Legislator Case Law & Legislation
1219/2017 AI generated

1219/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1219/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6051/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2453/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1219/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 13/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement international agreements on energy offer to contract negotiation and conclusion withdrawal of debt enforcement non-implementation of the offending agreements
AI generated
1086/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
644/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5245/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/5/2012 αίτησή της.
748/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16/1/2012 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
118/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1951/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1219 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1219/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Νικόλαο Μουσά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Χριστοφορίδη και Παναγιώτη Μάζη, που ανακάλεσαν την από 12/1/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6051/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2453/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/7/2014 αίτησή της και τους από 26/2/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 13/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ’ επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 404 ΑΚ, ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή, κατά δε το άρθρο 405 ίδιου Κώδικα, η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" δραστηριοποιείται στον κλάδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και στον κλάδο των ηλεκτρομηχανολογικών έργων, με εξειδίκευση στα ανυψωτικά μηχανήματα, στις σύνθετες μεταλλικές κατασκευές και στην κατασκευή μονάδων ενέργειας.

Στα πλαίσια της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων της και της διεύρυνσης του αντικειμένου της, στον κλάδο της ανανεώσιμης ενέργειας, ξεκίνησε τον Οκτώβριο 2005, επαφές και διαπραγματεύσεις, με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "..." (στο εξής ...), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά την άσκηση της αγωγής, ως καθολική διάδοχος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920, η εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "...", για να διερευνήσει το ενδεχόμενο αγοράς της επιχείρησης της τελευταίας, στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Οι επαφές και η επικοινωνία μεταξύ των μερών διεξάγονταν με συνομιλίες, συναντήσεις και ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ειδικότερα δε από την πλευρά της πρώτης εναγομένης με το δεύτερο εναγόμενο, Α. Δ., αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, τον τρίτο εναγόμενο, Κ.

Κ., πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, τον I. Α., οικονομικό διευθυντή και τον Ε. Σ., νομικό σύμβουλο αυτής. Βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, ήταν ο Κ. Κ. (τρίτος εναγόμενος), πρόεδρος του ΔΣ, με ποσοστό 24,35%, ο Α. Δ. (δεύτερος εναγόμενος), αντιπρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, με ποσοστό 24,14%, η Μ.

Κ., σύζυγος του τρίτου εναγομένου, με ποσοστό 7,21%, η Ε. Δ., σύζυγος του δεύτερου εναγομένου, με ποσοστό 6,14% και ο Ε. Π. με ποσοστό 8,14% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Οι προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών απέφεραν αποτελέσματα σε συνάντηση, που έλαβε χώρα στις 8 Νοεμβρίου 2005, οπότε τα μέρη αποφάσισαν να προχωρήσουν στη σχετική συμφωνία για την απόκτηση του ενεργειακού τομέα της πρώτης εναγομένης.

Για το σκοπό αυτό υπογράφηκε μεταξύ τους το από 1-12-2005 συμφωνητικό εμπιστευτικότητας, με το οποίο συμφωνήθηκε, ρητά, η έναρξη των διαπραγματεύσεων και η τήρηση αποκλειστικότητας και εμπιστευτικότητας από την πλευρά των συμβληθέντων μερών. Ειδικότερα, με τον όρο 5 του άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη (αναφερόμενη ως "εμείς" στο συμφωνητικό), θα διαπραγματευτεί αποκλειστικά με την ενάγουσα, "με καλή πίστη τους όρους και έγγραφα της συναλλαγής (ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μετοχική συμφωνία ή αν γίνεται με απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκουν στο έργο ή αν γίνεται αλλιώς)" και ότι "δεν θα προσελκύσει ή ικανοποιήσει προτάσεις ή με οποιοδήποτε τρόπο συμμετέχει σε συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία ή προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ή συνεννόηση με κανένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων ή άλλων μεσολαβητών) σχετικά με μια πιθανή συναλλαγή ή γενικά την εκποίηση ή άλλη διάθεση όλης ή μέρους της (πρώτης εναγόμενης) ή των θυγατρικών της εταιριών και/ή των συγγενών εταιριών, που συμμετέχουν ενεργά στην επιχείρηση ενέργειας (ανεξάρτητα αν πρόκειται για μετοχική συμφωνία ή αν γίνεται με απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή με το συνδυασμό και των δύο) και δεν θα προβεί σε καμιά άλλη ενέργεια ή θα επιτρέψει σε κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο όνομα ή για λογαριασμό του να προβεί σε ενέργειες που μπορεί να είναι ασύμβατες, να καθυστερήσουν ή να επηρεάσουν δυσμενώς τη συντέλεση μιας πιθανής συναλλαγής, μεταξύ τους".

Στη συνέχεια, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν συστηματικά, υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης το από 20-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με τον τίτλο "..." (...), με το οποίο, διευκρίνιζαν τα πλαίσια διαπραγμάτευσης, για την επιδιωκόμενη πιθανή συναλλαγή και όριζαν τις εκατέρωθεν προσυμβατικές υποχρεώσεις και τα αντίστοιχα δικαιώματα, μέχρι την ενδεχόμενη υπογραφή της τελικής σύμβασης αγοράς μετοχών.

