Legislator Case Law & Legislation
1219/2015 AI generated

Supreme Court overturns appeal court ruling on traffic fatality, remanding case due to insufficient reasoning on driver's liability.

Case Number 1219/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the appeal court's decision regarding a fatal traffic accident involving a child and a truck driver. The court found the lower court's reasoning regarding the driver's potential liability insufficient and failed to adequately explain why the driver's conduct did not create dangerous conditions. Consequently, the Supreme Court accepted the third ground of appeal but rejected the first, ordering the case to be remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 5 of Law 1911/1911 on civil liability for motor vehicles; The Supreme Court must provide clear and sufficient reasoning to justify the application of substantive law, and a failure to adequately explain why a driver's conduct did not create dangerous conditions constitutes a ground for overturning the decision and remanding the case.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning remand for retrial civil liability motor vehicles driver negligence child victim fatality appeal court reversal

Cited Legislation

AI generated
Article 4, paragraph 1 of Law 4/5-1911 on civil liability for motor vehicles
495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν.
Article 5, paragraph 1 of Law 4/5-1911 on civil liability for motor vehicles
Article 559, paragraph 1, item 1a of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1219 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1219/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Π., 2) Α. Κ. του Γ., 3) Κ. Π. και Α. Κ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Γεωργίου Π. του Κ., 4) Π. Π. του Κ., 5) Α. συζ. Π. Π., 6) Γ. Κ. του Ε. και 7) Β. συζ. Γ. Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ακριτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ... 2) Φ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Αργυριάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-3-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2524/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 11-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2524/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α’ Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α’ του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ’ αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ’ όψιν τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακός συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.

Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω νόμου, ο οποίος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση), σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός), προβλέπεται απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300).

Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, την οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 916 ΑΚ, δεν έχει ο ανήλικος που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος (ΑΠ 1743/2007), συντρέχει, όμως περίπτωση καθορισμού αποζημίωσης ενδεχομένως κατώτερης από την πράγματι προξενηθείσα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου (ΑΠ 1446/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 εδ. γ’ ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Το συντρέχον πταίσμα του θύματος λαμβάνεται υπόψη έστω και αν αυτό λόγω ηλικίας (π.χ. κάτω των 10 ετών) δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης π.χ. του ενάγοντος πατέρα, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο θανατωθέν ανήλικο τέκνο του.

Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά (ΑΠ 1261/2007). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1α ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 976/2012, ΑΠ 1522/2011).

Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β’ του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις παραπάνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για το θανάσιμο τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα είναι ο ίδιος ο θανατωθείς ανήλικος συγγενής των αναιρεσειόντων και ο de facto βαρυνόμενος με την εποπτεία του παππούς του και ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου οδηγού και του επελθόντος ατυχήματος, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 ΑΚ, εφόσον, στην μεν πρώτη περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και την οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου οδηγού [παραβίαση εκ μέρους του της ρυθμιστικής της κυκλοφορίας απαγορευτικής πινακίδας ..., που απαγόρευε την είσοδο φορτηγών οχημάτων στην περιοχή του ατυχήματος, παράβλεψη της υπάρχουσας σε απόσταση 30 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος πινακίδας αναγγελίας κινδύνου, δηλωτικής επικίνδυνης θέσεως λόγω συχνής κίνησης παιδιών (σχολεία, γήπεδα κ.λπ.)], δεν επέτρεπαν να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο εναγόμενος οδηγός δεν τελούσε σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, στη δε δεύτερη περίπτωση, λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας την υπ’ αριθμ. κατ. 1193/2011 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 351/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), η οποία απέρριψε την υπ’ αριθμ.

