Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to apply civil code interpretation rules on contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the appellate court's final decision rejecting a claim for payment of a balance due under a clothing sales contract. The appellant argued the appellate court erred by failing to apply Articles 173 and 200 of the Civil Code to determine the true intent behind a payment declaration, relying instead on extrinsic evidence. The court found this omission a violation of law because the appellate court did not use the required interpretative rules to ascertain the actual meaning of the declaration, thus overturning the lower judgment and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When an appellate court fails to apply mandatory interpretative rules to ascertain the true intent of a declaration despite available evidence, it violates the law and the appeal must be allowed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι... Τ... του Π..., κατοίκου Δισπηλιού Καστοριάς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Λέκκο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2016 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/11/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7.11.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία 20/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά της 12/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 8-3-2011 αγωγή αυτού για καταβολή υπόλοιπου τιμήματος από σύμβαση πώλησης γουναρικών ενδυμάτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ήδη προβληθείσα ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να την επαναφέρει και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1256/2019, ΑΠ 192/2018, ΑΠ 279/2015).
Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 979/2003).
Στην περίπτωση που κρίνεται, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς), με την 12/2013 απόφαση, απέρριψε την από 8-3-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή υπολοίπου τιμήματος από σύμβαση πώλησης, κατ' αποδοχή της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - εναγομένης υποβληθείσας έντασης απόσβεσης της απαίτησης λόγω εξόφλησης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ηττηθείς ενάγων - αναιρεσείων. Με την άσκηση της έφεσης αυτής και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η αγωγή, όσο και η κατ' αυτής ως άνω ένσταση και δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά της τελευταίας με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο (σύντομη περίληψη αυτής και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδικών προτάσεων που την περιέχουν, με προσκομιδή και των τελευταίων).
Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του και να ερευνήσει την αναφερομένη ένσταση εξόφλησης, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σ' αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο, πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015).
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου, έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000).
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του, ενιαίου πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτά γίνεται επίκληση των αναφερόμενων σ' αυτές, αποδεικτικών, εγγράφων (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 785/2019, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 923/2017).
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν έγινε νόμιμη επίκληση των προσκομιζόμενων από το διάδικο εγγράφων. Η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 106/2015). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ.11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του πορίσματός του τα παρακάτω έγγραφα, χωρίς νόμιμη επίκλησή τους από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα: 1) την υπ' αριθ. ...
τραπεζική επιταγή της ... ποσού ... δολαρίων ..., εκδόσεως του ... σε διαταγή του αναιρεσείοντος, 2) τη σχετική για την είσπραξη από τον αναιρεσείοντα της άνω επιταγής βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς και 3) του από 20-12-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού "δήλωσης αναγνώρισης χρέους" του αναιρεσείοντος προς τον Κ... Μ.... Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι αυτή στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, ενσωμάτωσε φωτοτυπικό αντίγραφο των προτάσεων που είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τρόπο ώστε οι τελευταίες να αποτελούν ένα ενιαίο κείμενο με τις πρώτες και να καλύπτονται και αυτές με την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, την οποία έθεσε στο τέλος των προτάσεων που υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Με τις προτάσεις αυτές του πρώτου βαθμού γίνεται ρητή και σαφής επίκληση των ανωτέρω δύο πρώτων εγγράφων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το τρίτο των ανωτέρω εγγράφων προσκόμισε με επίκληση όχι η αναιρεσίβλητη, αλλά ο αναιρεσείων και τούτο ρητά αναφέρεται. Από, δε, την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι αυτός επικαλέστηκε το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο, συνεπώς, κατά την αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, που καθιερώνεται με το άρθρο 346 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων, ακόμη και υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ΑΠ 994/2012, ΑΠ 856/2011, ΑΠ 1359/2010).
Κατ' ακολουθία, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της.
Σε περίπτωση προβολής από τον οφειλέτη της ένστασης καταβολής (εξόφλησης), πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 594/1999, ΑΠ 1482/1995, ΑΠ 1007/1995), την παροχή που καταβλήθηκε. Αν πρόκειται για χρηματική παροχή, πρέπει, για το ορισμένο της ένστασης, να αναφέρει τόσο στο συνολικό ποσό, όσο και τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν, την αιτία καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι, όμως, και τον ισχυρισμό, ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται (ΑΠ 555/2008, ΑΠ 894/2007, ΑΠ 1405/2006, ΑΠ 1086/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, ο οφειλέτης, καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα, να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους . Στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη (ΑΠ 24/2000).
Για την απόδειξη αρκεί ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, δηλαδή η απόδειξη πρέπει να φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της (άρθρο 160 παρ.1 ΑΚ (ΑΠ 1537/2013, ΑΠ 680/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.
Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθρα 460, 461, 463 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1254/2010). Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου.
Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1930/2013, ΑΠ 1051/2010, ΑΠ 1071/2010). Ως ανταπόδειξη στο άρθρο 445 ΑΚ, νοείται η απόδειξη του αντιθέτου, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου για πλαστότητα, με διεξαγωγή κύριας απόδειξης, δηλαδή απόδειξης που διεξάγεται από τον επικαλούμενο ότι η υπογραφή είναι γνήσια, αλλά τέθηκε υπό συνθήκες που δεν τον δεσμεύουν (ΑΠ 1445/2017).
Εάν το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει τον τύπο και τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης, αλλά μιας δήλωσης περί μη οφειλής, και δεν αμφισβητηθεί ή αν αναγνωριστεί η γνησιότητα της υπογραφής του από τον δηλούντα, προκύπτει μεν πλήρης απόδειξη ότι η υπερκείμενη και καλυπτόμενη από την υπογραφή δήλωση προέρχεται από αυτόν, μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί η περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση και επιτρέπεται σ' αυτή την περίπτωση ανταπόδειξη ότι το περιεχόμενο δεν είναι αληθινό.