Ειδικότερα, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό - μνημόνιο, προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι η διάρθρωση της αγοραπωλησίας θα αποτελείται από εξαγορά εκ μέρους της αγοράστριας (ενάγουσας) από την πωλήτρια (πρώτη εναγομένη) ποσοστού 60% του ενεργειακού κλάδου της τελευταίας, που συνίσταται αποκλειστικά από:

ι) 60% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ... Α.Ε." (στην οποία η πρώτη εναγόμενη κατείχε ποσοστό 90% του μετοχικού της κεφαλαίου) και ιι) ποσοστά επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου επί των παρακάτω αναφερόμενων εταιριών έργου, ορίζοντας στη συνέχεια, ότι η ως άνω εξαγορά θα διαρθρωθεί ως εξής:

ι) η ενάγουσα θα αγοράσει από την πωλήτρια 60% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρίας, με την επωνυμία "... ... Α.Ε.", ενώ το υπόλοιπο 40% θα παρέμενε στην πρώτη εναγομένη και εναλλακτική αγορά, και ιι) 70% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών "... ΑΕ" και "... ΑΕ" και ποσοστό 24% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "...

ΑΕ", ή εναλλακτικά η ενάγουσα θα εξαγοράσει από την πωλήτρια πρώτη εναγομένη, ποσοστό 40% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΕ" και το 100% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου των ανώνυμων εταιριών "... ΑΕ" και "... ΑΕ" (άρθρο 1). Προβλεπόταν, επίσης, η υποχρέωση των μερών να συνεργαστούν με καλή πίστη στη διενέργεια πλήρους νομικού, οικονομικού και τεχνικού ελέγχου της "... ...

ΑΕ", των θυγατρικών της και των προαναφερόμενων θυγατρικών εταιριών της πρώτης εναγομένης και να διαπραγματευτούν με καλή πίστη, προς το σκοπό σύναψης τελικής σύμβασης, καθώς και η συμφωνία των μερών, για τη δομή της συναλλαγής, τους όρους που έπρεπε να τηρηθούν, πριν από το κλείσιμο της τελικής σύμβασης, το δάνειο και άλλους συμβατικούς διακανονισμούς, τη διαχείριση των προς πώληση εταιριών και τον υπολογισμό της τιμής αγοράς.

Ακόμη, το Συμφωνητικό - Μνημόνιο περιείχε, όπως και το άνω συμφωνητικό εμπιστευτικότητας, στο άρθρο 5 αυτού, ρήτρα αποκλειστικότητας των διαπραγματεύσεων, που όριζε ότι, "σε αναγνώριση του χρόνου των εξόδων και των πόρων που η αγοράστρια αναμένεται να αφιερώσει στο νομικό έλεγχο της ενεργειακής επιχείρησης και των υποθέσεων της πωλήτριας και των θυγατρικών της, η πωλήτρια, δια του παρόντος συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση, για μία χρονική περίοδο από την 31η Ιανουάριου 2006 - αυτή η χρονική περίοδος εκτείνεται αυτομάτως μέχρι την 15η Φεβρουάριου 2006, στην περίπτωση που οι συζητήσεις μεταξύ των Μερών συνεχίζονται κατά το χρόνο της λήξης της προαναφερθείσας αρχικής περιόδου: (ι) θα διαπραγματευτεί (η πωλήτρια) αποκλειστικά με την αγοράστρια, με καλή πίστη, τους γενικούς και ειδικούς όρους και τις διατυπώσεις της Συναλλαγής και των Οριστικών Συμφωνιών, (ιι) δεν πρόκειται, άμεσα ή έμμεσα, να επιδιώξει ή να εξετάσει προτάσεις ή με οποιονδήποτε τρόπο να αναμειχθεί σε συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία ή μνημόνιο με οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό συμπεριλαμβανομένων αντιπροσώπων ή άλλων διαμεσολαβητών) σχετικά με μία πιθανή Συναλλαγή ή γενικά, την πώληση ή άλλη διάθεση ολόκληρου ή οποιουδήποτε μεριδίου του ενεργειακού τομέα της πωλήτριας και των θυγατρικών της και/ή των συνδεδεμένων επιχειρήσεων της, που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ενεργειακών επιχειρήσεων (ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για πώληση μετοχών, είτε μέσω απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή για συνδυασμό αυτών) και δεν θα αναλάβει καμία άλλη δράση, ούτε θα επιτρέψει σε κανένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκ μέρους της ή για λογαριασμό της να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να είναι ασύμβατη, ή να καθυστερήσει, ή να επηρεάσει αρνητικά την ολοκλήρωση της μελλοντικής Συναλλαγής μεταξύ της αγοράστριας και της πωλήτριας.

Σημειώνεται, όμως, ότι κατά τη στιγμή της εκτέλεσης της Συμφωνίας Εμπιστευτικότητας και του παρόντος ΜΣ, ήδη υπάρχουν άλλες προτάσεις από τρίτα μέρη σχετικά με την απόκτηση της συμμετοχής στη ... και η Πωλήτρια, κατά την ημερομηνία σύναψης της Συμφωνίας Εμπιστευτικότητας, δεν τις έχει συζητήσει και αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τις συζητήσει ή διαπραγματευτεί περαιτέρω για την χρονική περίοδο που προβλέπεται ανωτέρω".

