικλέτα να πέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Αποτέλεσμα της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων ήταν η δίκυκλη μοτοσικλέτα να συρθεί κατά μήκος της αριστερής της πλευράς επί του αυτοκινήτου και να ανατραπεί στο οδόστρωμα με τη δεξιά της πλευρά, ο δε οδηγός της να εκτιναχθεί πάνω από το αυτοκίνητο και να πέσει στο οδόστρωμα σε απόσταση 8 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, υποστάς σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, καθόσον κατά τη σύγκρουση έφυγε από το κεφάλι του το προστατευτικό κράνος που φορούσε.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Β. Γ. διακομίστηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. στο Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και εισήχθη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ II). Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ουδέποτε ανέκτησε ης αισθήσεις του και, παρά την αγωγή που λάμβανε, παρουσίασε προοδευτική επιδείνωση της ενδοκράνιας πίεσης με εξίσωση αυτής με τη μέση αρτηριακή πίεση.
Διενεργήθηκαν ειδικά τεστ, όπου διαγνώστηκε ο εγκεφαλικός του θάνατος, ο οποίος και πιστοποιήθηκε στις 16.7.2012 και κατόπιν επιθυμίας των συγγενών του, έγινε δότης οργάνων (καρδιάς, ήπατος και νεφρών). Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή, την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις.
Η αμέλεια του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 70%, συνίσταται ειδικότερα στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινούμενος δε με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, δεν διέκοψε την πορεία του πριν από τον σηματοδότη της πορείας του, που έδειχνε ερυθρό χρώμα κυκλικής μορφής, αλλά εισήλθε στη συμβολή της Λεωφόρου Μαραθώνα με την οδό Αδαμοπούλου με την ίδια ταχύτητα με την οποία εκινείτο προηγουμένως, χωρίς έλεγχο και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε, στο κινούμενο επ' αυτής Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 6 παρ. 1β του Κ.Ο.Κ., που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Η αμέλεια του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 30%, συνίσταται ειδικότερα στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, στη συμβολή δε της Λεωφόρου Μαραθώνα με την οδό Αδαμοπούλου, ενώ μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο, ενήργησε μη επιτρεπόμενη αναστροφή, παραβιάζοντας τη ρυθμιστική πινακίδα Ρ-29 (απαγορεύεται η αναστροφή-στροφή 180 μοίρες) που είχε στην πορεία του και εισήλθε στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα, χωρίς έλεγχο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να παρεμβληθεί στην πορεία της, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα...
Ο ισχυρισμός του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ότι ο μη επιτρεπόμενος ελιγμός αναστροφής δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Κ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστήριο, σε συνδυασμό και με την από 26.8.2013 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο ίδιος για λογαριασμό των εναγόντων και εκτιμάται ελεύθερα και την από Αύγουστος 2013 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Α.
Δ., που συνέταξε για λογαριασμό του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και εκτιμάται ελεύθερα, προκύπτει ότι οι ως άνω ενέργειες και των δύο οδηγών συνέβαλαν στο ένδικο ατύχημα. Από τον συνδυασμό των ως άνω αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι εάν ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο και αν διενεργούσε απλή αριστερή στροφή θα είχε αντιληφθεί την εκ δεξιών του κίνηση της μοτοσικλέτας, αφού η ορατότητα δεν περιοριζόταν, οπότε και θα είχε προβεί σε ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης.
Αντίθετα, μιλώντας στο κινητό τηλέφωνο, δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, πραγματοποιώντας δε απαγορευμένη αναστροφή, στράφηκε προς τα αριστερά και έπαυσε να έχει την εποπτεία του χώρου προς τα δεξιά του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή μερικά, ως ουσιαστικά βάσιμη, η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου των αντιδίκων του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και απέρριψε την από 15.7.2013 αγωγή, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και όσα υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο των υπό κρίση εφέσεων πρέπει να γίνουν δεκτά ως βάσιμα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμους τους σχετικούς λόγους: α) της από 20.2.2015 εφέσεως των εναγόντων της από 15.7.2013 αγωγής και β) της από 25.2.2015 εφέσεως της εναγομένης της από 4.9.2013 αγωγής, ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά (αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας).
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του ν. 2696/1999 και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ' όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά και των δύο οδηγών, η οποία συνίσταται για αμφοτέρους τους οδηγούς στο ότι οδηγούσαν χωρίς σύνεση και χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, αλλά και χωρίς να ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία των οχημάτων τους, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελέσουν τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε για μεν τον θανόντα οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο ότι, κινούμενος με ταχύτητα 50 χ/ω, δεν διέκοψε την πορεία του πριν από τον σηματοδότη της πορείας του, που έδειχνε ερυθρό χρώμα κυκλικής μορφής, αλλά εισήλθε στην συμβολή της Λεωφόρου Μαραθώνα με την οδό Αδαμοπούλου με την ίδια ταχύτητα, με την οποία εκινείτο προηγουμένως, χωρίς έλεγχο και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στο επ' αυτής κινούμενο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, για δε τον οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα στο ότι, ενώ μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο, ενήργησε μη επιτρεπόμενη αναστροφή, παραβιάζοντας την επί της πορείας του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-29 και εισήλθε στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα, χωρίς έλεγχο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και να παρεμβληθεί στην πορεία της, καθορίζοντας περαιτέρω ανελέγκτως το ποσοστό συνυπαιτιότητας αμφοτέρων.
