1219/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1219/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Θεωρείται πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας τού διαδίκου ή της άσκησης τού ενδίκου μέσου κατά τής απόφασης πού εκδόθηκε.
Full text
Απόφαση 1219 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1219/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 524/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του (μοναδικού) λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 159 παρ. 3 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία, κατ' ιδίως το τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται την ακυρότητά της, την οποία πάντοτε απαγγέλει το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει, ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη, στον προτείνοντα διάδικο, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας.
Θεωρείται πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας τού διαδίκου ή της άσκησης τού ενδίκου μέσου κατά τής απόφασης πού εκδόθηκε.
Επίσης, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από τη μη επίδοση ή μη προσήκουσα επίδοση τού δικογράφου στο διάδικο, όταν αυτός παρέστη στη συζήτηση. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου τής ουσίας, ότι δεν προκλήθηκε στο διάδικο, που πρότεινε τη βλάβη από την παράβαση των δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο διαδικαστικής πράξεως, τη μη επίδοση ή τη μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου στο διάδικο, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως αναγόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά παραδοχή της ασκηθείσας εφέσεως κατά της 524/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαράδεκτη, λόγω μη προσήκουσας επιδόσεώς της, την επί της οποίας έκρινε ανακοπή κατά της εκτελέσεως, διότι αυτή (η ανακοπή) δεν είχε επιδοθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στην έδρα της κατ' άρθρο 126 παρ. 1 εδ.
δ' ΚΠολΔ, αλλά στο Διευθυντή τού καταστήματός της στην Πτολεμαΐδα Κοζάνης. Ενώπιον και των δύο δικαστηρίων (Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου) η αναιρεσίβλητη Τράπεζα έχει παραστεί κατά τη συζήτηση δια πληρεξουσίου δικηγόρου και έχει προτείνει στο μεν πρώτο κατ' ένσταση, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εκεί υποβληθεισών προτάσεών της, στο δε δεύτερο με λόγο εφέσεως (το δεύτερο) την ανωτέρω μη προσήκουσα επίδοση της ένδικης ανακοπής.
Και το μεν Πρωτοδικείο την απέρριψε, δεχθείσα νόμιμη και παραδεκτή την επίδοση, το δε Εφετείο δέχθηκε το συναφή λόγο εφέσεως και έκρινε μη νόμιμη και μη παραδεκτή την επίδοση. Το τελευταίο, όμως, παρά το γεγονός ότι, αφού (η αναιρεσείουσα) είχε παραστεί στη συζήτηση, δεν συνέτρεχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η συνδρομή του απαιτούμενου στοιχείου της δικονομικής βλάβης.
Συνεπώς, είναι νόμιμος και βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Πρέπει, επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 380 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 2172/1993).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 177/2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές.
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