Η τελευταία πρόβλεψη περιλήφθηκε, επειδή ήδη είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον τρίτων εταιριών, για την απόκτηση της πρώτης εναγομένης. Στη συνέχεια, στο άρθρο 6 του ίδιου συμφωνητικού - μνημονίου, προβλέφθηκε ποινική ρήτρα και συγκεκριμένα ορίστηκε ότι, "ειδικά βεβαιώνεται και συμφωνείται ότι η αγοράστρια έχει διαμορφώσει την απόφασή της να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις και να συνάψει το παρόν ΜΚ με την πωλήτρια με βάση τις ρυθμίσεις αποκλειστικότητας της άνω ρήτρας (άρθρο 5), η οποία αποκλειστικότητα είναι ουσιώδης για τα συμφέροντα της αγοράστριας" και ότι "σε περίπτωση παραβίασης από την πωλήτρια των υποχρεώσεων της περί αποκλειστικότητας του όρου 5 του παρόντος και/ή σε περίπτωση που η πωλήτρια σταματήσει να διαπραγματεύεται με καλή πίστη με την αγοράστρια ή αποσυρθεί χωρίς δικαιολογία από αυτή τη διαπραγμάτευση και επίσης, εξαιτίας του γεγονότος ότι θα υπάρξει αντικειμενική δυσκολία για την αγοράστρια να αποδείξει το ακριβές ποσό της ζημίας που υπέστη από αυτή την παραβίαση, η πωλήτρια θα υποχρεωθεί να πληρώσει άμεσα στην αγοράστρια σε μετρητά μία ποινική ρήτρα ποσού ίσου με δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (2.500.000).

Η πωλήτρια συμφωνεί και αναγνωρίζει ότι αυτή η ποινική ρήτρα είναι δίκαιη και σωστή και δεν είναι δυνατόν να αναπροσαρμοστεί". Κατά την ημέρα υπογραφής του μνημονίου (20-12-2005), οι συμβληθείσες εταιρίες προέβησαν σε ανακοίνωση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, σχετικά με την πρόθεσή τους για συναλλαγή και τη γενικότερη συνεργασία τους, στον τομέα της ενέργειας και στη λειτουργία και εκμετάλλευση σταθμών παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η ισχύς της κατά το άρθρο 5 του μνημονίου, υποχρέωσης αποκλειστικότητας κατά τις διαπραγματεύσεις παρατάθηκε, διαδοχικά, με τις από 15-2-2006 και 3-3-2006 έγγραφες συμφωνίες, μεταξύ των δύο μερών, προκειμένου να παρασχεθεί στα μέρη επαρκής χρόνος να προβούν στους αναγκαίους νομικούς, τεχνικούς, οικονομικούς ελέγχους και να οριστικοποιήσουν θέματα της τελικής σύμβασης.

Ακολούθως, με τις από 11-4-2006 και 13-4-2006 επιστολές της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα, υπογεγραμμένες από το δεύτερο των εναγομένων, παρατάθηκε η παραπάνω υποχρέωση, μέχρι την υπογραφή της τελικής σύμβασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Με την προοπτική αυτής της συνεργασίας, η ενάγουσα εγγυήθηκε στις 8-2-2006, υπέρ της θυγατρικής εταιρίας της πρώτης εναγομένης "... ...

ΑΕ", με την οποία, σημειωτέον, πέραν της ενδεχόμενης αγοράς της, ουδεμία άλλη σύνδεση είχε, για τη λήψη δανείου ποσού 1.200.000 ευρώ, με τόκο 0,65%, από την Τράπεζα ..., με σκοπό τη χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων της, υπογράφοντας "ως εγγυήτρια", στη με αριθμό .../8-2-2006 σύμβαση δανείου. Με αυτό τον τρόπο η ενάγουσα διευκόλυνε, σημαντικά, την πρώτη εναγομένη, καταδεικνύοντας εμπράκτως την καλή της πίστη και τη δέσμευσή της για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, με την υπογραφή της τελικής σύμβασης, έχοντας την πεποίθηση ότι την ίδια πρόθεση είχε και η τελευταία.

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν εντατικά, κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και αρχές Μαΐου 2006, οπότε, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων ελέγχων, βρίσκονταν στο τελικό στάδιο της υπογραφής της τελικής σύμβασης. Ειδικότερα, το Μάρτιο 2006 διεξήχθησαν συναντήσεις των μερών στη ..., κατά τις οποίες κατέληξαν στα βασικά εκκρεμή θέματα και στο περιεχόμενο της τελικής συμφωνίας.

Οι διαπραγματευτές των δύο πλευρών, Γ. Ρ., Μ. Τ. και Σ. Κ., από την πλευρά της ενάγουσας και Α. Δ. (δεύτερος εναγόμενος) και I. Α., από την πλευρά της πρώτης εναγομένης, καθώς και οι νομικοί σύμβουλοι αυτών, συνεννοούνταν μεταξύ τους, μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για την τροποποίηση, διόρθωση και σύνταξη παραρτημάτων της τελικής σύμβασης, την αναδιατύπωση ορισμένων άρθρων, σχετικά με τη διαιτησία, τις εγγυήσεις και τις εξασφαλίσεις.

Στις 13-3-2006, στάλθηκε, από την ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) προς τους εκπροσώπους της εναγόμενης εταιρίας, με χρονοδιάγραμμα για τον τελικό έλεγχο όλων των εγγράφων και την υπογραφή της σύμβασης, στις 16-3-2006. Παρά την ύπαρξη, όμως, συμφωνίας ως προς όλα τα ουσιώδη σημεία και ενώ είχαν οριστεί όλες οι λεπτομέρειες για την υπογραφή της τελικής σύμβασης και των παραρτημάτων της, η πρώτη εναγομένη άρχισε να ζητά τροποποιήσεις, σε θέματα που είχαν ήδη ρυθμιστεί.

Προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διαδικασίας, η ενάγουσα πρότεινε νέες συναντήσεις των μερών, με την προϋπόθεση ότι θα τηρούνταν τα συμφωνηθέντα στην προηγηθείσα βασική συνάντηση της ...ς. Η επόμενη συνάντηση έγινε την 23-3-2006, κατά την οποία συζητήθηκαν και επιλύθηκαν τα υπολειπόμενα βασικά εκκρεμή θέματα.

Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη καθυστερούσε τη σύνταξη των παραρτημάτων της σύμβασης που την αφορούσαν, επικαλούμενη νέα εκκρεμή ζητήματα. Αντιδρώντας στην τακτική αυτή, ο αντιπρόεδρος της ενάγουσας Γ. Ρ., με το από 10- 4-2006 τηλεομοιοτυπικό μήνυμά του, προς την πρώτη εναγομένη, διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση και την προσχηματική προβολή νέων θεμάτων από την πλευρά της (εναγομένης), εκλαμβάνοντας τη στάση της ως άρνηση για την οριστικοποίηση της πώλησης.

Τόνισε δε, ότι όφειλαν τα μέρη να προβούν σε κοινή ανακοίνωση, για την ενημέρωση του κοινού, σχετικά με την εξέλιξη αυτή. Απαντώντας η πρώτη εναγομένη, με το από 11-4-2006 ηλεκτρονικό μήνυμα του δεύτερου εναγομένου, ανέφερε ότι "ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως και δεσμεύεται να περατώσει τη συναλλαγή", βάσει των συμφωνηθέντων, στις 9 και 10-3-2006, στη ...

και στις 23-3-2006, στην Αθήνα. Στις 13-4-2006, ακολούθησε απάντηση της ενάγουσας, η οποία αποδεχόμενη τη δέσμευση της πρώτης εναγομένης ανέφερε ότι έπρεπε να περιληφθούν στη σύμβαση και οι τροποποιήσεις που είχαν συμφωνηθεί στην τελευταία συνάντηση. Την ίδια ημέρα (13-4-2006), η πρώτη εναγομένη απέστειλε επιστολή, υπογεγραμμένη από το νόμιμο εκπρόσωπό της, δεύτερο εναγόμενο, με το εξής περιεχόμενο "...σε συνέχεια της από 11ης Απριλίου 2006 τηλεομοιοτυπίας μας και της σημερινής τηλεφωνικής συνδιάλεξης σχετικά με την υπογραφή της σύμβασης αγοράς μετοχών και συμφωνίας μετόχων, αναλαμβάνουμε με το παρόν να συμμορφωθούμε με το άρθρο 5 του από 20 Δεκεμβρίου 2005 Μνημονίου Συνεννόησης, όπως τροποποιήθηκε από την από 15 Φεβρουάριου 2006 πρώτη τροποποιητική συμφωνία και την από 3 Μαρτίου 2006 δεύτερη τροποποιητική συμφωνία που υπεγράφησαν από και μεταξύ της ...

ΑΕ και της ... ΑΕ από σήμερα και μέχρι την υπογραφή της (Τελικής) Σύμβασης εντός ευλόγου χρόνου". Με την επιστολή αυτή της πρώτης εναγομένης, το περιεχόμενο της οποίας αποδέχθηκε η ενάγουσα, παρατάθηκε, περαιτέρω, η ισχύς της ρήτρας αποκλειστικότητας (άρθρο 5) του από 20-12-2005 μνημονίου, για εύλογο χρονικό διάστημα και μέχρι την υπογραφή της τελικής σύμβασης, συγχρόνως δε δημιουργήθηκε η βεβαιότητα στην ενάγουσα, ότι επίκειται η άμεση υπογραφή της τελικής σύμβασης.

Στη συνέχεια, καθόλο το μήνα Απρίλιο και μέχρι τις αρχές Μαΐου 2006, συνεχίστηκαν καθημερινά οι επαφές μεταξύ των μερών, με ανταλλαγή μηνυμάτων, για τις τελικές τροποποιήσεις που είχαν συμφωνηθεί και απέμεινε η οριστικοποίηση των τελικών σχεδίων της σύμβασης από τους νομικούς συμβούλους των δύο πλευρών.

Στις 26-4-2006, είχε συνταχθεί και το σχέδιο της σύμβασης και απέμενε η έγκριση της διατύπωσης περιορισμένου αριθμού άρθρων. Μολονότι, όμως, είχε οριστικοποιηθεί η τελική σύμβαση προς υπογραφή, ο οικονομικός διευθυντής της πρώτης εναγομένης, Ι. Α., με το από 5-5-2006 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, απαντώντας στην επιστολή του στελέχους της ενάγουσας Σ.

Κ., σχετικά με τη διευθέτηση των τελευταίων λεπτομερειών, για την υπογραφή της σύμβασης, τη Δευτέρα 8-5-2006 ή την Τρίτη 9-5-2006, δήλωσε ότι η ομάδα εργασίας, που απασχολείται με το θέμα θα απουσίαζε λόγω Σαββατοκύριακου, ότι ο δεύτερος των εναγομένων και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης απουσίαζε από την Αθήνα και ότι υπήρχαν πολλά εκκρεμή ζητήματα, κυρίως από δικηγόρους, έτσι ώστε να μη είναι εφικτή η υπογραφή της σύμβασης το απόγευμα της Δευτέρας (8-5-2006), όπως είχε προγραμματιστεί, ο ίδιος δε θα προσπαθούσε να συγκεντρώσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και θα επικοινωνούσε με την ενάγουσα το πρωί της Δευτέρας (8-5-2006).

