Legislator Case Law & Legislation
1218/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remands case for substantive trial on salary differences while rejecting procedural arguments.

Case Number 1218/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court of Lamia's decision regarding labor disputes. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence proving the employee worked only seasonally, but the court rejected this claim as it contradicted established legal findings from prior proceedings. Consequently, the court set aside the appeal decision only on the salary difference issue and remanded the case for a new substantive trial to determine the actual monthly wages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for substantive trial when an appeal decision is overturned on specific grounds, requiring a new hearing to resolve the disputed legal issues.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure partial appeal allowance remand for substantive trial legal res judicata labor dispute salary procedural default court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 59/2020 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1218 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Εταιρείας με την επωνυμία «Ν. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε.», που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Ψύλλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης:

Ε. Ν. του Ι., κατοίκου Λαμίας, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 710/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε μερικώς την 58/2015 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 25/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8/8/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 59/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμ. .../13.12.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Ιωάννη Αλεξανδρή, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 08.08.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12.02.2019), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπειαν, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Με την από 08.08.2018 αίτηση αναιρέσεως (αριθμός κατάθεσης 12/2018) προσβάλλεται η με αριθ. 25/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά από αναίρεση, μερικώς, με την υπ’ αριθ. 710/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου της 58/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 25/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσία η ασκηθείσα διά των προτάσεων αντέφεση της εφεσίβλητης- ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η 8/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ως προς το αγωγικό κονδύλιο για αξιώσεις της ενάγουσας για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών, το δε δικαστήριο αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχθηκε κατ’ ουσία την από 12.09.2011 με αριθμό καταθέσεως 2551/ΕΓ367/12-9-2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο από 7.127,00 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ.1,558, 564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από 12.09.2011 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργάσθηκε στην επιχείρηση πλυντηρίου- στεγνοκαθαριστηρίου ειδών ιματισμού κ.λπ., που η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία διατηρεί στην Λαμία, από τον Ιούνιο του έτους 2004 μέχρι την 01.07.2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως προφορικά τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να της καταβάλλει την αποζημίωση απόλυσης.

Ότι η ως καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από εχθρότητα, επειδή ζήτησε την επιπρόσθετη αμοιβή της για υπερεργασία και εργασία της κατά τα Σάββατα. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι εξ αιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας με αποτέλεσμα να της οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 02.07.2011 έως 02.11.2012.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε:

Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει 16.016 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 02.07.2011 έως 02.11.2012 και 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβη, επειδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, έλαβε χώρα, υπό συνθήκες προσβολής της προσωπικότητάς της και

Β) να αναγνωρισθεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.244,08 ευρώ ως αμοιβή για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 01.09.2006 έως 01.07.2011, με βάση τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ εργασίας αποδοχές, για υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα.

Επικουρικά δε ζήτησε, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας να της καταβληθεί το ανωτέρω υπό στοιχείο Β ποσό, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 8/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, λόγω μη κατοχής από την ενάγουσα βιβλιαρίου υγείας καθώς και ότι η εργασία της ενάγουσας είναι εργασία εργατοτεχνίτριας και όχι υπαλλήλου σύμφωνα με την πρόσληψή της, στη συνέχεια απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το υπό στοιχείο Α κονδύλιο της αγωγής για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης από το υπό στοιχείο Β κονδύλιο της αγωγής απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμα τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία αφορούσαν σε αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 01.09.2006 έως 01.07.2011 από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με βάση τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ εργασίας (το πρώτο ρητά και το δεύτερο σιωπηρά), ενώ έγινε δεκτή η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά το επί μέρους κονδύλιο που αφορούσε σε αμοιβή για υπερεργασία και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα για την αιτία αυτή 8.030,80 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής η μεν εναγομένη άσκησε την από 10.02.2014 έφεση (αρ. κατ.36/7-3-2014) με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή για αμοιβή της ενάγουσας - εφεσίβλητης για υπερεργασία και την απόρριψη της αγωγής κατά το κονδύλιο αυτό, η δε ενάγουσα - εφεσίβλητη άσκησε με τις από 10.11.2014 προτάσεις της αντέφεση με την οποία παραπονέθηκε για την απόρριψη της αγωγής της, ως προς τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της και την εργασία της κατά τα Σάββατα και ζήτησε κατά τούτο και μόνο την μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης.

