Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding absent defendant and invalid chain of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision. The appellant argued that the defendant was absent due to death and that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding force majeure. The court ruled that the defendant was legally notified and present in absentia, and that the appellant's secondary arguments were inadmissible because they relied on a primary ground that had already been rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 553 § 1 and 554 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to challenge all independent grounds supporting the decision, and secondary arguments are rejected when the primary ground is dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1219 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1219/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2000, 68/2003 μη οριστικές 52/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 122/2006 και μετ' ανακοπή η 802/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-8-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναριεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§§1 και 4 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων ... αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 08.03.2010, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε, έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του.
II. Επειδή, κατά το άρθρο 553 § 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή και η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.
Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναίρεσης (Ολομ. Α.Π. 11/1998). Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις άρθρων 566§1 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αναιρετικής αίτησης είναι και το να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, συνάγεται ότι, αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, ως προς την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης προκύπτει ότι ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 802/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη ανακοπή ερημοδικίας του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ερήμην του εκδοθείσας υπ' αριθμ. 122/2006 απόφασης του ίδιου Εφετείου, καθώς και η αναίρεση της τελευταίας ερήμην αποφάσεως.
Στο δικόγραφο όμως της αναιρετικής αίτησης δεν περιέχεται κανένας λόγος αναίρεσης,ως προς τη συμπροσβαλλόμενη τελευταία ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα απόφαση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, καθ' όσον με αυτή διώκεται η αναίρεση της εν λόγω υπ αριθμ. 122/2006 εφετειακής απόφασης, είναι απαράδεκτη.
III. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται και αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και εξαιρετικής επιμελείας και σύνεσης.
Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.
Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμία αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί, για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε, και ο αιφνίδιος θάνατος, πριν τη διεξαγωγή της δίκης, του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος, αν και επέδειξε την εξιδιασμένη επιμέλεια και προσοχή για τις υποθέσεις του, δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως τον θάνατο του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ώστε να αναθέσει την υπόθεση του σε άλλον .
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, η οποία, κατ1 αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, εάν προσάπτεται σ' αυτή ότι παρά τον νόμο δεν δέχτηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάσθηκε, λόγος ανώτερης βίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 10.4.2006 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησε να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 122/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε ερήμην του και δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ.52/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, προβάλλοντας ακυρότητα της ερημοδικίας, διότι συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας.
Ειδικότερα, ο ανακόπτων προέβαλε με την ανακοπή του ότι την 29.10.2004 επιδόθηκε σ' αυτόν προσωπικά, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιδίκου του, αντίγραφο της έφεσης του τελευταίου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4.11.2005, την ιδία δε αυτή ημέρα (29.10.2004) αυτός (ανακόπτων) επισκέφθηκε στο γραφείο του στα ...
τον δικηγόρο Βασίλειο Διβάνη, προκειμένου να του αναθέσει την εντολή εκπροσώπησης του ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και να του καταβάλει την αμοιβή του, ο εν λόγω δε δικηγόρος αποδέχθηκε την εντολή και τον διαβεβαίωσε ότι δεν απαιτείτο η προσωπική παρουσία του εντολέα στο Εφετείο, θα τον ειδοποιούσε δε σχετικά με την έκβαση της υπόθεσης, μετά την έκδοση απόφασης από το Εφετείο. 'Οτι το Πάσχα του έτους 2005 συνάντησε και πάλι τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα μεριμνούσε ο ίδιος για τη συζήτηση της υπόθεσης.
Ότι κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον το Εφετείου, την 4.11.2005,0 εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν παρέστη και δεν εκπροσώπησε αυτόν, διότι την 17.06.2005, είχε αποβιώσει αιφνιδίως στα ..., γεγονός που ο ανακόπτων δεν είχε πληροφορηθεί, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων στην ... και της σχεδόν μόνιμης διαμονής του εκεί, ούτε είχαν επίσης πληροφορηθεί τον θάνατο του δικηγόρου του τα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα του ανακόπτοντος που διέμεναν στα ..., το πληροφορήθηκε δε ο ίδιος λίγες ημέρες μετά την άνω δικάσιμο της 4.11.2005.