Σε απάντηση, η ενάγουσα, δια του Σ. Κ., απέστειλε νέο μήνυμα (5-5-2006), με το οποίο πρότεινε αναπροσαρμογή του προγράμματος και υπογραφή της σύμβασης την Τρίτη, 9-5-2006, ενημερώνοντας ότι οι νομικοί σύμβουλοι από τη ..., είχαν προγραμματίσει προς τούτο την μετάβασή τους στην Αθήνα. Ο Ι. Α., ανταπαντώντας ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει το προτεινόμενο πρόγραμμα, διότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης (δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων), είχαν ενημερωθεί για την υπογραφή την Πέμπτη (11-5-2006) και δεν μπορούσαν να αλλάξουν το πρόγραμμά τους και να επιστρέφουν στην Αθήνα, τη Δευτέρα.

Πρόσθεσε, όμως, ότι ο ίδιος και η ομάδα του ασχολείται με τα παραρτήματα της οριστικής Σύμβασης, ώστε να είναι έτοιμοι και διαθέσιμοι τη Δευτέρα, 8-5-2006. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα, για άλλη μια φορά, έλαβε διαβεβαιώσεις από την πρώτη εναγομένη και σχημάτισε εύλογα την πεποίθηση, ότι η τελική σύμβαση θα υπογραφόταν εντός των επόμενων ημερών.

Όμως, τη Δευτέρα 8-5-2006, εντελώς απροειδοποίητα, δημοσιεύτηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανακοίνωση της πρώτης εναγομένης και του Ομίλου ... Α.Ε., σχετική με την υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας των πέντε βασικών μετόχων της πρώτης για τη μεταβίβαση ποσοστού 52,624% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της, στην εταιρία "..." και στον Ε.

Μ., κατά ποσοστό 44,624% και 8%, αντίστοιχα. Στη συμφωνία αυτή είχαν προβεί οι βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, μεταξύ των οποίων οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, Α. Δ. (Αντιπρόεδρος του Δ.Σ και Διευθύνων Σύμβουλος) και Κ. Κ. (Πρόεδρος του Δ.Σ) και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης. Στην ανακοίνωση, ρητά αναφερόταν, ότι "ο ...

δραστηριοποιείται διεθνώς μέσω παραγωγικών μονάδων και στρατηγικών συμμαχιών στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, έχοντας κυρίαρχη θέση στους περισσότερους από τους τομείς, που δραστηριοποιείται. Στο πλαίσιο του ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού του Ομίλου, η ... ... (πρώτη εναγομένη) θα αποτελέσει το φορέα για την ανάπτυξη σε πρώτη φάση των δραστηριοτήτων στο χώρο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας..".

Η εν λόγω εξαγορά αποσκοπούσε στην επέκταση του ..., που αποτελεί ανταγωνιστή της ενάγουσας, στο χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχοντας στην ουσία το ίδιο αντικείμενο με αυτό της σύμβασης, στην οποία αποσκοπούσαν τα διάδικα μέρη και την οποία διαπραγματευόταν η ενάγουσα με την πρώτη εναγομένη, από τον Οκτώβριο του 2005.

Τούτο ενισχύεται και από την εν συνεχεία (19-6-2006) υποχρεωτική δημόσια πρόταση του ..., για εξαγορά και του υπολοίπου μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης (περίπου 47%), την άσκηση δικαιώματος πώληση των μετοχών της, τον Οκτώβριο 2006, και την καθολική απορρόφησή της από τον παραπάνω .... Περαιτέρω, κατά την ίδια πιο πάνω ημέρα δημοσίευσης στο Χρηματιστήριο της άνω ανακοίνωσης (8-5-2006), η πρώτη εναγομένη ανακοίνωσε στην ενάγουσα την άνω συμφωνία των βασικών μετόχων της, που προέβλεπε τη μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, ισχυριζόμενη ότι κατόπιν αυτού οι προτάσεις και συζητήσεις στα πλαίσια του μεταξύ τους μνημονίου, πρέπει να τεθούν υπό την γνώση και την κρίση της "σύντομα αναμενόμενης νέας διοίκησης της εταιρίας".

Απαντώντας η ενάγουσα με την από 12-5-2006 επιστολή της προς το δεύτερο εναγόμενο, διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία, στις 11-5-2006, "δεν προσήλθε προς υπογραφή της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών, που αποτελούσε το αντικείμενο του από 20-12-2005 Μνημονίου, ως και της μεταξύ των εταιριών διαπραγμάτευσης ....

όπερ μεταφράζεται σε μη τήρηση της ημερομηνίας στόχου για την υπογραφή που συμφωνήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα", ότι με έκπληξη διάβασε "την από 8-5-2006 κοινή ανακοίνωση της ... και της Μ. από την οποία γίνεται φανερό ότι η νέα διοίκηση της ... δεν θα έχει αναλάβει καθήκοντα πριν την ολοκλήρωση της συναλλαγής με τη Μ. " και ότι "καθίσταται φανερό από την παραπάνω αναφερόμενη κοινή ανακοίνωση ότι η απόκτηση του ελέγχου της ...

από τη Μ. (ενός από τους ανταγωνιστές της ενάγουσας) σε συνδυασμό με την ανακοινωθείσα στρατηγική της Μ., ότι θα χρησιμοποιήσει τη ... ως επενδυτικό όχημα στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, είναι απόλυτα ασύμβατη προς το περιεχόμενο τόσο του Μνημονίου, όσο και της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης μετοχών, καθώς και ότι, η μνεία στην άνω επιστολή περί του ότι η οριστική σύμβαση μεταβίβασης μετοχών δέον να τεθεί υπόψη της νέας διοίκησης (δηλαδή υπόψη του ανταγωνιστή της), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά σοβαρή εκ μέρους της (πρώτης εναγομένης) δήλωσης αληθινής πρόθεσης για την υπογραφή οριστικής σύμβασης μεταβίβασης μετοχών".