Επί της εφέσεως και της συνεκδικασθείσας αντέφεσης εκδόθηκε η 58/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 8/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, και αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσία την αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα 7.454,47 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως, ασκήθηκε από την ενάγουσα η από 13.07.2015 πρώτη αναίρεση αναίρεσης. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 710/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατ’ ευδοκίμηση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου) αναιρέθηκε μερικώς η τότε προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 58/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας κατά το μέρος της που απέρριψε την αντέφεση της τότε αναιρεσείουσας- ενάγουσας - εφεσίβλητης-αντεφεσίβλητης ως απαράδεκτη, σχετικά με το κεφάλαιο των διαφορών μηνιαίων αποδοχών και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα εξέταση στο Εφετείο Λαμίας, προκειμένου αφού κριθεί το παραδεκτό της αντέφεσης κατά το παραπάνω μέρος της να εξετασθεί περαιτέρω η νομική και ουσιαστική βασιμότητα του συναφούς λόγου της αντεφέσεως.

Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Λαμίας με την από 02.01.2017 κλήση της ενάγουσας – εφεσίβλητης - αντεφεσίβλητης και τότε αναιρεσείουσας, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την ασκηθείσα με τις από 10.11.2014 προτάσεις της εφεσίβλητης -ενάγουσας αντέφεση με την οποία παραπονέθηκε για την απόρριψη της αγωγής της, ως προς τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της κατά της 8/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το αναιρεθέν μέρος.

Το εφετείο εξέδωσε την ήδη προσβαλλομένη 25/2018 απόφασή του, με την οποία αφού συνεκδίκασε την έφεση και την ασκηθείσα δια των προτάσεων αντέφεση δέχθηκε, εκτός των άλλων, την αντέφεση από τυπική και ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την 8/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, μόνο ως προς το κονδύλιο των διαφορών των αποδοχών και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως προς το εν λόγω αίτημα( αγωγικό κονδύλιο των διαφορών αποδοχών) και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.127,00 ευρώ , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

[III] Από τις διατάξεις των άρθρων 22παρ.2 Συντάγματος, 3 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 2 και 16 παρ. 8 Ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27 / 8.3.1990) -και όπως ο ν. 1876/1990 ίσχυσε στα έτη 2006 έως 2011, κατά τις οποίες αντιστοίχως:

«Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται:

α. Σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας.

β. Σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.

γ. Σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης.

δ. Σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας.

ε. Σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας», «Οι υπόλοιπες» (εκτός της εθνικής γενικής) «συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του παρόντος», «Με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.

Ειδικότερα η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10» και «Η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά», συνάγεται ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), ως και οι αντίστοιχες διαιτητικές αποφάσεις δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατήρτισαν την συλλογική σύμβαση εργασίας ή μεταξύ των οποίων εξεδόθη η διαιτητική απόφαση, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας ή αντίστοιχη διαιτητική απόφαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών.

Από δε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2, 4 και 5 του αυτού ως άνω Νόμου, κατά τις οποίες αντιστοίχως, «Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού», «Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8» και «Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας», εν συνδυασμώ και προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ιδίου Νόμου, συνάγεται ότι οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, και μετά την λήξη της ισχύος ή την καταγγελία αυτών, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ , η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας, στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Κατά πάσα περίπτωση, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία απορρέει από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ: «Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά», δύναται εγκύρως να συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχυούσης ή μελλούσης να ισχύσει συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως, η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως ή της διαιτητικής αποφάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι (ΑΠ 748/2020, ΑΠ 737/2020, ΑΠ 493/2019).

