1219/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1219/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ του ΚΠοιν Δ λόγος αναιρέσεως. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση είναι ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής έγινε, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1219 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1219/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Β. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1407/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2015 αίτησή της αναιρέσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτή ημέρα, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, επίσης και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με την οποία αυτός καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως, αν όμως η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής.
Σε περίπτωση όμως που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερήμην και με την έφεσή του αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας τους και το άγνωστο της διαμονής του που συνετάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση πρέπει να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ του ΚΠοιν Δ λόγος αναιρέσεως. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση είναι ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής έγινε, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή.
Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί, άνευ ετέρου, να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή στη μήνυση διεύθυνση κατοικίας από την οποία και απουσίαζε, διότι διαφορετικά ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του αυτός δεν δήλωσε στην εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του.
Συνεπώς, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ακυρότητα της γενομένης ερήμην διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε ως αγνώστου διαμονής ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, το Εφετείο έχει υποχρέωση να εξετάσει κατ’ ουσίαν τον εν λόγω ισχυρισμό, αφού αξιολογήσει και συνεκτιμήσει όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο έγγραφα και το μάρτυρα που τυχόν εξετάσθηκε και από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 2/2014). Αν το δικαστήριο χωρίς να απορρίψει αιτιολογημένα τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας και ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθμ.14007/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στον πρώτο βαθμό, ερήμην, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής βεβαιωμένων προς το Δημόσιο χρεών.
Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε την υπ’ αριθμ.1632/21-3-2013 έφεση, στην οποία, με ειδικό λόγο, κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτήν, πρότεινε ότι της επιδόθηκε ακύρως, στις 16-12-2011, ως αγνώστου διαμονής στο Δήμαρχο Φιλοθέης Ψυχικού, το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ενώ αυτή ήταν γνωστής διαμονής και ότι λόγω της ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν άκυρη και η διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επανέφερε τον ανωτέρω λόγο εφέσεως ισχυρισθείσα κατά πιστή μεταφορά από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "το κλητήριο θέσπισμα μου επιδόθηκε ακύρως την 16-12-2011 ως αγνώστου διαμονής, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τέτοιας κλήτευσης, γιατί είχα γνωστή διαμονή.
Η ακυρότητα αυτή δεν καλύφθηκε, καθώς ουδέποτε έλαβα γνώση της δικασίμου που δίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν ανεστάλη η παραγραφή της πράξεως κατά το άρθρο 113 παρ.2 ΠΚ, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά την ημέρα της συζήτησης στο Δικαστήριο Σας και έτσι έχουμε εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής".
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο εκπροσωπών την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη συνήγορος δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της έγγραφα, η δε εξετασθείσα μάρτυρας υπερασπίσεως ουδόλως κατέθεσε για τη διεύθυνση της κατηγορουμένης κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης.
Το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εγκυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατηγορούμενη και αφού απέρριψε τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό και τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως, εχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη της κατηγορουμένης. Για την απόρριψη του ως άνω περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ισχυρισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατά το είδος τους αναφέρει στο προϊμιο, δέχθηκε, εν συνεχεία της περί ενοχής κρίσης της, κατά λέξη, τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στις 16-12-2011 που έγινε η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν είχε γνωστή διαμονή, καθόσον είχε μετοικήσει από την κατοικία της επί της οδού ...
στο Ψυχικό σε άγνωστη διεύθυνση (βλ. την από 10-8-2011 βεβαίωση του Α.Τ. Ψυχικού). Επομένως, νομίμως κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής και δεν έχει παραγραφεί η πράξη που της αποδίδεται, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η κατηγορουμένη". Από το περιεχόμενο του ως άνω σκεπτικού σαφώς προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην προαναφερόμενη απορριπτική του κρίση έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, από τα οποία δεν προέκυπτε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η διεύθυνση της κατηγορουμένης ήταν διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε σύμφωνα με τη βεβαίωση του Α.Τ.
Ψυχικού.