καταθέσεως 32074/2009 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα του ανήλικου, ηλικίας έξι ετών, συγγενούς τους (γιου των δύο πρώτων, αδελφού του τρίτου και εγγονού του τέταρτου, της πέμπτης, του έκτου και της έβδομης των εναγόντων, αντίστοιχα), που οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομη και υπαίτια οδική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, κατά την οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου - δεύτερου αναιρεσίβλητου, από τον οποίο προστήθηκε στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες από την κυκλοφορία του ζημίες στην τρίτη εναγομένη - τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Α.Α.Ε.", δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-7-2008 και περί ώρα 20:30’ , ήτοι, υπό συνθήκες ακόμη ημέρας και φυσικού φωτισμού (δύση ηλίου στις 20:48"), ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Χ. (25 ετών τότε, κάτοικος ...), κινείτο επί της ανώνυμης κεντρικής οδού, μέσα στον οικισμό του ... του τέως Δήμου ... και ήδη (Δήμου) ..., λίγο πριν από την κεντρική πλατεία του εν λόγω χωριού, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ρυμουλκό (τράκτορα), εργοστασίου κατασκευής MAN, τύπου 716, ανοικτό, με πλάκα επικάθισης (πλάτους 2,40 μ., μήκους 3 μ. και ύψους 1,90 μ. περιττού, μικτού βάρους 18.000 κιλών, καθαρού 10.620 κιλών, με απόβαρο 7.380 κιλών), χωρίς να φέρει επικαθήμενο εκείνη την ώρα, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, Φ. Π., που τον είχε προστήσει στην οδήγησή του, ενώ το εν λόγω όχημα ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη του από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ". Η παραπάνω οδός, στο ως άνω σημείο, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 11,60 μέτρα (ήτοι, πλάτους 5,80 μ. σε κάθε ρεύμα της), ευθεία άνω των 150 μέτρων (και με επαρκή τεχνητό φωτισμό σε συνθήκες νυκτός), ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα κινούμενα επ’ αυτής οχήματα είναι τα 50 χιλ/ώρα (λόγω κατοικημένης περιοχής).

Στην είσοδο του χωριού, επί της προαναφερόμενης οδού, υπήρχε τοποθετημένη η ρυθμιστική πινακίδα ..., που απαγορεύει την είσοδο σε φορτηγά αυτοκίνητα και σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων μπροστά από το παραπάνω σημείο της πλατείας, υπήρχε τοποθετημένη η πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-16, που, κατά τη σχετική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 περ. 16 του ΚΟΚ, αφορά κίνδυνο, λόγω συχνής κίνησης παιδιών (σχολεία, γήπεδα, κ.λπ.).

Να σημειωθεί εδώ ότι κατά μεν την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του ΚΟΚ, οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-40) τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (του ΚΟΚ), οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες (Ρ-1 μέχρι Ρ-75) τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται.

Ο προαναφερόμενος οδηγός κινείτο με ταχύτητα 25 χιλ/ώρα (ήτοι, κατώτερη της επιτρεπόμενης), όπως ήταν και η ένδειξη του (λειτουργούντος κανονικά, έχοντας ακριβείς ενδείξεις, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων) ταχογράφου του οχήματός του, με κατεύθυνση από την Π.Ε.Ο. ... προς τον ποταμό .... Δεξιά σε σχέση με την πορεία του βρίσκεται η κεντρική πλατεία του ..., επί της οποίας και παραπλεύρως αυτής υπάρχουν καταστήματα, όπως η καφετέρια του εξετασθέντος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρος Γ.

Δ. και το καφενείο του τέταρτου ενάγοντος - εκκαλούντος, Π. Π., μπροστά από τα οποία (καταστήματα) υπήρχε ελεύθερος ανοικτός χώρος, όπου παίζουν (ιδίως κατά τη θερινή περίοδο) τα παιδιά του χωριού και κοντά στην άκρη του οδοστρώματος υπάρχει ένα σιντριβάνι. Μπροστά από την πλατεία υπάρχει πλάτωμα του οδοστρώματος (μήκους 5 περίπου μ.

και φάρδους 3,5 μ. περίπου), ήτοι, εσοχή προς την πλατεία, επί της οποίας υπήρχαν τρία σταθμευμένα οχήματα (το ακριβές είδος των οποίων δεν προέκυψε), κάθετα στο οδόστρωμα, καταλαμβάνοντας όλο το χώρο του, με μικρά κενά (διαδρόμους) μεταξύ τους, πλάτους 0,20 μ. έως 0,30 μ. (δοθέντος ότι το πλάτος ενός Ι.Χ. συμβατικού αυτοκινήτου ανέρχεται, κατά μέσον όρο, σε 1,55 μ.

έως 1,60 μ. κι ενός τζιπ σε 1,68 μ. έως 1,72 μ.). Επίσης, υπήρχε ένα άλλο σταθμευμένο όχημα στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας, επί του οποίου κινείτο ο ως άνω οδηγός, παράλληλα με την κατεύθυνσή του, ακριβώς στην αρχή της παραπάνω εσοχής κι ένα άλλο σταθμευμένο όχημα αμέσως μετά το τέλος της εν λόγω εσοχής, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος.