Τούτο διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της μη οφειλής, η δήλωση που περιέχεται σ' αυτό το ιδιωτικό .έγγραφο, δεν είναι δικαιοπρακτική, αλλά απλή ομολογία γεγονότων, και έχει την αποδεικτική δύναμη της εξώδικης ομολογίας,του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 891/2012, ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 646/2009).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ως αληθές ένα γεγονός αμφισβητούμενο το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντα αυτού που ομολογεί. Εξώδικη, δε, είναι η ομολογία που δεν έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, ήτοι τη συγκεκριμένη δίκη στην οποία προβάλλεται η ομολογία ως αποδεικτικό μέσο, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή της υπόθεσης αυτής, αλλά έγινε ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή περιέχεται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 985/2019, ΑΠ 845/2017, ΑΠ 1988/2008).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι αυτός που εξωδίκως ομολόγησε επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός είχε πρόθεση ομολογίας, δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται ρητώς και πανηγυρικώς στην απόφασή του, ούτε να αιτιολογείται, η κρίση ότι από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση, από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία.
Η κρίση αυτή, για το αν συνάγεται ομολογία, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1099/2019, ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 1232/2004). Από το συνδυασμό, δε, όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι εάν η ομολογία περιέχεται σε κάποιο έγγραφο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε κατά την προσαγωγή του η γνησιότητα της υπογραφής, αυτός που φέρεται ότι ομολογεί, μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του ή μπορεί να αμφισβητήσει και να αποδείξει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που συνιστά την ομολογία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Μετά την απόδειξη αυτή, παύει το περιεχόμενο να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που υπογράφει το έγγραφο και προέβη στην ομολογία και κατ' ακολουθία δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχομένης ανατροπής των συνεπειών αυτής. Αν παρά ταύτα το δικαστήριο λάβει υπόψη ως αποδεικτικό στοιχείο την ομολογία αυτή που αποδείχθηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, λαμβάνει υπόψη του ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και υποπίπτει στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αρ. 11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (βλ. ΑΠ 176/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενη απόφαση που προσβάλλεται, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών δραστηριοποιείται στον χώρο κατασκευής και εμπορίας γουναρικών ενδυμάτων, με το διακριτικό τίτλο "....", με έδρα την ... , ενώ η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, η οποία εδρεύει στη ..., εμπορεύεται γουναρικά ενδύματα στις ...
και σε άλλα μέρη. Περί τις αρχές ... του έτους ..., μετέβη στο κατάστημα που διατηρούσε ο ενάγων στο Δ... του Ν. Κ. , ο ..., ενεργώντας ως εκπρόσωπος της εναγομένης και προέβη στην κατάρτιση, για λογαριασμό της τελευταίας, προφορικής σύμβασης πωλήσεως, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην εναγομένη εταιρία τα επιλεχθέντα από τον άνω εκπρόσωπό της εμπορεύματα (ήτοι συνολικά ...
γουναρικά ενδύματα), αντί συμφωνηθέντος τιμήματος ... . Τα εμπορεύματα, λόγω του μεγάλου αριθμού και όγκου τους, θα αποστέλλονταν, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, στην έδρα της εταιρίας στις ... με τρεις παραδόσεις, το αργότερο μέχρι τέλη Οκτωβρίου του 2008, ενώ θα συνοδεύονταν από τα αντίστοιχα παραστατικά.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, ο ενάγων παρέδωσε για εξαγωγή στο τελωνείο ... και σε εντεταλμένη από την εναγομένη μεταφορική εταιρία, τις συμφωνηθείσες ποσότητες γουνεμπορευμάτων, οι οποίες εκτελωνίστηκαν και εν συνεχεία απεστάλησαν στην αγοράστρια εταιρία την 6-8-2008, 4-9-2008 και 31-10-2008, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 20-8-2008, 19-9-2008 και 25-11-2008 έγγραφα του Ε' Τελωνείου Θεσσαλονίκης.......Η εναγομένη, επαναφέροντας νομοτύπως την προταθείσα και πρωτοδίκως ένστασή της, διατείνεται ότι έχει εξοφλήσει ολοσχερώς τον ενάγοντα και συνεπώς ουδεμία οφειλή υφίσταται σε βάρος της, επικαλούμενη προς απόδειξη του ισχυρισμού της την προσκομιζόμενη από 16-9-2008 έγγραφη δήλωση - εξοφλητική απόδειξη του ενάγοντος, στην οποία ο τελευταίος "ελεύθερα και αβίαστα" δηλώνει ότι καμία οφειλή προς τον ίδιο ή την ατομική του επιχείρηση με την επωνυμία "..." δεν βαρύνει την αντίδικό του και τον εκπρόσωπο αυτής ... , προερχόμενη από οποιαδήποτε αιτία και δη από πωλήσεις γουναρικών από την ατομική του επιχείρηση κατά το έτος 2008.
Ειδικότερα, διατείνεται ότι στην παραπάνω έγγραφη δήλωσή του, για την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος των επίδικων εμπορευμάτων, προέβη ο ενάγων, καθόσον ολόκληρο το ποσό συμψηφίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του συνεργάτη της ... του .... Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο ενάγων όφειλε στον τελευταίο συνεργάτη της, ... , το ποσό των 300.000 δολαρίων ....
από ισόποσο δάνειο που του είχε χορηγήσει στις 24.8.2006, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της ... ποσού ... δολαρίων ΗΠΑ, εκδόσεως του ..., σε διαταγή του ενάγοντος, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε την ..., σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς. Ότι η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα και το ποσό των ...