Ακολούθως δε, στις 12-5-2006, δημοσιεύτηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ανακοίνωση της ενάγουσας, στην οποία ανέφερε, ότι "λόγω της δημιουργηθείσας κατάστασης, κατόπιν της κοινής ανακοίνωσης των εταιριών Μ. ΑΕ - ... και ... ΑΕ (πρώτης εναγομένης), η ... (ενάγουσα) μετά λύπης της γνωστοποιεί, ότι η σκοπούμενη με το από 20-12-2005 "..." με τη ...

ΑΕ απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών της "... ΑΕ, δεν θα πραγματοποιηθεί". Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς, ότι η πρώτη εναγομένη (μέσω του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων), ενώ συνέχιζε τις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις και με τον ... Μ., ενόψει του ότι, κατά τη συνήθη συναλλακτική πρακτική, για την ολοκλήρωση και ανακοίνωση συναλλαγής με αντικείμενο την αγορά της πλειοψηφίας των μετοχών εισηγμένης εταιρίας, όπως η πρώτη εναγομένη, απαιτείται πλήρης νομικός, τεχνικός και οικονομικός έλεγχος, καθώς και αναλυτικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, για τους όρους της τελικής σύμβασης, για τις οποίες απαιτείται αρκετός χρόνος.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης ήταν ο Κ. Κ. (τρίτος των εναγομένων), πρόεδρος του ΔΣ, με ποσοστό 24,35%, ο Α. Δ. (δεύτερος των εναγομένων), αντιπρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, με ποσοστό 24,14%, η Μ. Κ., σύζυγος του Κ. Κ., με ποσοστό 7,21%, η Ε. Δ., σύζυγος του ποσοστό 6,14% και ο Ε.

Π., με ποσοστό 8,14% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας. Η μεταβίβαση των μετοχών της εναγόμενης εταιρίας από τους βασικούς μετόχους της, συνιστά παράβαση του άρθρου 5 του μνημονίου, με την οποία, εγκύρως, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, χωρίς τούτο να συνιστά υπέρμετρη δέσμευση, η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη να μην προβεί άμεσα ή έμμεσα σε διαπραγματεύσεις, συζητήσεις ή συμφωνίες, με οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων και των διαμεσολαβητών της, για πιθανή συναλλαγή και να μη προβεί σε πώληση ή διάθεση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ολόκληρου ή οποιουδήποτε μεριδίου του ενεργητικού τομέα της ίδιας ή των θυγατρικών της και/ή των συνδεδεμένων επιχειρήσεών της, άμεσα ή έμμεσα (ανεξάρτητα από το εάν γίνεται ως αγοραπωλησία μετοχών ή μέσω εξαγοράς ενεργητικού ή με συνδυασμό αυτών) και να μην αναλάβει άλλη δράση, ούτε να επιτρέψει σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να προβεί, εκ μέρους της ή για λογαριασμό της, σε κάποια ενέργεια που θα μπορούσε να είναι ασύμβατη ή να καθυστερήσει ή να επηρεάσει αρνητικά την ολοκλήρωση της μελλοντικής συναλλαγής της με την ενάγουσα.

Η πρώτη των εναγομένων, δια των εκπροσώπων της, δεύτερου και τρίτου αυτών, εισήλθε σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις και σε συνεννόηση με τον ... Μ., σχετικά με την πώληση από τους βασικούς μετόχους της του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, δεδομένου ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως βασικοί μέτοχοι αυτής, με ποσοστά 24,14% και 24,35%, αντίστοιχα, και με τη συμμετοχή των συζύγων τους, σε ποσοστά 6,14% και 7,21%, αντίστοιχα, αλλά και ως νόμιμοι εκπρόσωποί της, είχαν ουσιαστικά τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο της εναγόμενης εταιρίας, λαμβάνοντας όλες τις αποφάσεις για οποιαδήποτε δραστηριότητά της.

Η σχετική δε ενημέρωση προς την ενάγουσα, στην οποία προέβη η πρώτη εναγόμενη, με την άνω από 8-5-2006 επιστολή της, υπογεγραμμένη από το δεύτερο εναγόμενο, με την οποία πληροφορούσε την ενάγουσα ότι οι βασικοί της μέτοχοι την ενημέρωσαν για την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, ώστε να καθίσταται αναγκαίο, δεδομένης της νέας κατάστασης, να τεθούν υπόψη της νέας διοίκησης οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις, είναι προσχηματική, αφού παρουσίαζε, φαινομενικά, ως μοναδική συνέπεια της ανωτέρω συμφωνίας, μια απλή καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, ενώ, στην ουσία, σηματοδοτούσε την απόσυρσή της και τη διακοπή των διαπραγματεύσεων.

Κι’ αυτό γιατί η νέα ιδιοκτήτρια είχε καταστήσει σαφές με την προαναφερθείσα κοινή ανακοίνωσή της με την πρώτη εναγόμενη, ότι αποσκοπούσε στην επέκταση στον ενεργειακό χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έτσι ώστε να είναι πλέον αδύνατη η συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα. Κατ’ ακολουθία, συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της προβλεπομένης από το άρθρο 6 του μνημονίου ποινικής ρήτρας, σε βάρος της πρώτης εναγομένης, αφού, αφενός παραβιάστηκε, από μέρους της, η υποχρέωση εμπιστευτικότητας και αποκλειστικότητας των διαπραγματεύσεων, αφετέρου η συμφωνία για την εξαγορά από τον ...