Απέναντι από την πλατεία, αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω οδηγού του τράκτορα, υπήρχαν και εκεί τέσσερα άλλα, σταθμευμένα σε στοίχο, οχήματα, στην άκρη του οδοστρώματος, όπου υφίσταται και στάση του λεωφορείου Ο.Α.Σ.Θ. (καθώς το χωριό συνδέεται με τη Θ. με τη με αριθμό ... λεωφορειακή γραμμή του Ο.Α.Σ.Θ.) και μετά από το πεζοδρόμιο της οδού (στην ίδια κατεύθυνση), υπάρχει κι άλλος κοινόχρηστος χώρος, στον οποίο υφίσταται παιδική χαρά (βλ., εκτός των άλλων, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την οικεία έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και τα αντίγραφα δύο μεγάλων φωτογραφιών του παραπάνω σημείου, που προσκομίζουν οι ενάγοντες, σε διαστάσεις Α4).

Κατά τον ίδιο χρόνο, στην πλατεία του χωριού βρισκόταν ο ανήλικος, Π. Π. (γιος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφός του τρίτου και εγγονός των υπολοίπων), ηλικίας 6 ετών, με ύψος 1,24 μ., παίζοντας με άλλα παιδιά του χωριού, όπου τον είχαν συνοδεύσει, δύο περίπου ώρες προηγουμένως, οι γονείς του, οι οποίοι αμέσως μετά αποχώρησαν, αφού ανέθεσαν, προσωρινά, την εποπτεία του στον παππού του.

Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη μικρή πλατεία βρίσκεται, όπως προεκτίθεται, το καφενείο του τέταρτου ενάγοντας, παππού (από την πατρική γραμμή) του ανηλίκου, το οποίο διατηρούσε και εκμεταλλευόταν μαζί με τη σύζυγό του, όπου, σχεδόν κάθε απόγευμα, εκείνο το καλοκαίρι, μετέβαινε ο ανήλικος για να παίξει, άλλες φορές συνοδευόμενος από τους γονείς του και άλλες φορές μόνος του, αφού, προηγουμένως, οι γονείς του ανέθεταν, προσωρινά, το καθήκον της επίβλεψής του στον παππού του, που ήταν πρόθυμος να αναλαμβάνει την εν λόγω υποχρέωση, προκειμένου ο τελευταίος να τον προσέχει και να τον επιτηρεί για όσο χρόνο βρισκόταν εκεί (στην πλατεία μπροστά από το κατάστημά του).

Ο τέταρτος ενάγων, αφού φρόντισε πρώτα να φάει κάτι ο ανήλικος, συνέχισε να απασχολείται στην εξυπηρέτηση των πελατών του καφενείου του και το ίδιο έκανε και η σύζυγός του - γιαγιά του ανηλίκου (πέμπτη ενάγουσα), ενώ ο ανήλικος έπαιζε με τα άλλα παιδιά στην πλατεία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τέταρτος ενάγων είχε από το κατάστημά του οπτική επαφή του εγγονού του, πλην όμως, αντί να τον επιτηρεί, συνεχώς, απασχολούνταν με την εξυπηρέτηση πελατών του καταστήματός του, έχοντας την πεποίθηση ότι τα παιδιά, όσο έπαιζαν στην πλατεία, ήταν ασφαλή, τουλάχιστον από τα (διερχόμενα έξω από την πλατεία) οχήματα.

Ξαφνικά, όμως, ο παραπάνω ανήλικος, ενώ έπαιζε κάποιο παιχνίδι (μάλλον "κρυφτό") με τα άλλα παιδιά στην πλατεία, άρχισε να την διασχίζει τρέχοντας (διανύοντας 5 περίπου μέτρα επί της πλατείας), προτιθέμενος να διασχίσει το (μετά την πλατεία) οδόστρωμα της παραπάνω κεντρικής οδού και να κατευθυνθεί, ενδεχόμενα, στον απέναντι (αριστερά σε σχέση με την πορεία του εναγομένου οδηγού) κοινόχρηστο χώρο.