δολαρίων ... με δύο επιταγές εκδόσεως της ιδίας σε διαταγή του ενάγοντος, ήτοι, α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως την 31.12.2009, αξίας ... δολαρίων ... και β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως την ..., αξίας ... δολαρίων ..., τις οποίες ο ενάγων μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ν.... Τ.... του Ι..., κάτοικο ..., από τον οποίο και εισπράχθηκαν.
Ο ενάγων από την πλευρά του, απαντώντας στην ως άνω ένσταση περί εξοφλήσεως, συνομολογεί την εκ μέρους του υπογραφή της από 16-9-2008 έγγραφης δήλωσης, ισχυρίζεται, όμως, ότι αυτή δεν αφορά το επίδικο χρέος, αλλά προηγούμενες οφειλές της εναγομένης τις οποίες ωστόσο δεν προσδιορίζει, όπως όφειλε να πράξει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε κατά την υπογραφή της ως άνω δήλωσης από τον πρώην συνεργάτη του, Κ... Μ..., ο οποίος, ενεργώντας από κοινού με την εναγομένη, επιχείρησε δολίως να συμψηφίσει δική του οφειλή προς τον εκπρόσωπο της εναγομένης Ι... Α..., με την επίδικη απαίτηση κατά της εναγομένης εταιρίας και συνεπώς το περιεχόμενο της δήλωσης, ως προϊόν απάτης, δεν έχει καμία αποδεικτική δύναμη (άρθρ. 147 ΑΚ).
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από 16.9.2008 έγγραφης δήλωσης που υπέγραψε ο ενάγων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κ... Σ... Τ..., αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "δηλώνω ελεύθερα και αβίαστα ότι δεν υπάρχει σήμερα καμία απολύτως οφειλή προς εμένα προσωπικά ή προς την γουνοποιητική ατομική επιχείρηση που διατηρώ και φέρει τον διακριτικό τίτλο ".., είτε από τον ...
του ..., κάτοικο ..., είτε από την εταιρία με την επωνυμία "...." (δηλαδή την εναγομένη) από οποιαδήποτε αιτία και δη από πωλήσεις γουναρικών, από την ως άνω ατομική μου επιχείρηση προς την ανωτέρω εταιρία κατά το έτος 2008". Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εν λόγω δήλωση του ενάγοντος περί ανυπαρξίας οφειλής εκ μέρους της εναγομένης και του νομίμου εκπροσώπου αυτής αφορά και το ως άνω συμφωνηθέν τίμημα από την επίδικη πώληση.
Ειδικότερα, κατά το χρόνο σύνταξης της πιο πάνω δήλωσης, είχε ήδη καταρτιστεί η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως, ενώ είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι δύο εκ των τριών αποστολών προς τις ... και το μεγαλύτερο μέρος των πωληθέντων εμπορευμάτων είχε παραδοθεί στην εναγομένη εταιρία.
Επιπλέον στην ως άνω δήλωση γίνεται ρητή αναφορά στις πωλήσεις γουναρικών από την ατομική επιχείρηση του ενάγοντος προς την εναγομένη εταιρία συγκεκριμένα κατά το έτος 2008, κατά το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση πωλήσεως. Σημειωτέον ότι η εναγομένη είχε και στο παρελθόν καταρτίσει συμβάσεις πωλήσεως με τον ενάγοντα (βλ.
τα με αριθμ. 32, 33, 34/13-1-2006, 42, 43/12-4-2006 εκδοθέντα από τον ενάγοντα τιμολόγια με τα συνοδευόμενα αυτά παραστατικά εξαγωγών, που αυτός νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει) από τις οποίες, ωστόσο, δεν αποδείχτηκε ότι υφίσταντο απαιτήσεις του τελευταίου σε βάρος της, όπως εξάλλου κατέθεσε και ο μάρτυρας Π... Τ... (πατέρας του ενάγοντος) ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος ναι μεν αναγνωρίζει την κατάρτιση προγενέστερων της επίδικης συμβάσεων πωλήσεως μεταξύ των διαδίκων, πλην όμως ουδόλως αναφέρει υφιστάμενες οικονομικές εκκρεμότητες από τις πωλήσεις αυτές, αντιθέτως δε επιβεβαιώνει την, έστω και καθυστερημένη, εξόφληση από την εναγομένη των προερχομένων από αυτές οφειλών της (βλ.
την κατάθεσή του "....με δυσκολία παίρναμε τα λεφτά πάντα..."). Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι προέβη στην παραπάνω δήλωση, καθ υπόδειξη του συνεργάτη της εναγομένης Κ... Μ... (παιδικού φίλου και πρώην συνεταίρου του πατέρα του), ο οποίος τον διαβεβαίωσε εξαπατώντας τον ότι η δήλωση αυτή αφορά προηγούμενες συνεργασίες του με την εναγομένη, δεν μπορεί να κριθεί πειστικός και να οδηγήσει σε σχηματισμό αντίθετης δικανικής κρίσης.
Συγκεκριμένα ο ενάγων ασχολείται με το εμπόριο γούνας επί σειρά ετών διατηρώντας βιοτεχνία κατασκευής και εμπορίας γουναρικών ενδυμάτων όπως και ο ίδιος συνομολογεί με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής και, συνεπώς, ενόψει της πολυετούς εμπειρίας του, αλλά και της γνώσης του περί των κανόνων και της συναλλακτικής πρακτικής της αγοράς, είναι βέβαιον ότι ήταν σε θέση να κατανοεί τη σημασία της υπογραφής μιας τέτοιου είδους δήλωσης αλλά και τη βαρύτητα της αποδεικτικής ισχύος, σε βάρος του, ενός τέτοιου εγγράφου, που ουσιαστικά συνιστά εξώδικη ομολογία εξόφλησης χρέους, όταν μάλιστα εκκρεμούσε (κατά τον ισχυρισμό του) η καταβολή τιμήματος πώλησης του παραπάνω μεγέθους.
Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι και το γεγονός ότι ο ενάγων φέρεται και στο παρελθόν να υπογράφει έγγραφα ανάλογης βαρύτητας και σπουδαιότητας και να διαχειρίζεται μεγάλα χρηματικά ποσά, καθώς φέρεται να υπογράφει το από 20-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό δήλωσης αναγνώρισης χρέους, που νόμιμα προσκομίζεται με επίκληση από τον ίδιο, με το οποίο ανεπιφύλακτα αναγνωρίζει οφειλή του προς τον Κ...
Μ..., ύψους 500.000,00 ευρώ. Συνακόλουθα, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του ενάγοντος περί εξαπάτησής του στην υπογραφή της ως άνω εξώδικης δήλωσης, πρέπει η υποβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση περί εξοφλήσεως του τιμήματος των επίδικων εμπορευμάτων να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη".
Από το παρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο, για την απόδειξη της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης εξόφλησης του οφειλόμενου, από την ιστορούμενη στην αγωγή επίδικη σύμβαση πώλησης, τιμήματος, έλαβε υπόψη του την προσκομιζόμενη από 16-9-2008 έγγραφη δήλωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Από το έγγραφο αυτό συνήγαγε εξώδικη ομολογία του δηλούντος, μη αμφισβητήσαντος τη γνησιότητα της υπογραφής του, περί της εξόφλησης, λόγω της δήλωσης ότι, κατά τον ανωτέρω χρόνο που χορηγείται, δεν υπάρχει οφειλή προς τον ίδιο ή την εταιρία του από την εναγομένη για πωλήσεις γουναρικών κατά το έτος 2008.
Το Εφετείο, δεν εκτίμησε την άνω έγγραφη δήλωση ως εξοφλητική απόδειξη, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 424 ΑΚ, αποδεικνύουσα την καταβολή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού για την απόσβεση της οφειλής με την καταβολή αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416, 417 του ίδιου Κώδικα, ούτε βέβαια διαλαμβάνει παραδοχή ότι το τίμημα εξοφλήθηκε, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το συμψηφισμό απαίτησης που είχε ο Ι...
Α... από τη χορήγηση δανείου σε βάρος του ενάγοντος, με την ένδικη αξίωση του τελευταίου έναντι της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση, κατά το πρώτο μέρος του, πλημμέλειας εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων, αφενός των άρθρων 416, 417 και 424 ΑΚ, αποδίδοντας σ' αυτή ότι δέχθηκε για την απόδειξη της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησης της επίδικης απαίτησης, την από 16-9-2008 απόδειξη, ήτοι αόριστη απόδειξη, που δεν περιέχει τα στοιχεία εξοφλητικής απόδειξης τα οποία απαιτούνται και συγκεκριμένα χωρίς αυτή να αναφέρεται στην επίδικη πώληση, χωρίς να μνημονεύει τον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος ή την αιτία της οφειλής και ούτε οποιαδήποτε καταβολή χρηματικού ποσού, αφετέρου τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, δεχόμενο ότι η επίδικη απαίτηση του αναιρεσείοντος εξοφλήθηκε κατά ένα μέρος με συμψηφισμό ανταπαίτησης του Ι...
Α... ποσού ... δολαρίων ...., μολονότι ο τελευταίος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά είναι τρίτο πρόσωπο, στο οποίο δεν ανήκει η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση και σε κάθε περίπτωση, επειδή η ανταπαίτηση δεν ήταν ληξιπρόθεσμη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο, δεν εκτίμησε την προαναφερόμενη δήλωση, ως απόδειξη εξόφλησης της ένδικης απαίτησης με καταβολή, ώστε να πρέπει να περιέχει τα αιτούμενα στοιχεία, ούτε στήριξε το πόρισμά του για την παραδοχή της ένστασης εξόφλησης σε απόσβεση της απαίτησης λόγω συμψηφισμού με ανταπαίτηση του Ι...
Α.... Για το αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η αιτίαση του αναιρετικού λόγου, ούτε και, ενόψει των παραδοχών του, οι συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είχαν εφαρμογή, ώστε να υποπέσει στον προβαλλόμενη πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου (τρίτου) αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με την παραδοχή της ένστασης εξόφλησης.
Ειδικότερα υποστηρίζει ότι, το Εφετείο: α) ενώ δέχεται εξόφληση με καταβολές (σε μετρητά και με συμψηφισμό) δολαρίων ..., δεν προσδιορίζει την ισοτιμία του δολαρίου με το ευρώ, στο οποίο είχε συμφωνηθεί το εκ της πωλήσεως τίμημα, ώστε αναγόμενες οι καταβολές σε ευρώ, να μπορεί να διαπιστωθεί η εξόφληση, β) δεν αναφέρει συγκεκριμένο τρόπο καταβολής, ως προς το χρόνο καταβολής, αν έγιναν πριν ή μετά την 16-9-2008 ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτές αφορούσαν το επίδικο χρέος, γ) δεν αναφέρει πότε έπρεπε να επιστραφεί το δάνειο στον Ι...