Πιο συγκεκριμένα και καθ' όσον αφορά στην συμπεριφορά του τελευταίου οδηγού (του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου) το Δικαστήριο με σαφήνεια αιτιολόγησε ότι εάν αυτός δεν μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο και αν διενεργούσε την επιτρεπόμενη στο σημείο αυτό απλή αριστερή στροφή, θα είχε εποπτεία του χώρου προς τα δεξιά του και θα είχε αντιληφθεί την εκ δεξιών του κίνηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφού η ορατότητα δεν περιοριζόταν και ότι αντιθέτως, μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο, δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, πραγματοποιώντας δε την απαγορευμένη αναστροφή, στράφηκε προς τα αριστερά, με συνέπεια να παύσει να έχει την εποπτεία του χώρου προς τα δεξιά του και να μην αντιληφθεί την εκ δεξιών του κίνηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) με ποιον τρόπο μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο ο δεύτερος αναιρεσείων (με hands free ή Bluetooth), β) εάν ο θανών είχε δέσει το κράνος του ή όχι και για ποιο λόγο αυτό έφυγε από την θέση του, γ) ποια ήταν η ακριβής θέση του σώματος του θανόντος στο οδόστρωμα και δ) πόσο πλάτος του οδοστρώματος της Λ.
Μαραθώνος είχε καταλάβει το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο πριν επιπέσει επ' αυτού η δίκυκλη μοτοσυκλέτα. Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.
Οι λοιπές αιτιάσεις ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα και των δύο οδηγών και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Εξ άλλου, το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν είχε ανάγκη από περαιτέρω αιτιολογίες.
Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κινήθηκε με πράσινο σηματοδότη της πορείας του και της παραδοχής του ότι αυτός στην συνέχεια παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ο.Κ. (μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο και πραγματοποιώντας απαγορευμένη αναστροφή).
Κατ' ακολουθίαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθούν, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Επιπλέον, ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δικ. είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, σε τι ακριβώς συνίσταται η φερόμενη παραβίαση αυτών, ούτε και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η προβαλλομένη αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν ανάγεται στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στην συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.. (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικώς με το κεφάλαιο επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης στους πέντε πρώτους των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Β.
Γ., που γεννήθηκε στις 26.11.1979, ήταν γιός του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφός της τρίτης και της τέταρτης των εναγόντων και μνηστήρας της πέμπτης ενάγουσας. Μάλιστα ο μεταξύ τους γάμος είχε ορισθεί να τελεσθεί την 8.7.2012 στον Ιερό Ναό ... και για το λόγο αυτό είχε εκδοθεί η υπ' αρ. …21.5.2012 άδεια γάμου του ...
και είχαν αποσταλεί τα προσκλητήρια γάμου προς τους συγγενείς και φίλους και των δύο μελλονύμφων. Επομένως, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και η μνηστή αυτού... Επίσης αποδείχθηκε ότι από τον ξαφνικό θάνατο του Β. Γ., οι τέσσερεις πρώτοι ενάγοντες που διατηρούσαν άριστες σχέσεις με τον θανόντα και τους συνέδεαν αισθήματα αγάπης και στοργής, η δε πέμπτη ενάγουσα, που είχε γνωριστεί πριν από 7 χρόνια με τον θανόντα και έκτοτε διατηρούσε δεσμό με έντονα και ειλικρινή αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης, τα οποία τους οδήγησαν στην απόφαση του γάμου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε ορισθεί την 8.7.2012, δηλαδή 6 ημέρες μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του, υπέστησαν ψυχική οδύνη.
Το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο δυστύχημα, του βαθμού υπαιτιότητας των οδηγών των ζημιογόνων οχημάτων, της ηλικίας του θανόντος (33 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών (προσώπων), πλην των ασφαλιστικών εταιρειών η ευθύνη των οποίων είναι εγγυητική, του βαθμού συγγενείας, του ψυχικού άλγους που υπέστησαν από τον βίαιο και απρόσμενο θάνατο του προσφιλούς τους προσώπου, των δεδομένων της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης...
κρίνει ότι, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες της από 15.7.2013 αγωγής, πρέπει να επιδικαστούν σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων το εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ και σε καθεμία των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγουσών το εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ, απορριπτομένου του μείζονος αιτουμένου, συναφώς, ποσού, ως αβάσιμου".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο, ασκούμενος επικουρικά, τρίτος (και τελευταίος) από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). Τέλος, το υποβαλλόμενο με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσειόντων αίτημα αυτών περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση που υπήρχε πριν από την μερική εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., και αφορά στην καταβολή από αυτούς στους πέντε πρώτους των αναιρεσιβλήτων του συνολικού ποσού των 50.877,30 ευρώ, είναι απαράδεκτο, γιατί αυτό προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.9.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 600/2017 αίτηση για αναίρεση της 3216/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους πέντε (5) πρώτους και στο ίδιο ποσό, των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την έκτη αναιρεσίβλητη.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