Εκείνη την ώρα, βρίσκονταν στην πλατεία και πολλοί ενήλικοι, πελάτες των ως άνω καφετεριών, μερικοί από τους οποίους, αντιλήφθηκαν τη συγκεκριμένη κίνηση του παιδιού και άρχισαν να του φωνάζουν να προσέξει, επιχειρώντας με τις φωνές τους να το αποτρέψουν από το να διασχίσει ανέλεγκτα το οδόστρωμα. Ο ανήλικος, όμως, δεν σταμάτησε την πορεία του και αφού, τρέχοντας, πέρασε ανάμεσα από τα σταθμευμένα στην παραπάνω εσοχή του δρόμου οχήματα, άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα της ανωτέρω κεντρικής οδού, έτσι ώστε, αφού διένυσε, τρέχοντας, μέσα σε δύο, το πολύ, δευτερόλεπτα, απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων επί του οδοστρώματος, επέπεσε (με τη φόρα που είχε, όπως έτρεχε) στην εμπρόσθια δεξιά γωνία (στο ύψος του προφυλακτήρα) του προπεριγραφέντος τράκτορος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στη συνέχεια, κτυπήθηκε από τη δεξιά πλευρά του κινούμενου οχήματος, από το ύψος της κολώνας του ανεμοθώρακα έως τη δεξαμενή (ρεζερβουάρ) καυσίμου του (χωρίς, σημειωτέον, να καταπλακωθεί από το όχημα), με τραγική συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του, λόγω της βαριάς θωρακοκοιλιακής και κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη (βλ., μεταξύ των άλλων, από τη σχηματισθείσα για το ποινικό σκέλος της υπόθεσης ποινική δικογραφία, τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση και την από 17-7-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του επιδίκου τράκτορος, που διενεργήθηκε κατά την προανάκριση, ύστερα από παραγγελία του Τμήματος Τροχαίας ...).

Ο πρώτος εναγόμενος ακινητοποίησε τον τράκτορα δέκα περίπου μέτρα πιο κάτω, γιατί του φάνηκε ότι άκουσε κάποιο παράξενο θόρυβο από το όχημά του, χωρίς να αντιληφθεί την παρεμβολή του ανηλίκου στην πορεία του και την πρόσκρουσή του στον τράκτορα. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως (τρίτο πρόσωπο προς αμφότερα τα μέρη των διαδίκων), ο οποίος, με έκδηλη αξιοπιστία (για την οποία το παρόν Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει), έχοντας άμεση και προσωπική αντίληψη και γνώση, περιγράφει πειστικά και εξιστορεί παραστατικά τα όσα διαδραματίσθηκαν κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Επίσης, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα, τόσο από την έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής (του A.T. ...), που επιλήφθηκε του συγκεκριμένου τροχαίου ατυχήματος, με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει... όσο και από το συνδυασμό όλων των εγγράφων, καθώς και των ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, που περιλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία, που σχηματίσθηκε, ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του πρώτου εναγομένου, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 28, 302 παρ. 1 του ΠΚ)...

Υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, το επίδικο τροχαίο ατύχημα και η εντεύθεν τραγική συνέπειά του, οφείλεται, αποκλειστικά, στην προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά του ίδιου του θύματος - πεζού, που άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, χωρίς κανένα έλεγχο, αλλά και στην αμελή συμπεριφορά τόσο του προαναφερόμενου ενάγοντος - παππού του ανηλίκου, όσο και των (ασκούντων τη γονική του μέριμνα) εναγόντων - γονέων του, οι οποίοι βαρύνονται με πταίσμα, λόγω παραμέλησης της εποπτείας του, κατά παραδοχή του (προταθέντος παραδεκτά πρωτοδίκως), νόμιμου, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, ισχυρισμού των εναγομένων (που συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ως προς τη θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, βάση της και ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 5 του ν.

ΓΠΝ/1911, ως προς τη θεμελιούμενη στον εν λόγω νόμο βάση της), τον οποίο επαναφέρουν, παραδεκτά και στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, ο παππούς του ανηλίκου, ο οποίος είχε αναλάβει οικειοθελώς την προσωρινή άσκηση της εποπτείας του ανηλίκου, δεν άσκησε επαρκώς τη συγκεκριμένη υποχρέωση, καθόσον είχε αφήσει ανεπιτήρητο το ανήλικο εγγόνι του να παίζει στην ως άνω πλατεία, καίτοι γνώριζε ότι ήταν δίπλα στην κεντρική οδό του χωριού τους, χωρίς να είναι σε θέση, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να εμποδίσει κάποια, ενδεχόμενη, αιφνίδια ή όχι, απομάκρυνσή του (του ανηλίκου) από την πλατεία ή κάποιον (ελαφρύ ή βαρύ) τραυματισμό του από τυχόν επικίνδυνο (επί της πλατείας) παιχνίδι με τους συνομηλίκους του.