Α..., ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι τούτο ήταν ληξιπρόθεσμο και συνεπώς ότι ήταν επιτρεπτός ο συμψηφισμός του, ούτε από ποιον και πότε έγινε ο συμψηφισμός, ούτε για ποιο λόγο ο Ι... Α... συμψήφισε προσωπική του απαίτηση εκ του δανείου με την απαίτηση του ενάγοντος κατά της αναιρεσίβλητης και δ) ενώ δέχεται ότι το τίμημα θα καταβάλλονταν τμηματικά, ήτοι 100.000 ευρώ στις 31-10-2008 με την τρίτη και τελευταία παράδοση των αγορασθέντων γουναρικών ενδυμάτων και το υπόλοιπο σταδιακά μέχρι τέλος Απριλίου 2009 και μολονότι την ημερομηνία της δήλωσης δεν είχε γίνει η τελευταία παράδοση των πωληθέντων, και ενώ δέχεται καταβολές χρηματικών ποσών έναντι του τιμήματος που είχε συμφωνηθεί ποσού ...
δολαρίων .... στις ... και ..., αντιφατικά δέχεται εξόφληση στις 16-9-2008 με την ως άνω απόδειξη. Και κατά το μέρος τούτο ο αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη δεν έχει τις παραδοχές που με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο αποδίδει ο αναιρεσείων, ότι, δηλαδή, συνιστούν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου και την εμπειρική πραγματικότητα, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2084/2017).
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη δεν εξόφλησε το τίμημα της πώλησης των γουναρικών ενδυμάτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν χρησιμοποίησε τα προταθέντα από αυτόν διδάγματα κοινής πείρας.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι είχε προτείνει νόμιμα: 1) ότι η επίμαχη από ... έγγραφη δήλωση είναι τελείως γενική και αόριστη και δεν έχει περιεχόμενο συνηθισμένης στις συναλλαγές απόδειξης καταβολής και εξόφλησης, 2) ότι η δήλωση αυτή έγινε ενώ ακόμη δεν είχε εκτελεστεί πλήρως η συμφωνηθείσα πώληση, αφού δεν είχε γίνει παράδοση όλων των εμπορευμάτων, αλλά είχαν γίνει μόνο οι δύο πρώτες παραδόσεις και υπολείπονταν η τρίτη που θα πραγματοποιούνταν στις ... , δεν είχε επέλθει ακόμη η ημερομηνία για την καταβολή της πρώτης δόσης του τιμήματος, από ...
ευρώ, η οποία είχε συμφωνηθεί να γίνει με την τρίτη παράδοση, ενώ το υπόλοιπο θα εξοφλούνταν τμηματικά μέχρι το τέλος .... , συνεπεία δε τούτου, αντίκειται στα διδάγματα κοινής πείρας η υπογραφή οποιασδήποτε έγγραφης δήλωσης εξόφλησης όλου του τιμήματος, τόσο ενωρίτερα, 3) ότι η χορήγηση δήλωσης με την οποία φέρεται εξοφλημένη η απαίτηση του τιμήματος στο συγκεκριμένο χρόνο, δεν δικαιολογείται από τη συνομολογούμενη καταβολή με τις αναφερόμενες επιταγές μέρους του τιμήματος ποσού ...
δολαρίων ... σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, 4) ότι αν και το τίμημα ανέρχεται στο ποσό των ... δολαρίων ..., όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, το καταβληθέν ποσό των ... δολαρίων ..., μαζί με τον δήθεν συμψηφισμό ανταπαίτησης του ... , δεν καλύπτει το οφειλόμενο τίμημα, αφού υπολείπεται ποσό ... δολαρίων ... και συνεπώς δεν εξοφλήθηκε ολοσχερώς το τίμημα και δεν μπορεί να ισχύσει η ανωτέρω δήλωση ως απόδειξη της δήθεν πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης, 5) ότι σύμφωνα με την αυστηρή φορολογική νομοθεσία των ...., αλλά και της Ελλάδας, και την πάγια πρακτική των συναλλαγών, η εξόφληση του τιμήματος πώλησης και εξαγωγής γουναρικών σε πελάτες στις ..., γίνεται πάντοτε αποκλειστικά με τραπεζικές επιταγές που εκδίδονται από Αμερικανικές τράπεζες με τη σύνταξη σχετικών και συγκεκριμένων κατά περιεχόμενο αποδείξεων καταβολής, στις οποίες αναφέρονται τα στοιχεία των αντίστοιχων τιμολογίων πώλησης και τα καταβληθέντα ποσά, ώστε να καταχωρηθούν στα λογιστικά και φορολογικά βιβλία των Αμερικάνικων επιχειρήσεων, η δε ως άνω δήλωση δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά.
Με το περιεχόμενο τούτο αποδίδει την εκ του αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν χρησιμοποίησε τα ανωτέρω διδάγματα κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ. 1, 424 εδ. α', 440 και 441 ΑΚ και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που με τη χρησιμοποίησή τους θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα, δηλαδή, την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης.
Υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τούτο διότι, αφενός μεν, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τους ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, που δεν είχαν εφαρμογή, ώστε με την παράλειψη χρησιμοποίησης των προβαλλόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των διατάξεων αυτών είτε για την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθινά, να παραβεί τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφετέρου διότι, τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα της από 16-9-2008 δήλωσης, και αφορούν το έγκυρο της δήλωσης ως απόδειξης καταβολής, περιέχουν, δε, συμπεράσματα και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για το ότι δεν δικαιολογείται η χορήγηση τέτοιας απόδειξης εξόφλησης, αφού ακόμη δεν είχε εκτελεστεί η σύμβαση, ούτε είχε καταβληθεί πράγματι ολόκληρο το τίμημα των πωληθέντων υπό τους επικαλούμενους από την αναιρεσίβλητη λόγους απόσβεσης της αξίωσής του, και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης.
Σε κάθε, δε, περίπτωση ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως των πιο πάνω διδαγμάτων της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και την, από το Εφετείο, μη ελεγχόμενη αναιρετικά, συναγωγή, από την από 16-9-2008 δήλωση, εξώδικη ομολογία εξόφλησης της ένδικης απαίτησης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από τον αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, πλημμέλεια.
