Supreme Court dismisses appeal against insurance company liquidation as creditors' claims are inadmissible during liquidation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the respondent insurance company was placed under liquidation proceedings. Creditors had previously sued to reject insurance coverage, but the liquidation administrator argued that such claims are automatically barred during this specific legal regime. The court ruled that the discussion of the appeal must be declared inadmissible as a matter of law under the relevant insurance and bankruptcy codes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 225 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 25 of the Bankruptcy Code; Article 235 of Law 4364/2016: During insurance company liquidation, all lawsuits filed by creditors are inadmissible and ongoing proceedings are automatically suspended.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) λυθείσας εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία είχε την έδρα της στην … και 2) εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολυχρόνη Περιβολάρη. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει τεθεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, όπως αναφέρεται και στις από 25-2-2019 προτάσεις της ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2009 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6372/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 704/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-9-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ικό Τμήμα
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη, κατά του μεταβιβάσαντος δε αυτό ενάγοντος δεν μπορεί να προταθεί έλλειψη νομιμοποιήσεως. Όπως προκύπτει περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 και 556 ΚΠολΔ, αναίρεση δύνανται να ασκήσουν αυτοτελώς και παραλλήλως τόσο ο μεταβιβάσας το πράγμα ή το δικαίωμα αρχικός διάδικος, όσο και ο προς ον η μεταβίβαση, εφ' όσον αυτός έγινε ειδικός διάδικος μετά την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1882 / 2008).
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 704/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς παραδεκτώς ασκήθηκε τόσο από την πρώτη(αρχικώς ενάγουσα-εκκαλούσα), που ηττήθηκε στην κατ' έφεση δίκη, όσο και από τη δεύτερη των αναιρεσειουσών, προς την οποία εκχωρήθηκε εγγράφως η επίδικη απαίτηση.
Συμφώνως προς το άρθρο 235 του Ν. 4364/2016: "1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση... 2... 3. Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ.
Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου." Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3 του ίδιου νόμου: "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης." Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.
Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως (με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής), ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την Εποπτική Αρχή (και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών), οδηγεί δε στη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικά με τη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεών τους.
Επί της εκκαθαρίσεως αυτής είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική, εφαρμογή εκείνων μόνον των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα οι οποίες δεν αντίκεινται στον επιδιωκόμενο με την ως άνω εκκαθάριση σκοπό. Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτελέσεως, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κ.λπ.), όσες δε πράξεις ενεργηθούν κατά παράβαση της αναστολής αυτής είναι απολύτως άκυρες.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει - αναφορικά με τα κατά της ασφαλιστικής επιχειρήσεως ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα - να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού χαρακτήρα, αγωγών που ασκήθηκαν από πιστωτές της εκκαθαρίσεως κηρύσσεται απαράδεκτη.
Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτελέσεως και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.
Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθαρίσεως, απαγορεύεται, ενώ η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτελέσεως εκ μέρους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ εις βάρος της ασφαλιστικής επιχειρήσεως αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει και αυτεπαγγέλτως να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1942 / 2017).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 261/23.02.2018 (Φ.Ε.Κ. 165/23.02.2018, Τεύχος ΠΡΑ.Δ.Ι.Τ) αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής επιχειρήσεως και τέθηκε αυτή υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 109, 110, 114, 220, 221 και 235 ν. 4364/2016, και διορίσθηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως - την οποία άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της υπ' αριθ. 704/ 2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας με αντικείμενο την καταψήφιση ασφαλιστικού ποσού λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου - πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του ασφαλιστικού εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, πράγμα άλλωστε που ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-9-2017 αιτήσεως των: 1)
της λυθείσας εταιρείας με την επωνυμία ... (ΑΦΜ ...023) και 2) της εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 704/ 25-9-2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30-9-2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