Οι ενάγοντες - γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι, λόγω της ιδιότητάς τους, ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους (άρθρα 1510 παρ. 1 και 1518 παρ. 1 του ΑΚ), έχοντας την ευθύνη για την εποπτεία του (άρθρο 923 παρ. 1 ΑΚ), δεν είχαν ασκήσει επαρκώς το καθήκον εποπτείας του, γιατί ανέθεσαν προσωρινά την αποκλειστική άσκησή της (της επίβλεψής του) στον παππού του, ο οποίος προσφερόταν προς τούτο, παρότι γνώριζαν ότι ο τελευταίος, λόγω της απασχόλησής του στο ως άνω κατάστημά του (και μάλιστα κατά τη συγκεκριμένη ώρα, το καλοκαίρι, που το καφενείο έχει κίνηση πελατών), δεν είχε την ικανότητα να αναλάβει την προσήκουσα εποπτεία του, αφού δεν ήταν σε θέση να την ασκεί επαρκώς, επιβλέποντας διαρκώς τον ανήλικο, ώστε να μην αποχωρήσει από την πλατεία, όπου ήταν ασφαλής, τουλάχιστον από την κίνηση οχημάτων (όχι όμως και από άλλους ενδεχόμενους κινδύνους από το παιχνίδι του, π.χ.

πιθανή πτώση του στα πλακάκια της πλατείας κ.λπ.) ή διαφορετικά (αν δεν γνώριζαν τη μη διαρκή άσκηση της προσήκουσας εποπτείας του ανηλίκου από τον παππού του), θα έπρεπε να προβούν σε έλεγχο για να διαπιστώσουν εάν το τρίτο αυτό πρόσωπο (ο παππούς εν προκειμένω) εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε οικειοθελώς και επομένως, όφειλαν οι ίδιοι να ασκούν, παράλληλα, τη δέουσα εποπτεία του, κατά το χρόνο που ο ανήλικος έπαιζε στην πλατεία (και να μην την παραχωρήσουν αποκλειστικά στον παππού του), καθόσον γνώριζαν ότι ένα μικρό παιδί, έξι (6) ετών, λόγω της συγκεκριμένης ηλικίας του, δεν έχει την ωριμότητα να αντιληφθεί τους κινδύνους που προέρχονται από την ανέλεγκτη διάσχιση οδών ούτε να προσαρμόσει ανάλογα τη συμπεριφορά του.

Στοιχεία που να μπορούν να θεμελιώσουν (οποιασδήποτε μορφής και έκτασης) υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - οδηγού δεν προέκυψαν από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει.

Ειδικότερα, ο εν λόγω οδηγός, οδηγούσε, κανονικά, το ως άνω όχημα με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος επαγγελματίας οδηγός οχήματος, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες συνθήκες και επιπλέον, κινείτο με την πολύ χαμηλή ταχύτητα των 25 χλμ/ώρα, καθώς, πλησιάζοντας στην εν λόγω πλατεία, είχε μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του και κάτω από την επιτρεπόμενη κατά τον ΚΟΚ, για την αποφυγή τυχόν ατυχήματος, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί την προπεριγραφείσα αιφνίδια κίνηση του ανηλίκου, ανάμεσα στα σταθμευμένα οχήματα αρχικά και μέσα στο οδόστρωμα στη συνέχεια, για να πραγματοποιήσει τον οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό.

Πιο συγκεκριμένα, όταν ο ανωτέρω ανήλικος διερχόταν, τρέχοντας, ανάμεσα από τα σταθμευμένα, κάθετα, στην παραπάνω εσοχή αυτοκίνητα (ύψους από 1,35 έως 1,75 μ., το καθένα, δοθέντος ότι το ύψος ενός συμβατικού Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου είναι από 1,35 μ. έως 1,40 μ. και ενός Ι.Χ.Ε. τζιπ από 1,70 μ. έως 1,75 μ.), δεν ήταν ορατός από τον παραπάνω οδηγό, λόγω του συγκεκριμένου ύψους του (1,24 μ.).