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, τις πλημμέλειες εκ των αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα: α) ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 416, 417 και 424 ΑΚ, καθόσον χαρακτήρισε τον προβληθέντα από αυτόν ισχυρισμό ότι η από 16-9-2008 δήλωσή του δεν αφορά το επίδικο χρέος, ως αντένσταση στην ένσταση της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησης του τιμήματος και απαίτησε για το ορισμένο αυτής την αναφορά των συγκεκριμένων προγενέστερων χρεών, αν και, επειδή αυτός είχε ισχυριστεί ότι η δήλωση δεν είχε την έννοια και ισχύ της εξοφλητικής, κατά το άρθρο 424 ΑΚ, απόδειξης, δεν ήταν υποχρεωμένος να αναφέρει τις προηγούμενες οφειλές, β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι οι προγενέστερες πωλήσεις είχαν πραγματοποιηθεί με τα εξαγωγικά τιμολόγια που παραθέτει του έτους 2006, καθώς και το τίμημα των πωληθέντων με αυτά εμπορευμάτων και συνεπώς ήταν ορισμένος ο ισχυρισμός του και γ) εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον χαρακτηρισθέντα ως αντένσταση ισχυρισμό του.
Κατά το πρώτο μέρος του, ο άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον προβάλλεται αιτίαση που στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν αξιολόγησε την από 16-9-2008 δήλωση ως απόδειξη εξόφλησης της αγωγικής απαίτησης με καταβολή μετρητών χρημάτων και συμψηφισμό, κατά τα άρθρα 416 και 440 ΑΚ, αλλά την έλαβε υπόψη για τη συναγωγή εξώδικης ομολογίας του αναιρεσείοντος περί μη οφειλής της ένδικης αξίωσής του κατά της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ώστε να υποπέσει στην παράβαση της εσφαλμένης ερμηνείας τους. Εξάλλου, η σχετική αιτιολογία που παραθέτει το Εφετείο περί του χαρακτηρισμού ως αντένστασης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η ως άνω δήλωση αφορά προγενέστερα χρέη και όχι την επίδικη απαίτηση, και της μη αναφοράς των χρεών αυτών, ως όφειλε, πλεοναστικά διατυπώθηκε, ιδιαίτερα αφού ο ισχυρισμός δεν απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, αλλά εξετάστηκε, όπως κατωτέρω εκτίθεται, κατ' ουσίαν και συνεπώς, με το μέρος αυτό του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, πλήττεται αιτιολογία που εκφέρθηκε εκ περισσού και δεν στηρίζει το διατακτικό της, ώστε με το αποδιδόμενο σφάλμα να ιδρύεται λόγος αναίρεσης.
Εξάλλου, το Εφετείο, δεν απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό ως απαράδεκτο, παρά την αναφορά ότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει τις προηγούμενες οφειλές που κατά τον ισχυρισμό του αφορούσε η δήλωση. Αντίθετα, έλαβε αυτόν υπόψη και τον ερεύνησε κατ' ουσίαν, δεχόμενο, περαιτέρω, ότι, κατά την κρίση του, η δήλωση περί ανυπαρξίας οφειλής, αφορά και το επίδικο χρέος, παραθέτοντας και τα επιχειρήματα με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του αυτή, που συνίστανται στο ότι είχε καταρτιστεί κατά την υπογραφή της δήλωσης η επίδικη σύμβαση πωλήσεως από την οποία απέρρεε η αγωγική απαίτηση του αναιρεσείοντος, ότι είχαν ήδη πραγματοποιηθεί τρεις αποστολές εκ των πωληθέντων εμπορευμάτων στην αναιρεσίβλητη στις ...
και μάλιστα περιλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος των πωληθέντων, ότι γίνεται ρητή αναφορά σε πωλήσεις γουναρικών από την ατομική επιχείρηση του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη το έτος 2008, κατά το οποίο έγινε η επίδικη σύμβαση πώλησης καθώς και ότι από τις πωλήσεις των προηγούμενων ετών και ειδικότερα του έτους 2006 (για τις οποίες αναγράφονται και τα τιμολόγια που εκδόθηκαν και τα οποία προσκομίζει στη δίκη ο αναιρεσείων) δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή, κρίση που συνάγει και από την κατάθεση του εξετασθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα, πατέρα του αναιρεσείοντος.
Κατά τα δεύτερο και τρίτο, συνεπώς, μέρη του, ο αναιρετικός ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017)..
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι νόμιμα και παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, καθόσον είχαν περιέλθει στην κατοχή αυτού μετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την έκδοση της οριστικής απόφασης, επικαλέστηκε και προσκόμισε:
α) την εκκρεμούσα τότε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς από 18-12-2012 αγωγή του ... κατά του ... , με την οποία ζητούσε την επιστροφή ποσού δανείου ... ευρώ και ... δολαρίων ..., που του είχε δώσει ως δάνειο, β) την εκκρεμούσα τότε σε ανακριτικό στάδιο, μήνυση του ... κατά του ..., για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ποσού ...
δολαρίων ..., σε κακουργηματική μορφή, και την αντίστοιχη εκκρεμή από 12-1-2014 αγωγή αποζημίωσης για την υπεξαίρεση και γ) την εκκρεμούσα τότε σε ανακριτικό στάδιο από 11-7-2014 μήνυση των .Γ. και Α. Κ. κατά του Κ... Μ... για κακουργηματική σε βάρος τους υπεξαίρεση ποσού ... ευρώ. Ότι τα έγγραφα αυτά είχε προσκομίσει προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι την επίδικη ως άνω από ...