Οι αποδοχές των εργαζομένων στα βαφεία καθαριστήρια-μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιριστήρια, στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας ρυθμίζονται από ΣΣΕ., στο χρονικό διάστημα 01.01.2006 - 31.12.2009 και, συγκεκριμένα:

1) Στο χρονικό διάστημα 01.01.2006 - 31.12.2006, ρυθμίζονται από την από 25.5.2006 ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα βαφεία καθαριστήρια - μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιριστήρια, στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας» (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 39/6.6.2006), με έναρξη της ισχύος της, την 01.01.2006,η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 06.06.2006 με την Υ.Α οικ.12284/2006 (ΦΕΚ 1335 Β’/2006). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της πιο πάνω ΣΣΕ το βασικό ημερομίσθιο του νεοπροσλαβανόμενου ανέρχεται από 01.01.2006 έως 30.06.2006 στο ποσό των 29,77 ευρώ και από 01.07.2006 έως 31.12.2006 στο ποσό των 30,75 ευρώ. Το ίδιο ημερομίσθιο των 30,75 ευρώ ισχύει και για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της ως άνω ΣΣΕ έως 28.2.2007,

2) Στο χρονικό διάστημα 01.03.2007 - 31.12.2007, ρυθμίζονται από την από 04.06.2007 Εθνική Κλαδική ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα βαφεία καθαριστήρια-μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιριστήρια, στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας» (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 51/11.6.2007), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 11.06.2007 με την Υ.Α οικ.12646/2007 (ΦΕΚ 1813 Β`/2007). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω ΣΣΕ το βασικό ημερομίσθιο του νεοπροσλαμβανόμενου ανέρχεται από 01.03.2007 έως 31.12.2007 σε 32,41 ευρώ,

3) Στο χρονικό διάστημα 01.01.2008 - 31.12.2008, ρυθμίζονται από την από 06.06.2008 Εθνική Κλαδική ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα βαφεία καθαριστήρια-μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιριστήρια, στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας» (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 47/30.6.2008), με έναρξη της ισχύος της, την 01.01.2008,η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 30.06.2008 με την Υ.Α οικ. 68957/32 από 16/2008 (ΦΕΚ 2137 Β’/2008). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω ΣΣΕ το βασικό ημερομίσθιο του νεοπροσλαμβανόμενου ανέρχεται από 01.01.2008 έως 31.08.2008 σε 33,64 ευρώ και από 01.09.2008 έως 31.12.2008 σε 34,65 ευρώ. Το ίδιο ημερομίσθιο των 34,65 ευρώ ισχύει και για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της ως άνω ΣΣΕ έως 30.04.2009

4) Στο χρονικό διάστημα από 01.05.2009 έως 31.12.2009 ρυθμίζονται από την από 16.09.2009 ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα βαφεία καθαριστήρια-μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιριστήρια, στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας» (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Άπασχολ. Και Κοιν. Προστασίας 36/30.6.2009), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 30.06.2009 με την ΥΑ 25791/2121/18-26.8.2009 (ΦΕΚ Β’ 1775/26.8.2009). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω ΣΣΕ το βασικό ημερομίσθιο του νεοπροσλαμβανόμενου ανέρχεται από 01.05.2009 μέχρι 31.12.2009 σε 36,56 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

[IV] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα - εναγομένη προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1α πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι με βάση τις ΣΣΕ των ετών 2006, 2007, 2008 και 2009 «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα βαφεία καθαριστήρια-μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιριστήρια, στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας» που ήταν εφαρμοστέες επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα για διαφορές μηνιαίων αποδοχών ποσά μεγαλύτερα από τα νόμιμα, υπολογίζοντας το ημερομίσθιο του νεοπροσλαμβανόμενου υπέρτερο του νομίμου, κατά την αναγωγή του ημερομισθίου σε μηνιαίο μισθό και περαιτέρω προσδιορισμό των διαφορών μεταξύ νομίμων και καταβαλλομένων αποδοχών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ,τα εξής πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον ερευνόμενο αναιρετικό λόγο:

«| Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) διατηρεί στη Λαμία επιχείρηση καθαριστηρίου λευκών ειδών. Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουνίου του 2004 η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της προσέλαβε την ενάγουσα ως υπάλληλό της, με πενθήμερη απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή. Η εργασία αυτή είναι εργασία εργατοτεχνίτη. Η ενάγουσα εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι την 01.07.2011, όταν η τελευταία κατήγγειλε τη σχέση εργασίας της. Η ενάγουσα καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, απασχολήθηκε χωρίς να είναι εφοδιασμένη με νόμιμο βιβλιάριο υγείας. Ως εκ τούτου η αιτία της παροχής είναι παράνομη εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου. Επομένως, δικαιούται να απαιτήσει την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη από την παροχή της εργασίας της σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή το μισθό της. Περαιτέρω, λόγω της ειδικότητας της ενάγουσας έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα βαφεία, καθαριστήρια-μηχανικά και ηλεκτρικά πλυντήρια, λευκαντήρια, φινιστήρια στεγνωτήρια και σιδερωτήρια ενδυμάτων όλης της χώρας των ετών 2006-2011, όπως αυτές αναφέρονται πιο πάνω και δη:

1) από 01.09.2006 έως 28.02.2007, βασικός μισθός 806,75 ευρώ και ημερομίσθιο (806,75 ÷ 25 =) 32,27 ευρώ,

2) από 01.03.2007 έως 31.12.2007, βασικός μισθός 850,25 και ημερομίσθιο (850,25 ÷ 25 = ) 34,01 ευρώ,

3) από 01.01.2008 έως 30.08.2008, βασικός μισθός (910,00 ÷ 25 =) και ημερομίσθιο 36,84€,

4) από 01.09.2008 έως 30.04.2009, βασικός μισθός 948,75€ και ημερομίσθιο (948,75 ÷ 25 =) 37,95€ και

5) από 01.05.2009 έως 29.7.2011, βασικός μισθός 1.001,00€ και ημερομίσθιο (1.001,00 ÷ 25 =) 40,00€.

Κατά τα ανωτέρω η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα τις διαφορές αποδοχών ως εξής:

1) από 01.09.2006 έως 28.02.2007 (6 μήνες Χ 806,75€ = 4.840,50€) της κατέβαλε (6 Χ 800 = 4.800€) και της οφείλει (4.840,50 - 4.800=) 40,50€,

2) από 01.03.2007 έως 31.12.2007 (10 μήνες Χ 850,25€ = 8.502,50€), της κατέβαλε (10 Χ 800 = 8.000) και της οφείλει (8.502,50 - 8.000=) 502,50€,

3) από 01.01.2008 έως 31.08.2008 (8 μήνες X 921€ = 7.368€), της κατέβαλε (8 X 800 - 6.400€) και της οφείλει (7.368-6.400 =) 968,00€,

4) από 01.09.2008 έως 30.04.2009 (8 μήνες Χ 948,75€ =7.590€), της κατέβαλε (8 Χ 800 = 6.400€) και της οφείλει (7.590 -6.400 = ) 1.190€,

5)από 01.05.2009 έως 01.07.2011 (26 μήνες Χ 1.001€ - 26.026€, της κατέβαλε (27 Χ 800 = 21.600€) και της οφείλει (26.026 - 21.600 = ) 4.426€,

και συνολικά (40,50 + 502,50 + 968,00 + 1.190 + 4.426 = ) 7.127,00€|».

[V] Με την προαναφερόμενη κρίση του το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των κανονιστικών όρων των προαναφερομένων ΣΣΕ ως προς το βασικό ημερομίσθιο του νεοπροσλαμβανόμενου. Τούτο διότι προσδιόρισε τις αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για διαφορές μηνιαίων αποδοχών μεταξύ των νομίμων και καταβαλλομένων με βασικό ημερομίσθιο υπέρτερο του νομίμου, κατά την αναγωγή του ημερομισθίου σε μηνιαίο μισθό.