Με τα πραγματικά αυτά περιστατικά, επικαλούμενος ο ανακόπτων ανώτερη βία, εξ αιτίας της οποίας δεν μπόρεσε να επιμεληθεί για τον διορισμό άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου προκειμένου να παραστεί και τον εκπροσωπήσει στο Εφετείο, κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε ερήμην του η έφεση του αντιδίκου του, ζήτησε με την ανακοπή του να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την ανακοπή του, με την επάλληλη αιτιολογία, κυρίως μεν ότι τα άνω περιστατικά, που ο ανακόπτων επικαλέστηκε, και αληθινά υποτιθέμενα, δεν συνιστούν ανώτερη, βία, διότι αν αυτός είχε επιδείξει έστω και τη συνηθισμένη επιμέλεια, πολύ δε περισσότερο άκρα επιμέλεια και σύνεση, για τις υποθέσεις του, δεν θα εφησύχαζε στις διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του κατά μήνα Οκτώβριο 2004 και Πάσχα 2005, ότι αυτός θα επιμεληθεί να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά το πεντάμηνο περίπου χρονικό διάστημα που διέρρευσε από του θανάτου του δικηγόρου του μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδιώκοντας επικοινωνία με το δικηγόρο του, θα είχε πληροφορηθεί το θάνατο του και θα επιμελείτο για τον διορισμό άλλου πληρεξουσίου, επικουρικώς δε ότι δεν πιθανολογήθηκε πως ο ανακόπτων δεν εγνώριζε τον θάνατο του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο οποίος ήταν δικηγόρος στη μικρή πόλη των ...
με πολυετή επαγγελματική δραστηριότητα και γνωστός, συνεπεία αυτής, στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο της πόλης αυτής, όπου και κατοικούσε ο ανακόπτων. Έτσι που έκρινε και απέρριψε την ανακοπή, κυρίως ως μη νόμιμη, δεχθέν ότι τα άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε ο ανακόπτων δεν συνιστούν ανώτερη βία, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης ακυρότητας, όπως με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ο αναιρεσείων, και άρα ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο, δεχθέν ότι τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν την έννοια της ανώτερης βίας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα και ειδικότερα τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι κατά το πεντάμηνο χρονικό διάστημα από του θανάτου του πληρεξουσίου του δικηγόρου, μέχρι την ερήμην του συζήτηση της υπόθεσης, δεν μπόρεσε να πληροφορηθεί τον θάνατο του πληρεξουσίου του, διότι, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, διέμενε σχεδόν μόνιμα στην ..., καθώς και τους ισχυρισμούς του ότι ο μετέπειτα θανών δικηγόρος τον είχε διαβεβαιώσει, μετά την ανάθεση σ' αυτόν της υπόθεσης, κατά μήνα Οκτώβριο 2004 και το Πάσχα του έτους 2005, πως δεν απαιτείτο η παρουσία του ιδίου στο Εφετείο και θα διεκπεραίωνε αυτός την υπόθεση του και θα τον ενημέρωνε σχετικά μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος τους έλαβε υπόψη το Εφετείο και τους απέρριψε.
Ο ίδιος λόγος ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολ, κατά την οποία το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι τα άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν λόγο ανώτερης βίας, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν ιδρύεται αν η αγωγή, ανακοπή κλπ απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη.
Επειδή στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κύριες ή επικουρικές, έστω και αν αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές.
Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής (επάλληλης) αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν, κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας, η επικουρική δε αυτή αιτιολογία μπορεί να εισάγεται με τις φράσεις "ανεξάρτητα απ' αυτά", ή "πέρα απ' αυτά" ή "σε κάθε περίπτωση" ή "εξάλλου" κλπ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το οικείο μέρος του και δεύτερο, λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο ότι, με το να απορρίψει το με την επικουρική αιτιολογία της απόφασής του ως ουσία αβάσιμη την ανακοπή, δεχθέν πως δεν πιθανολογήθηκε ότι ο ανακόπτων δεν εγνώριζε τον θάνατο του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, κατά την οποία αυτός (ανακόπτων) δικάστηκε ερήμην, αφ' ενός μεν περιέλαβε στην απόφαση του, ως προς την επάλληλη αυτή αιτιολογία, ανεπαρκείς αιτιολογίες (πρώτος λόγος κατά το οικείο μέρος του), αφ' ετέρου δε παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις και ειδικότερα την ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της ανακοπής, ένορκη εξέταση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος (2ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί, ο πρώτος από τον αριθμό 19 και ο δεύτερος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μετά την απόρριψη των ως άνω λόγων που πλήττουν την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελείς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Aπορρίπτει την από 29.08.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση των υπ' αριθμ. 802/2007 και 122/2006 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