Κατά το χρονικό διάστημα που ο ανήλικος, αφού πέρασε, τρέχοντας, ανάμεσα από τα σταθμευμένα οχήματα, εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα, διασχίζοντας (και πάλι τρέχοντας), μέσα σε δύο το πολύ δευτερόλεπτα της ώρας, απόσταση τεσσάρων μέτρων, ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος με ταχύτητα 25 χιλ/ώρα, βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση απ’ αυτόν και δεν είχε τη δυνατότητα να δει τον πεζό, ελέγχοντας την κίνηση επί του οδοστρώματος μπροστά του, παρά μόνον εάν είχε εστιασμένο το βλέμμα του μόνον προς τα δεξιά του, ελέγχοντας αποκλειστικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Ακόμη, όμως, κι εάν ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός εστίαζε την προσοχή του προς τα δεξιά και αντιλαμβανόταν (λόγω του ύψους της θέσης του στην καμπίνα του τράκτορα, που βρίσκεται 1,50 - 1,60 περίπου μ. από το έδαφος) τον ανήλικο, τη στιγμή που ο τελευταίος, εξερχόμενος ανάμεσα από τα οχήματα, άρχισε να τρέχει στο οδόστρωμα, στο χρονικό διάστημα των δύο, το πολύ, δευτερολέπτων που χρειάσθηκε ο ανήλικος για να διασχίσει τα τέσσερα μέτρα περίπου του οδοστρώματος που μεσολαβούσαν ανάμεσά τους, δεν θα προλάβαινε (όντας αντικειμενικά αδύνατο) να ενεργήσει κάποιο επιτυχή ελιγμό για να αποφύγει το ατύχημα (τροχοπεδώντας τον τράκτορα, με ταυτόχρονο αποφευκτικό ελιγμό προς αριστερά), αφού η απόσταση που τον χώριζε από τον ανήλικο ήταν ιδιαίτερα μικρή (ήτοι, τέσσερα μέτρα περίπου κι ενώ το παιδί συνέχιζε να κινείται κάθετα στο οδόστρωμα και μάλιστα τρέχοντας προς τ’ αριστερά, σε σχέση με την πορεία του οχήματος) και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο χρόνος αντίδρασης του μέσου (νηφάλιου) οδηγού (ήτοι, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που υποπίπτει στην αντίληψή του κάποιο σήμα μέχρι να ανταποκριθεί) είναι περίπου ένα δευτερόλεπτο της ώρας, ενώ το όχημά του στο χρόνο αυτό του ενός δευτερολέπτου, κινούμενο με την παραπάνω ταχύτητα των 25 χλμ/ώρα, θα είχε ήδη διανύσει (σε ξηρό ασφάλτινο οδόστρωμα και χωρίς να είναι φορτωμένος ο τράκτορας) απόσταση 7,5 μέτρων, τουλάχιστον, έως την έναρξη κάποιας αποφευκτικής κίνησης εκ μέρους του (οπότε ήδη θα τον είχε φθάσει και πάλι ο ανήλικος) και περαιτέρω, η απόσταση πεδήσεως (ήτοι, η απόσταση που διανύει το όχημα από τη στιγμή που πατάει το φρένο ο οδηγός έως την απόλυτη ακινητοποίησή του) θα ήταν άλλα 6,5 έως 7 μέτρα περίπου (βλ.

εκτός των άλλων και σε σχετικούς πίνακες - νομογραφήματα μέτρησης απόστασης - χρόνου, σε Ονουφριάδη, ΕρμΚΟΚ, έκδοση 2000, σελ. 304 επ. σύμφωνα με τους οποίους με την ταχύτητα που κινείτο ο εναγόμενος, θα έπρεπε, για να έχει στη διάθεσή του το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, ώστε να αντιδράσει αποτελεσματικά και να τροχοπεδήσει έγκαιρα το όχημά του, προς αποφυγή του ατυχήματος, να είχε αντιληφθεί την κίνηση του παιδιού από απόσταση 18 μέτρων).