Ειδικότερα προσδιόρισε το βασικό ημερομίσθιο:

1) για το χρονικό διάστημα από 01.09.2006 έως 28.02.2007 σε 32,27 ευρώ αντί του νομίμου από 30,75 ευρώ,

2) για το χρονικό διάστημα από 01.03.2007 μέχρι 31.12.2007 σε 34,01 ευρώ αντί του νομίμου από 32,41 ευρώ,

3) για το χρονικό διάστημα από 01.08.2008 έως 30.08.2008 σε 36,84 ευρώ αντί του νομίμου από 33,64 ευρώ,

4) από 01.09.2008 έως 30.04.2009 σε 37,95 ευρώ αντί του νομίμου από 34,65 ευρώ και

5) για το χρονικό διάστημα από 01.05.2009 έως 29.07.2011 σε 40 ευρώ αντί του νομίμου από 36,56 ευρώ.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη το ίδιο ημερομίσθιο από 36,56 ευρώ δικαιούται η ενάγουσα και για το χρονικό διάστημα μετά την λήξη στις 31.12.2009 της παραπάνω ΣΣΕ έτους 2009 και συγκεκριμένα από 01.01.2010 μέχρι την 29.07.2011, κατά το οποίο δεν υπεγράφη μεταξύ των συνδικαλιστικών εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων νέα ΣΣΕ. Τούτο διότι οι κανονιστικοί όροι της παραπάνω συλλογικής συμβάσεως εργασίας του έτους 2009, και μετά την λήξη της ισχύος της στις 31.12.2009, εξακολουθεί να ισχύει επί εξάμηνο (μετενέργεια), ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ, εφόσον σύμφωνα με την προσβαλλόμενη η εναγομένη δεν αμφισβήτησε την ιδιότητα αυτής και της ενάγουσας, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που συμμετείχαν στη σύναψη της πιο πάνω ΣΣΕ (σελ. 6 αυτής). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.

[VII] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη αληθώς η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και όχι εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια για αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εργασιακή ιδιότητα της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας ως εργατοτεχνίτριας ή υπαλλήλου, διότι αν και αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως υπάλληλο στην συνέχεια γίνεται δεκτό ότι αυτή ήταν εργατοτεχνίτρια επειδή «δεν διέθετε εξιδιασμένη εμπειρία ή σχετικές γνώσεις, αρκούσαν δε μόνο οι πρακτικές τεχνικές γνώσεις και απλή εμπειρία. Η εργασία αυτή είναι εργασία εργατοτεχνίτη, δεδομένου ότι για την παροχή της απαιτείται η καταβολή σωματικού κόπου και η ενάγουσα δεν ανέπτυσσε καμία πρωτοβουλία, ούτε αναλάμβανε ευθύνες, αλλά εκτελούσε εντολές και οδηγίες του εργοδότη της». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι η εργασιακή ιδιότητα της ενάγουσας ως εργατοτεχνίτριας έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την πρωτόδικη υπ’ αρ. 8/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία ως προς την κρίση της αυτή δεν προσβλήθηκε από τους διαδίκους με έφεση ή αντέφεση.

[VIII] Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ` αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 315/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτίμησης τέτοιων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελεί η προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που επιμελήθηκε την εξέταση.

Συνεπώς, κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 692/2017, AΠ 1114/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης και κατ’ ορθή εκτίμηση αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ (όχι και εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κακώς έλαβε υπόψη την …/2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Βασιλικής Κουμπάρου Τσιτσιπή, η οποία έγινε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και προσκομίσθηκε από αυτή το πρώτο με την προσθήκη των προτάσεών της, με την οποία επεδίωξε αποκλειστικά και μόνο την απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών και όχι ισχυρισμών που προτάθηκαν το πρώτον κατά τη διάρκεια της δίκης, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι λαμβάνεται υπόψη η άνω ένορκη βεβαίωση προς αντίκρουση ισχυρισμών προταθέντων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πλην όμως δεν αναφέρεται ποιοι ήταν αυτοί και αν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ για τον έλεγχο της βασιμότητας του ως άνω λόγου αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ως άνω ένορκη βεβαίωση σύμφωνα με την πρωτόδικη υπ’ αρ. 8/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας λήφθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης, προς αντίκρουση ισχυρισμών προταθέντων για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε θεωρήσει παραδεκτή. Η προσβαλλόμενη απόφαση με το να λάβει υπόψη της την ως άνω ένορκη βεβαίωση ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Τούτο γιατί σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, η ως άνω ένορκη βεβαίωση νομίμως γενομένη, ακόμη και αν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προσκομισθεί απαραδέκτως (εντός της προθεσμίας αντίκρουσης, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος, ΚΠολΔ 237 παρ.3) παραδεκτώς προσκομίζεται στο εφετείο, ενώπιον του οποίου επιτρέπονται νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