δήλωση είχε υπογράψει καθ' υπόδειξη του Κ... Μ..., πρώην μετόχου της αναιρεσίβλητης και κατά τον επίδικο χρόνο συνεργάτη αυτής και κατόπιν εξαπάτησής του απ' αυτόν, ο οποίος επανειλημμένα τον διαβεβαίωνε αφενός ότι η δήλωση αφορά προγενέστερες συναλλαγές τους με την αναιρεσίβλητη, αφετέρου ότι με αυτή τη δήλωση θα έπειθε την αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα της επίδικης πώλησης ενωρίτερα από τη συμφωνηθείσα προθεσμία, για την οποία καταβολή ο αναιρεσείων επειγόταν καθόσον θα συνέβαλε σημαντικά στην κάλυψη επειγουσών οικονομικών υποχρεώσεών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και τους προμηθευτές του.
Αιτιάται, δε, την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα μνημονευόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως επίσης και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή εξ αυτών δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς.
Από τη σχετική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των αιτιολογιών με βάση τις οποίες το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί ακυρότητας της από 16-9-2008 δήλωσης επειδή παρασύρθηκε με την εκτιθέμενη απάτη του Κ... Μ... στην υπογραφή της δήλωσης αυτής που απευθύνεται προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία ο ανωτέρω συνεργάστηκε για την εξαπάτησή του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης ως προς την απόρριψη αυτού του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και αξιολόγησε και όλα τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω αναφερόμενα στον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.
Τούτο δεν αναιρείται από τη μη ειδική αναφορά των συγκεκριμένων εγγράφων και του περιεχομένου τους, από τα οποία μπορούν να συναχθούν εκτιμήσεις για το χαρακτήρα του Κ... Μ... , ως ατόμου που κατηγορείται από τρίτους για τη διάπραξη σε βάρος τους αξιόποινων πράξεων που έχουν σχέση με εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας άλλων και της περιουσίας τους, και έχει δικαστικές διαφορές με τρίτους που τον διώκουν για αποζημιώσεις λόγω της τέλεσης αυτών των αδικημάτων.
Αυτό γιατί, το Εφετείο εστιάζει το αβάσιμο του ισχυρισμού στις ικανότητες του αναιρεσείοντος, με βάση την επαγγελματική του δραστηριότητα, τις γνώσεις του για τους κανόνες και τη συναλλακτική πρακτική της αγοράς, τη διαχείριση απ' αυτόν μεγάλων χρηματικών ποσών και την αποκτηθείσα εμπειρία του, να αντιληφθεί τη σημασία της υπογραφής αυτής της δήλωσης, καθώς και την αποδεικτική βαρύτητα σε βάρος του από τη δήλωση αυτή, σε συνδυασμό και με προγενέστερη αντίστοιχη συμπεριφορά του, της υπογραφής από αυτόν εγγράφων ανάλογης βαρύτητας και σπουδαιότητας, όπως της από 20-12-2005 δήλωσης αναγνώρισης χρέους χρέους προς τον Κ...
Μ... ποσού ... ευρώ, ώστε εξ αυτού του λόγου να μη θεωρεί πειστικό τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της με απάτη, που μετήλθε ο ανωτέρω, υπογραφής της επίδικης δήλωσης και να απαιτείται η ειδική αξιολόγηση των προσκομισθέντων ως άνω εγγράφων και η συγκεκριμένη αντίκρουση της δυνάμενης να εξαχθεί από αυτά έμμεσης απόδειξης.
Επομένως, ο εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όγδοος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, εάν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε.
παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 618/2017). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη.
Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 934/2014).
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και να εκληφθεί η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 766/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 374/2013). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015). .Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 441/2015).
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).
Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 205/2015, ΑΠ 349/2014).
Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας και στις μονομερείς δηλώσεις βούλησης, εφόσον διαπιστώσει κενό σ' αυτή ή γεννηθεί αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης, με σκοπό, μέσα από την εφαρμογή των αρχών αυτών, να ανευρεθεί και να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο της δήλωσης, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση του δηλούντος (ΑΠ 881/2019, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 491/2013), Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, παράβαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δέχεται ότι η από 16-9-2008 απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη δήλωση βούλησής του παρουσιάζει κενό και ασάφεια ως προς το ζήτημα αν αυτή αφορά ή όχι και την οφειλή της αναιρεσίβλητης από το συμφωνηθέν τίμημα της ένδικης πώλησης και προέβη σε ερμηνεία με βάση τα αναφερόμενα εκτός αυτής κείμενα στοιχεία και επιχειρήματα καταλήγοντας στο εσφαλμένο πόρισμα ότι αφορά και την αγωγική απαίτηση, γεγονός που ο αναιρεσείων είχε αμφισβητήσει, χωρίς παρά ταύτα να προσφύγει στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άνω διατάξεων, ενώ αν προσέφευγε στους κανόνες αυτούς, θα έκρινε αντίθετα, ότι η περί μη οφειλής δήλωση δεν αφορά και το τίμημα της επίδικης πώλησης και θα απέρριπτε την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησής του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, για τη διακρίβωση της βασιμότητας του προβαλλόμενου από τον αναιρεσείοντα λόγου αμφισβήτησης της αλήθειας του περιεχομένου της από 16-9-2008 δήλωσης αυτού και την αντίκρουση του ότι αυτή δεν αφορά το επίδικο χρέος από την ιστορούμενη σύμβαση πώλησης, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων από την πλευρά του, απαντώντας στην ως άνω ένσταση περί εξοφλήσεως, συνομολογεί την εκ μέρους του υπογραφή της από 16-9-2008 έγγραφης δήλωσης, ισχυρίζεται, όμως, ότι αυτή δεν αφορά το επίδικο χρέος, αλλά προηγούμενες οφειλές της εναγομένης τις οποίες ωστόσο δεν προσδιορίζει, όπως όφειλε να πράξει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη........