Τέλος, το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός, εισερχόμενος στον οικισμό του ... από την προρρηθείσα κεντρική οδό, παραβίασε την ανωτέρω ρυθμιστική πινακίδα ..., η οποία ήταν τοποθετημένη, επί της εν λόγω οδού, στην είσοδο του χωριού, απαγορεύοντας την είσοδο στα φορτηγά αυτοκίνητα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, ενώ, αξίζει να επισημανθεί, ότι η συγκεκριμένη ρυθμιστική πινακίδα τοποθετείται σε κατοικημένες περιοχές για την ασφαλέστερη κίνηση των οχημάτων, τη βελτίωση της οδικής κυκλοφορίας και τη μείωση των κυκλοφοριακών προβλημάτων και όχι για την προστασία των πεζών από ενδεχόμενα (προκαλούμενα από φορτηγά) τροχαία ατυχήματα, καθώς ο ίδιος κίνδυνος υφίσταται και από την κίνηση των Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτων ή οχημάτων άλλου είδους, όπως μεγάλα Ι.Χ.Ε. τζιπ (π.χ. jeep ... της ... ή ...) ή λεωφορεία του ΚΤΕΛ (ή εκδρομικά λεωφορεία) ή λεωφορεία του Ο.Α.Σ.Θ. Ειδικότερα, υπό τις προπεριγραφείσες πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και η εντεύθεν (τραγική) συνέπειά του δεν οφείλεται στο συγκεκριμένο είδος του ως άνω οχήματος (και ειδικότερα στο βάρος ή στον όγκο του), αφού το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν, εν προκειμένω και με την εμπλοκή, διερχόμενου απ’ εκείνο το σημείο, Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, συμβατικού ή τζιπ, ή λεωφορείου του Ο.Α.Σ.Θ. (η στάση του οποίου είναι απέναντι στην ίδια οδό, μπροστά από την παιδική χαρά), το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερου όγκου και βάρους από τον επίδικο (χωρίς επικαθήμενο) τράκτορα ή αυτοκινούμενου αγροτικού μηχανήματος (βλ. και την προσαγόμενη οριστική καταδικαστική σε βάρος του πρώτου εναγομένου, υπ’ αριθμ. 6850/2012, απόφαση του Γ’ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, στο σκεπτικό της οποίας θεμελιώνεται το πταίσμα του στην παράβαση της προρρηθείσας ρυθμιστικής πινακίδας ...

και μόνο, η οποία εκτιμάται ελεύθερα στην προκειμένη πολιτική δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο). Επομένως, ενόψει των παραπάνω, αφού αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν ευθύνεται (αλλ’ ούτε και συνετέλεσε κάποιο πταίσμα του) για την πρόκληση του επίμαχου ατυχήματος και την εντεύθεν συνέπειά του, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη.

Συνακόλουθα, μετά τις ως άνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με (εν μέρει) ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται μ’ αυτές της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και στη συνέχεια, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την υπ’ αριθμ.

καταθέσεως 32074/2009 ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις και ορθά, επίσης, εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν στην κρίση του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμη κατ’ ουσία, την παραπάνω έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ως άνω αγωγή τους.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως απορριπτέα την ένδικη αγωγή τόσο κατά τη θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις βάση της όσο και κατά τη θεμελιούμενη στο νόμο ΓΠΝ/1911 κατά παραδοχή του προταθέντος ισχυρισμού των εναγομένων, τον οποίο, προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν, παραδεκτά και στην κατ’ έφεση δίκη, ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα και η εντεύθεν τραγική συνέπειά του, οφείλεται, αποκλειστικά, στην προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά του ίδιου του θύματος - πεζού, που άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, χωρίς κανένα έλεγχο, αλλά και στην αμελή συμπεριφορά τόσο του προαναφερόμενου ενάγοντος - παππού του ανηλίκου, όσο και των (ασκούντων τη γονική του μέριμνα) εναγόντων - γονέων του, οι οποίοι βαρύνονται με πταίσμα, λόγω παραμέλησης της εποπτείας του, ο οποίος συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ως προς τη θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, βάση της και ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 5 του ν.