[IX] Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως «πράγματα», των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1072/2005), με την έννοια δε αυτήν «πράγματα» αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την, κατά την διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 518/2020, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττομένη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα το κεφάλαιο της επιδίκασης διαφορών μεταξύ των νομίμων και καταβαλλομένων αν και απορρίφθηκε σιωπηρώς, χωρίς η διάταξη της πρωτόδικης απόφασης να προσβληθεί με έφεση, αλλά ούτε και με αντέφεση και άρα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε το αγωγικό κονδύλιο των διαφορών αποδοχών συμμορφούμενο ως δικαστήριο παραπομπής στην 710/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατ’ ευδοκίμηση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου) αναιρέθηκε μερικώς η τότε προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 58/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας κατά το μέρος της που απέρριψε την αντέφεση της τότε αναιρεσείουσας- ενάγουσας- εφεσίβλητης-αντεφεσίβλητης ως απαράδεκτη, σχετικά με το κεφάλαιο των διαφορών μηνιαίων αποδοχών και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα εξέταση στο Εφετείο Λαμίας, προκειμένου αφού κριθεί το παραδεκτό της αντέφεσης κατά το παραπάνω μέρος της να εξετασθεί περαιτέρω η νομική και ουσιαστική βασιμότητα του συναφούς λόγου της αντεφέσεως.

[X] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (827/2020).

Τέλος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε και με τις προτάσεις της, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν εργαζόταν καθ’ όλο το διάστημα από 2006 -2011, όπως αναγράφει στην αγωγή, αλλά περιστασιακά.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη:

α) την από 29.07.2011 καταγγελία σύμβασης εργασίας υπογεγραμένη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ,στην οποία αναφέρεται ως ημερομηνία πρόσληψης η 20.06.2011,

β) το αντίγραφο του ειδικού βιβλίου νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού, όπου η ενάγουσα προσλήφθηκε και στο παρελθόν την 09.09.2009 και έχει υπογράψει στο περιθώριο της εγγραφής και

γ) την από 10.10.2013 βεβαίωση της προϊσταμένης του τμήματος είσπραξης εισφορών του ΟΓΑ, ότι η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στον εν λόγω οργανισμό ως «εργάτης γης» από το 2006 έως το 2011.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι με την υπ’ αρ. 58/2015 πρώτη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργαζόταν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα από τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2006 έως την 01.07.2011, όταν η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σχέση εργασίας, απορρίπτοντας ως αβάσιμο ισχυρισμό της εναγομένης - τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι η ενάγουσα και τότε εφεσίβλητη εργαζόταν περιστασιακά και μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η δε εναγομένη κατά της ως άνω 58/2015 πρώτης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας δεν άσκησε αναίρεση. Τις ως άνω με δύναμη δεδικασμένου παραδοχές ως προς τον χρόνο εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης επαναλαμβάνει και η προσβαλλόμενη.

[XI] Σύμφωνα με τα παραπάνω μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά στις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης μεταξύ νομίμων και καταβαλλομένων. Περαιτέρω, λόγω του ότι η επί της ουσίας απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της αντεφέσεως αναιρείται για δεύτερη φορά, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο και να δικασθεί στην ουσία ως προς το αναιρούμενο μέρος (ΚΠολΔ 580 παρ.3), σε νέα, όμως, προς το σκοπό αυτό συζήτηση, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων. Κατ' αυτήν οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 581 ΚΠολΔ και γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, θα πρέπει να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 25/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ως προς το μέρος αυτό, σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