Με αυτό το περιεχόμενο η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτή ήταν γνωστής διαμονής, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι πληροί τις απαιτούμενες από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, προϋποθέσεις αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, το δικαστήριο με το να απορρίψει αιτιολογημένα τον ως άνω περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ισχυρισμό και κατ’ ακολουθίαν του περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως ισχυρισμό λόγω παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεως αυτής και να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, (με το οποίο αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν 1882/1990), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, (όπως ίσχυε προ της τροποποίησεώς του με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/31-3-2011, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 4321/21-3-2015) και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, ορίζεται ότι:
Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Ηκολούθησε ο άνω Ν.3943/2011 κατά τον οποίον η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο τιμωρείται....γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφ’ όσον το συνολικό χρέος....υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και δ)τριών τουλάχιστον ετών εφόσον το συνολικό χρέος ....υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, εν συνεχεία δε ο ανωτέρω Ν.4321/2015 κατά του οποίου το άνω αδίκημα τιμωρείται ....άρθρο 20 στοιχ.α’ και β’ με τις ίδιες αυτές ποινές και για τα ίδια ποσά.
Τέλος με το άρθρο 8 Ν.4337/17-10-2015 προσετέθη Νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο του Ν.4174/2013, με το άρθρο 71 παρ.2 δε τροποποιήθηκαν τα ποσά του ορίου του αξιοποίνου που προβλέπονται από το άρθρο 25 παρ.1 Ν. 1882/90, ως ίσχυε, σε 100000 και 200000 ευρώ αντίστοιχα (από 50.000 και 150.000 αντίστοιχα). Ειδικότερα η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει και όπως τα ποσά των περιπτώσεων α’ και β’ Ν.4321/2015 αναπροσαρμόστηκαν με το άρθρο 8 Ν.4337/2015, ως ....ορίζεται ότι: "1.Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό "των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ". β)Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό "των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ", η άνω διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω ποσού όπως κατωτέρω θα εκτεθεί ως δυσμενέστερη για την κατηγορούμενη.
Συνεπώς η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις ανωτέρω ποινές φυλακίσεως, με την ρύθμιση δε αυτή: 1)το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ.
και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται ενιαίως ως προς το χρόνο διαπράξεως του ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Έτσι με τη νέα διάταξη του άρθρου 34 του ν.3220/2004 δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Περαιτέρω, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος του άρθρου 25 παρ.1 ν.1882/1990, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ όπως ανωτέρω εξετέθη, είναι: 1)η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους 2)το ύψος του χρέους, 3)ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4)ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίον γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο του προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5)η μη πληρωμή του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη, του χρόνου καταβολής του.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ.7407/2014 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά κατά πιστή αντιγραφή: "Η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-2007 έως 1-10-2007 ως νόμιμη εκπρόσωπος - διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "..." με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς την Δ.Ο.Υ.
ΦΑΒΕ Αθηνών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, χρεών συνολικού ποσού 329.965,76 ευρώ που αφορούν ΦΠΑ, πρόστιμα ΚΒΣ και εισόδημα. Με τις .../2004, .../2004 και …/2006 αποφάσεις Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών επιβλήθηκαν στην ανωτέρω εταιρεία πρόστιμα 293.470, 157.816 και 1.570.806 ευρώ αντίστοιχα γιατί έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της 13 εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές.
Οι ως άνω αποφάσεις ακυρώθηκαν από το Διοικητικό Πρωτοδικείο και Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και αναπέμφθηκε η υπόθεση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τυπικό λόγο, προκειμένου να τηρηθεί ο τύπος της προηγούμενης ακροάσεως της εταιρείας. Με την .../15-12-2005 πράξη αποδοχής η κατηγορουμένη με την προαναφερόμενη ιδιότητά της αποδέχθηκε τη συνολική οφειλή της για την περαίωση των οικονομικών ετών 2000-2003 ύψους 147.597 ευρώ, βάσει των ως άνω ...
και .../2004 αποφάσεων (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα περαιώσεως υποθέσεως) και συνεπώς οφείλεται το εν λόγω ποσό. Όμως, όσον αφορά το υπ’ αριθμ.5 χρέος του πίνακα ύψους 171.846,61 ευρώ που προέρχεται από πρόστιμο που επιβλήθηκε με την ανωτέρω 812/2006 απόφαση δεν ευθύνεται η κατηγορουμένη, διότι πριν γίνει περαίωση, αυτού εκδόθηκε, η 2060/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου η οποία ακύρωσε το εν λόγω πρόστιμο, το οποίο είναι διαγραπτέο, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας.