Μ. συνιστούσε, ουσιαστικά, υπαίτια διακοπή των διαπραγματεύσεων, από την πλευρά της πρώτης εναγομένης, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη των εναγομένων, με τους συναφείς πρώτο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους έφεσης....Περαιτέρω, οι ως άνω ενέργειες των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, οι οποίοι ναι μεν ενήργησαν κατά τη μεταβίβαση των μετοχών τους, ως βασικοί μέτοχοι της πρώτης εναγομένης, πλην, όμως, λόγω της διπλής ιδιότητας τους, ως νομίμων εκπροσώπων και ως βασικών μετόχων αυτής, είχαν τον πλήρη και ουσιαστικό έλεγχο της εταιρίας, συμμετείχαν ενεργά στις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα υπό την ως άνω ιδιότητά τους των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, λάμβαναν, ουσιαστικά, οι ίδιοι τις αποφάσεις, γνώριζαν τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη έναντι της ενάγουσας, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκαν, αφού προηγουμένως είχε εδραιωθεί, από τις συνεχείς επικοινωνίες και συζητήσεις τους με την ενάγουσα, η πεποίθηση της τελευταίας, ότι θα τηρούνταν τα συμφωνηθέντα και θα υπογραφόταν άμεσα, η τελική σύμβαση, ως φυσική κατάληξη των μακρών και επίπονων διαπραγματεύσεων, συνιστούν συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, εν γνώσει του γεγονότος, ότι μπορούσε να προκαλέσει ζημία στην ενάγουσα, όπως και συνέβη, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης, για την οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, υπέχει ευθύνη, σε ολόκληρο με αυτούς (κατ’ άρθρο 71 ΑΚ), και η πρώτη εναγόμενη εταιρία.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι αυτοί με τους συναφείς τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα...Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, τρώθηκε το κύρος και η φήμη της ενάγουσας, προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και γενικά το εμπορικό της μέλλον, λόγω της μειωτικής εικόνας που σχηματίστηκε γι’ αυτή, δεδομένου ότι πρόκειται για εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, η δε εξαγορά της πρώτης εναγομένης από τον ...

Μ. και η εντεύθεν ματαίωση των διαπραγματεύσεων με την ενάγουσα, ερμηνεύθηκε ως μεγάλη αποτυχία της τελευταίας και συνοδεύτηκε από πληθώρα σχετικών δημοσιευμάτων στον οικονομικό τύπο, με δυσμενή γι αυτή σχόλια και αρνητική δημοσιότητα. Κατ’ ακολουθία, με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα την καταπεσούσα ποινική ρήτρα...Επίσης η ενάγουσα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της προσβολής της φήμης της, της εμπορικής πίστης και της επαγγελματική της υπόληψης, εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων.

Λαμβάνοντας δε υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, το βαθμό πταίσματος της πρώτης εναγομένης, τη βλάβη που υπέστη η ενάγουσα και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, όπως ανωτέρω αναλύεται, το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο και δίκαιο, στην προκειμένη περίπτωση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας είναι το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο οφείλουν σε ολόκληρο, οι εναγόμενοι να της καταβάλουν...".

Με τον πρώτο κύριο λόγο της αιτήσεως, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "Δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο".

Προς στοιχειοθέτηση δε της ευθείας παραβίασης της ανωτέρω διάταξης προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι για την κατάφαση της προσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσείουσας και εκείνης από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα αξιούμενα και δη μόνο στο ότι οι Δ. και Κ.

ήσαν νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας, χωρίς να μνημονεύει αν αυτοί, κατά τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με τον ... "Μ.", σχετικά με την πώληση από τους βασικούς μετόχους της του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, ενεργούσαν μέσα στα όρια της εξουσίας τους, ως οργάνων του νομικού προσώπου, αλλά και αξιώνοντας επιπλέον διαφορετικά πράγματα, ήτοι ότι τα φυσικά πρόσωπα μέτοχοι "είχαν τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο και ελάμβαναν όλες τις αποφάσεις για την δραστηριότητα του νομικού προσώπου".

Προς στοιχειοθέτηση δε της εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τις παραδοχές του Εφετείου, πως ορισμένα από τα φυσικά πρόσωπα που διαπραγματευόντουσαν την πώληση των μετοχών τους ενεργούσαν το μεν ως νόμιμοι εκπρόσωποι, το δε όλοι εξ αυτών ως "βασικοί μέτοχοι ασκούντες πλήρη και απόλυτο έλεγχο λαμβάνοντες όλες τις αποφάσεις για οποιαδήποτε δραστηριότητα", δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποια ιδιότητα εκ των ανωτέρω θεώρησε το Εφετείο, ως καθοριστική και κρίσιμη και ως προς ποία φυσικά πρόσωπα, ώστε να επέλθει η έννομη συνέπεια της ευθύνης του νομικού προσώπου της ...

από τις δικαιοπραξίες (διαπραγμάτευσης των μετοχών τους) των φυσικών προσώπων. Ο λόγος αυτός, καθ’ όλες τις επιχειρούμενες θεμελιώσεις αναιρετικών πλημμελειών, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο, διότι κρίσιμο και ουσιώδες για την κατάγνωση της προσυμβατικής ευθύνης της ...