ΓΠΝ/ 1911, ως προς τη θεμελιούμενη στον εν λόγω νόμο βάση της, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την κρίση του περί έλλειψης υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος οδηγός "οδηγούσε, κανονικά, το ως άνω όχημα με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος επαγγελματίας οδηγός οχήματος, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες συνθήκες" έρχεται σε αντίφαση με τις παραδοχές του σε άλλα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες αφ’ ενός μεν ο εν λόγω οδηγός παραβίασε την ανωτέρω ρυθμιστική πινακίδα ..., η οποία ήταν τοποθετημένη, επί της εν λόγω οδού, στην είσοδο του χωριού, και απαγόρευε την είσοδο στα φορτηγά στην περιοχή του ατυχήματος, αφ’ ετέρου δε, δεν αντελήφθη τον ανήλικο κατά την πρόσκρουσή του στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του ούτε όταν συνέβη το ατύχημα και μάλιστα παρά το ότι ο τελευταίος (ανήλικος) είχε διανύσει 4 μέτρα επί του ορατού προ της πορείας του τμήματος του οδοστρώματος της ως άνω οδού, η οποία ήταν ευθεία άνω των 150 μέτρων "υπό συνθήκες ακόμη ημέρας και φυσικού φωτισμού" και σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης "με επαρκή τεχνητό φωτισμό σε συνθήκες νύχτας", γεγονός το οποίο αναιρεί την παραδοχή του περί συνετής οδήγησης από τον αναιρεσίβλητο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου του και επίδειξης εκ μέρους του τελευταίου της δέουσας προσοχής, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος επαγγελματίας οδηγός οχήματος, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες συνθήκες, η οποία μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση όφειλε να είναι ιδιατέρως αυξημένη, ενόψει και της επισημάνσεως του ως άνω κινδύνου συχνής κίνησης παίδων στο οδόστρωμα, τα οποία δεν έχουν πάντοτε την ωριμότητα να αντιληφθούν τους κινδύνους ανέλεγκτης διάσχισης των οδών, αλλά και από την προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου του αναιρεσίβλητου οδηγού, ο οποίος εισήλθε στην ως άνω οδό, μετά από παραβίαση της ως άνω απαγορευτικής πινακίδας ..., που απαγόρευε την είσοδο φορτηγών οχημάτων στην περιοχή του ατυχήματος.

Πέραν τούτων το Εφετείο δεν αναφέρει αν τα γενόμενα δεκτά απ’ αυτό περιστατικά της οδηγικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου οδηγού δηλ. η παραβίαση απ’ αυτόν της παραπάνω ρυθμιστικής πινακίδας ..., η οποία ήταν τοποθετημένη, επί της εν λόγω οδού, στην είσοδο του χωριού, απαγορεύοντας την είσοδο στα φορτηγά αυτοκίνητα, και η παντελώς απαγορευμένη, λόγω της ως άνω πινακίδας, κίνησή του με το ως άνω ογκώδες όχημά του έμπροσθεν της ως άνω πλατείας, στην οποία έπαιζαν τα παιδιά του χωριού, παρά το ότι μπροστά από την εν λόγω πλατεία, υπήρχε τοποθετημένη πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-16, που εφιστούσε την προσοχή για τον κίνδυνο ατυχήματος, λόγω συχνής κίνησης παιδιών (σχολεία, γήπεδα, κ.λπ.), καθιστώντας έτσι προβλέψιμη την πιθανότητα ανεξέλεγκτης διάσχισης του οδοστρώματος από κάποιο μικρό παιδί, ήταν πρόσφορα ή όχι, αντικειμενικώς εκτιμώμενα, να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και περαιτέρω δεν εξηγεί με σαφήνεια και επάρκεια για ποιο λόγο στη προκειμένη περίπτωση, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του ανηλίκου, δεν δημιούργησε συνθήκες κινδύνου για την ασφάλεια των παιδιών, και δεν συνετέλεσε, στην πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ούτε αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του ανηλίκου, εάν ο αναιρεσίβλητος οδηγός, τηρώντας τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, συμμορφωνόταν και δεν παραβίαζε την ανωτέρω ρυθμιστική πινακίδα ..., η οποία ήταν τοποθετημένη, επί της εν λόγω οδού, στην είσοδο του χωριού, και απαγόρευε την είσοδο στα φορτηγά στην περιοχή του ατυχήματος, μη αρκούσης για την πληρότητα της αιτιολογίας του ότι ο ίδιος κίνδυνος υφίσταται και από την κίνηση των ΙΧΕ αυτοκινήτων, ή αυτοκινήτων άλλου είδους, ή ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός εκινείτο με ταχύτητα κατώτερη της επιτρεπόμενης για κατοικημένη περιοχή (25 χιλ./ώρα), πολλώ μάλλον που στη συγκεκριμένη οδό ήταν παντελώς απαγορευμένη η κίνηση φορτηγών αυτοκινήτων.

Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο πρώτος από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης, διότι οι προαναφερόμενες ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση (και αποδοχή) των προβαλλόμενων με τους λοιπούς λόγους αυτής αιτιάσεων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2524/2013 απόφαση του Τριμελούς (Πολιτικού) Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