Επομένως, η κατηγορουμένη ευθύνεται για τα υπ’ αριθμ.1, 2, 3, 4 και 6 χρέη του πίνακα συνολικού ποσού 158.119,15 ευρώ για τα οποία έχει γίνει περαίωση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη". Εν συνεχεία κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-2007 έως 1-10-2007, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€) και ειδικότερα, ως νόμιμη εκπρόσωπος (διευθύνουσα σύμβουλος) της εταιρείας με την επωνυμία "..." με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς την Δ.Ο.Υ.
ΦΑΕΕ Αθηνών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών χρεών συνολικού ποσού 158.119,15 ευρώ και συγκεκριμένα:
Α/Α Είδους χρέους Ημερ.
Βεβαίωσης Ποσό οφειλής Ημερ.Ταμειακής Βεβαίωσης 1.
Φ.Π.Α.
15-12-05 35.165,04€ 31-5-07 2.
Πρόστιμο ΚΒΣ 15-12-05 17.449,68€ 31-5-07 3.
Πρόστιμο ΚΒΣ 15-12-05 32.447,03€ 31-5-07 4.
Εισόδημα 31-1-06 71.790,49€ 31-5-07 5.
Πρόστιμο ΚΒΣ 23-2-07 1.266,85€ 30-3-07 Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 158.119,15 ευρώ, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (άρθρο 25 παρ.1 ν.1882/1990 όπως αυτή αντικ.
από το άρθρο 34 παρ.1, 2 ν.3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δεν στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών εις βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης (η Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών), το είδος των χρεών, κατά περίπτωση (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος, πρόστιμο ΚΒΣ), ο τρόπος πληρωμής κατά ποσά και ημερομηνίες πληρωμής, ο χρόνος βεβαίωσης των οφειλομένων και μη καταβληθέντων χρεών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίον αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από την υπόχρεη κατηγορουμένη ως νόμιμη εκπρόσωπο και διευθύνουσα σύμβουλο της αναφερομένης οφειλέτριας ΑΕ "..." και εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών, για τα οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν κατά τη λήξη του χρόνου της καταβολής τους.
Επίσης, αβάσιμη είναι και η ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη οφείλει τα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν με τις υπ’ αριθμ.... και .../2004 αποφάσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών και της παραδοχής ότι οι αποφάσεις αυτές ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αφού, από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε τις παραπάνω οφειλές της, στα πλαίσια διοικητικής περαίωσης των υποθέσεων, πριν ακυρωθούν οι ανωτέρω αποφάσεις και συνεπώς οφείλει το αποδεχθέν, ως άνω, οφειλόμενο ποσό.
Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, ο συνήγορος της κατηγορουμένης πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής των επί μέρους υπ’ αύξοντα αριθμό 1, 2, 3 και 4 χρεών, τα οποία φαίνονται στο πίνακα του χρέους. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "Επίσης οι τελευταίες δόσεις των επιμέρους χρεών έληγαν στις 31-5-2007 και 30-3-2007, αντίστοιχα και συνυπολογιζομένης και της τετράμηνης προθεσμίας που άρχιζε από την τελευταία δόση κάθε χρέους (ΑΠ 202/2011, ΑΠ 469/2011) αυτές έληγαν στις 30-9-2007 και 30-7-2007, αντίστοιχα, οπότε μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (16-12-2011) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας".
Με αυτά που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις καθόσον ορθώς προσδιόρισε το χρόνο τελέσεως των επί μέρους χρεών την 1-10-2007 και την 31-7-2007 που είναι ο χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθούν τα χρέη, ο χρόνος καταβολής των οποίων είναι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η 31-5-2007 για τα τρία πρώτα χρέη και η 30-3-2007 για το τέταρτο. Ενόψει δε του ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε την 16-12-2011, δεν είχε παρέλθει πενταετία από το χρόνο τελέσεως της πράξεως ούτε και οκταετία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης (7-11-2014) ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι που έκρινε το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 34 ν.3220/2004 σε συνδυασμό με τα άρθρα 112 και 113 του ΠΚ και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2015 δήλωση - αίτηση της Β. Β. του Β. που επιδόθηκε στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτή ημέρα για αναίρεση της υπ’ αριθμ.7407/2014 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