και κατάπτωσης της συμφωνηθείσας μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης ποινικής ρήτρας, δεν ήταν το κύρος των δικαιοπραξιών διαπραγμάτευσης των μετοχών των φυσικών προσώπων μετόχων με τον ... "Μ.", ώστε να ασκεί έννομη επιρροή, το αν οι νόμιμοι εκπρόσωποί της ενεργούσαν μέσα στα όρια εξουσίας τους, ως οργάνων του νομικού προσώπου, ζήτημα αναγόμενο στις εσωτερικές σχέσεις της ..., αλλά η εκ μέρους της τελευταίας, η οποία δια των εκπροσώπων της, δεύτερου και τρίτου αυτών, εισήλθε σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις και σε συνεννόηση με τον ...

Μ., σχετικά με την πώληση από τους βασικούς μετόχους της του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, μη τήρηση του Μνημονίου Συνεννόησης και η υπαίτια διακοπή των διαπραγματεύσεων με την αναιρεσίβλητη που κατά το ... στοιχειοθετούσε λόγο κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και αρκούσε για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το Εφετείο θεμελίωσε την προσυμβατική ευθύνη της ... και την ευθύνη της από την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 197, 198, 330, 297, 299, 361, 405 επ. ΑΚ και όχι εκείνη του άρθρου 70 ΑΚ (βλ. 9ο φύλλο αναιρεσιβαλλομένης), την δε αδικοπρακτική της ευθύνη στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 71, 297, 299, 919, 926, 932 ΑΚ.

Περαιτέρω, με όσα δέχτηκε το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την παραβίαση από την αρχική εναγομένη της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και αποκλειστικότητας των διαπραγματεύσεων και το ότι η συμφωνία εξαγοράς από τον ... Μ. συνιστούσε, ουσιαστικά, υπαίτια διακοπή των διαπραγματεύσεων, καθόσον η νέα ιδιοκτήτρια (ανταγωνίστρια της αναιρεσίβλητης) είχε καταστήσει σαφές ότι αποσκοπούσε στην επέκταση στον ενεργειακό χώρο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έτσι ώστε να είναι πλέον αδύνατη η συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την αναιρεσίβλητη, περιστατικά που συνιστούσαν βάσιμη περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, που ορίζει, ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της, κατά τη διάταξη αυτή αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι:

α) πράξη ή παράλειψη που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται, όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 του ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε, καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων αυτών, κατά κατάχρηση της εξουσίας του.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρο και αυτό και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτήν του τελευταίου (ΑΠ 380/2008).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της ΑΚ 914 και επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.

Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος) που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου (ΑΠ 900/2011).

Τα προβλεπόμενα από το άρθρο 919 ΑΚ χρηστά ήθη είναι έννοια νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά την γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου ανθρώπου, σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και χρησιμοποιηθέντων μέσων.

Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου, για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 900/2011).

Τέτοια συμπεριφορά, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ, μπορεί να εκδηλωθεί και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όταν ο ένας συμβαλλόμενος, έχοντας δημιουργήσει στον αντισυμβαλλόμενό του την πεποίθηση, ότι επίκειται η κατάρτιση της συμβάσεως, βρίσκεται ήδη κατά το στάδιο αυτό σε διαπραγματεύσεις με τρίτον, παρά το ότι είχε αναλάβει την υποχρέωση να διαπραγματευθεί αποκλειστικά με τον αντισυμβαλλόμενό του, ματαιώνει την οριστική κατάρτιση της συμβάσεως, επιλέγοντας τον τρίτο ως αντισυμβαλλόμενο, γνωρίζοντας, ότι με τον τρόπο αυτό ζημιώνει τον αρχικό αντισυμβαλλόμενό του (πρβλ.

ΑΠ 1721/2014). Στην ένδικη περίπτωση, στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνεται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, αντίθετης με τα χρηστά ήθη, εκδηλωθείσα, με την ιδιότητά τους αυτή, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων με την αναιρεσίβλητη και τελούσα σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων τους, θεμελιωτική αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας.

Όσα δε δέχτηκε, σχετικά και με την ιδιότητά τους, ως βασικών μετόχων της αναιρεσείουσας, που είχαν τον πλήρη και ουσιαστικό έλεγχο αυτής και είχαν συμμετάσχει ενεργά στις διαπραγματεύσεις, γνωρίζοντας τις δεσμεύσεις που εκείνη είχε αναλάβει, δεν συνιστούν παραδοχές ξένες προς το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 71 και 919 ΑΚ, αλλά συνάπτονται με την εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η επίμαχη συμπεριφορά, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω παραδοχών, σχετικών με το αν η κυριότητα των μετοχών που επρόκειτο να πουληθούν ανήκε στο νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας και αν η ελεγχόμενη πώλησή τους ενέπιπτε στα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί στους νόμιμους εκπροσώπους της.

Ρητώς δε διαλαμβάνονται στο αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης παραδοχές πληρούσες το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ και όχι εκείνο του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι, ότι η συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας συνιστούσε συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, εν γνώσει του γεγονότος ότι μπορούσε να προκαλέσει ζημία στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), όπως και συνέβη, λόγω ματαίωσης της σύμβασης.

Όλες δε οι σχετικές με τα παραπάνω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 71 και 919, σε συνδυασμό με 197, 198 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, ο δεύτερος κύριος λόγος της αιτήσεως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το οικείο μέρος του, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με όσα έγιναν ως άνω δεκτά, παρέλκει η έρευνα της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση η οποία, άλλωστε, ασκήθηκε για την περίπτωση "αναίρεσης και εξαφάνισης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης", πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/7/2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της 2453/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