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από 16.9.2008 έγγραφης δήλωσης που υπέγραψε ο ενάγων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καστοριάς Σ ... Τ..., αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "δηλώνω ελεύθερα και αβίαστα ότι δεν υπάρχει σήμερα καμία απολύτως οφειλή προς εμένα προσωπικά ή προς την γουνοποιητική ατομική επιχείρηση που διατηρώ και φέρει τον διακριτικό τίτλο "..., είτε από τον Ι...
Α... του Σ..., κάτοικο Ν. Υ. ..., είτε από την εταιρία με την επωνυμία "..." (δηλαδή την εναγομένη) από οποιαδήποτε αιτία και δη από πωλήσεις γουναρικών, από την ως άνω ατομική μου επιχείρηση προς την ανωτέρω εταιρία κατά το έτος ... Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εν λόγω δήλωση του ενάγοντος περί ανυπαρξίας οφειλής εκ μέρους της εναγομένης και του νομίμου εκπροσώπου αυτής αφορά και το ως άνω συμφωνηθέν τίμημα από την επίδικη πώληση.
Ειδικότερα, κατά το χρόνο σύνταξης της πιο πάνω δήλωσης, είχε ήδη καταρτιστεί η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως, ενώ είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι δύο εκ των τριών αποστολών προς τις ... και το μεγαλύτερο μέρος των πωληθέντων εμπορευμάτων είχε παραδοθεί στην εναγομένη εταιρία.
Επιπλέον στην ως άνω δήλωση γίνεται ρητή αναφορά στις πωλήσεις γουναρικών από την ατομική επιχείρηση του ενάγοντος προς την εναγομένη εταιρία συγκεκριμένα κατά το έτος 2008, κατά το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση πωλήσεως. Σημειωτέον ότι η εναγομένη είχε και στο παρελθόν καταρτίσει συμβάσεις πωλήσεως με τον ενάγοντα (βλ.
τα με αριθμ. ..., ..., .../..., ..., .../.... εκδοθέντα από τον ενάγοντα τιμολόγια με τα συνοδευόμενα αυτά παραστατικά εξαγωγών, που αυτός νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει) από τις οποίες, ωστόσο, δεν αποδείχτηκε ότι υφίσταντο απαιτήσεις του τελευταίου σε βάρος της, όπως εξάλλου κατέθεσε και ο μάρτυρας Π... Τ. (πατέρας του ενάγοντος) ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος ναι μεν αναγνωρίζει την κατάρτιση προγενέστερων της επίδικης συμβάσεων πωλήσεως μεταξύ των διαδίκων, πλην όμως ουδόλως αναφέρει υφιστάμενες οικονομικές εκκρεμότητες από τις πωλήσεις αυτές, αντιθέτως δε επιβεβαιώνει την, έστω και καθυστερημένη, εξόφληση από την εναγομένη των προερχομένων από αυτές οφειλών της (βλ.
την κατάθεσή του "....με δυσκολία παίρναμε τα λεφτά πάντα...")". Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε έμμεσα την ύπαρξη ασάφειας και τη γέννηση αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης που διαλαμβάνεται στην από 16-9-2008 δήλωση του αναιρεσείοντος, ως προς το ζήτημα το εάν αυτή η δήλωση περί μη ύπαρξης οφειλής της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, αφορά και την εκ της επίδικης σύμβασης πώλησης απαίτηση αυτού για την καταβολή του υπόλοιπου μέρους του τιμήματος.
Τούτο προκύπτει σαφώς από τις σχετικές αιτιολογίες της, αφού δέχεται ότι το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, δεν ορίζει ειδικά για τη μη οφειλή του συγκεκριμένου χρέους και για το λόγο αυτό κατέληξε ερμηνευτικώς στην παραδοχή ότι η δήλωση περί μη οφειλής αφορά "κατά την κρίση του" και το συμφωνηθέν τίμημα από την επίδικη πώληση, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης αυτής περί της αληθινής έννοιας της δήλωσης, σε στοιχεία εκτός της δήλωσης και συγκεκριμένα στα στοιχεία της κατάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης πώλησης, στην παράδοση ή μη των πωληθέντων εμπορευμάτων και την προκύπτουσα από τα αναφερόμενα έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα, κατάρτιση σε προγενέστερο χρόνο όμοιων συμβάσεων και στο γεγονός ότι δεν οφείλεται κάποιο χρηματικό ποσό από εκείνες.
Κατά συνέπεια, αν και έπρεπε, μετά την ανωτέρω διαπίστωση, να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνίσει με την ερμηνεία του το πραγματικό νόημα της επίμαχης δήλωσης βούλησης, ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση του αναιρεσείοντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια και με τα μέτρα της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, δεν έκανε χρήση των εν λόγω κανόνων, ούτε παραθέτει στην απόφασή του στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των κανόνων αυτών.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο, που, μετά την αμφιβολία που ανέκυψε σχετικά, δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση του δηλούντος αναιρεσείοντος, ζήτημα το οποίο θα καθόριζε την ανέλεγκτη εκτίμηση της συναγωγής ή μη εξώδικης ομολογίας εξόφλησης της ένδικης εκ του τιμήματος της πώλησης οφειλής, παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑK.
Επομένως, ο σχετικός έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται για την παραβίαση τούτων, αποδίδοντας την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά παραδοχή, δε, του λόγου αυτού, και παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναίρεση της απόφασης με τον ανωτέρω λόγο, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν κατά την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου. Η αναιρεσίβλητη, πρέπει λόγω της ήττας της, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις στην παρούσα συζήτηση, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 20/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)