1218/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Legislator headnote
AI generated1218/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1218/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως αποτελεί η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Πούλιου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Νοεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21213/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 437/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ν. Γ., που προσκόμισε με επίκληση η ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., ως καθολική διάδοχος της αναιρεσείουσας, την οποία απορρόφησε με συγχώνευση, ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 437/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας, η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 15 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 2.12.2013, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1α, 230§2, 498§2, 568 ΚΠολΔ).
Όμως αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών. 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 437/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς τόσο την από 2.8.2008 έφεση του αναιρεσιβλήτου όσο και την από 4.8.2008 αντίθετη έφεση της αναιρεσείουσας τράπεζας κατά της υπ' αριθ. 21213/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη από 21.11.2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
3. Από τη διάταξη του άρθρ. 216§1 ΠΚ, που τιμωρεί σε βαθμό πλημμελήματος το έγκλημα της πλαστογραφίας, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, το οποίο ο δράστης εμφανίζει να προέρχεται από άλλον, απομιμούμενος προς το σκοπό το γραφικό του χαρακτήρα ή την υπογραφή του, είτε η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης των περιστατικών αυτών με τον επί πλέον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον παραπλανόμενο ή τρίτο, όπως είναι κάθε γεγονός που είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί τελικά επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της πλαστογραφίας θεωρείται επιβαρυντική περίσταση, στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς, όταν αυτός καταστήσει προσιτό το πλαστό έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση αυτός ή να παραπλανηθεί από το έγγραφο (ΑΠ 506/2010, 574/2010, 721/2010, 483/2011, 298/2013).
Νόθευση εγγράφου συνιστά και η μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής, που αρχίζει κατά το άρθρ. 29 του ν. 5960/1933 από την αναγραφόμενη στην επιταγή ημερομηνία της έκδοσής της, προχρονολογημένη βεβαίωση του πληρωτή στο σώμα της επιταγής ότι αυτή παρέμεινε απλήρωτη κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή, αφού με την εκ των υστέρων προσθήκη της βεβαίωσης αυτής στο σώμα της επιταγής αλλοιώνεται το περιεχόμενό της, με την έννοια ότι η επιταγή αυτή, η οποία δεν βεβαιώθηκε (σφραγίστηκε) ως ακάλυπτη εντός της ως άνω οκταήμερης προθεσμίας, όπως ορίζει το άρθρ. 41 του ν. 5960/1933, εμφανίζεται παραπλανητικά μετά την ως άνω προσθήκη να έχει βεβαιωθεί (σφραγιστεί) εμπρόθεσμα ως ακάλυπτη και συνεπώς η απορρέουσα απ' αυτή αξίωση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη κατά το άρθρ. 40 του ν. 5960/1933, που ορίζει ότι ο κομιστής δύναται να ασκήσει την αναγωγή αυτού κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υπόχρεων από την επιταγή, μόνον αν αυτή εμφανισθείσα εγκαίρως δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται είτε με δημόσιο έγγραφο (διαμαρτυρικό) είτε με δήλωση του πληρωτή, που χρονολογήθηκε και γράφτηκε στο σώμα της επιταγής με σημείωση της ημέρας εμφάνισής της είτε με χρονολογημένη δήλωση γραφείου συμψηφισμού, που να βεβαιώνει ότι η επιταγή αν και εγχειρίστηκε εγκαίρως, δεν πληρώθηκε.
Εφόσον η νόθευση της επιταγής κατά την παραπάνω έννοια είχε επιζήμιες συνέπειες για τα ενεχόμενα από την επιταγή πρόσωπα, θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του υπαίτιου για τη νόθευση προσώπου και δικαιούνται τα ενεχόμενα από την επιταγή πρόσωπα να ζητήσουν απ' αυτόν κατά τα άρθρ. 914 και 932 ΑΚ αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση για τις υλικές ζημίες και την ηθική βλάβη που υπέστησαν, εφόσον οι ζημίες και η ηθική βλάβη τους βρίσκονται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη αδικοπρακτική συμπεριφορά του, δηλαδή πρέπει η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, να ήταν ικανή να επιφέρει μόνη αυτή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τις συγκεκριμένες ζημίες ή ηθική βλάβη.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) κατοικεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, ασχολούμενος με την άσκηση οργανωμένης επιχείρησης καφέ - ζαχαροπλαστείου, διατηρώντας σχετικό κατάστημα σε κεντρικό σημείο των Α.
Θεσσαλονίκης. Το Μάρτιο του 2004 εξέδωσε στο Κιλκίς την υπ' αριθ. ... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15.8.2004, σε διαταγή της εταιρείας ΤΕΧΝΟΜΕΤ Α.Ε., ποσού 15.000 ευρώ, πληρωτέα από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην πληρώτρια τράπεζα NOVA BANK Α.Ε., προκειμένου να διευκολύνει την ως άνω εταιρεία στη χρηματοδότησή της.
Η εταιρεία ΤΕΧΝΟΜΕΤ Α.Ε. μεταβίβασε την επιταγή αυτή στην εναγόμενη ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (αναιρεσείουσα), με τη "ρήτρα αξία λόγω ενεχύρου"... Η εναγομένη "αγόρασε" την επιταγή στις 16.8.2004 και ακολούθως την επόμενη ημέρα, 17.8.2004, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην πληρώτρια τράπεζα για την πληρωμή της, σύμφωνα με την τηρούμενη μεταξύ των τραπεζών διαδικασία.
Την ίδια ημέρα η πληρώτρια τράπεζα ενημέρωσε τον πελάτη της (ενάγοντα) ότι έπρεπε να καταθέσει στον παραπάνω λογαριασμό του το ποσό για την πληρωμή της επιταγής, όμως ο τελευταίος μέχρι και την ώρα που έκλειναν τα ταμεία της πληρώτριας τράπεζας την ημέρα εκείνη (17.8.2004), δεν είχε καταθέσει στο λογαριασμό του το ποσό της επιταγής.
Για το λόγο αυτό η πληρώτρια τράπεζα απέστειλε την επόμενη ημέρα, 18.8.2004, ηλεκτρονικό μήνυμα στην εναγομένη περί μη υπάρξεως επαρκούς διαθέσιμου υπολοίπου στο λογαριασμό του ενάγοντος, τον οποίο έκτοτε δεν ενόχλησαν. Ο ενάγων δεν κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του το ποσό της επιταγής..., διότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΤΕΧΝΟΜΕΤ Α.Ε., με τον οποίο επικοινώνησε μετά την όχλησή του από τα όργανα της NOVA BANK, του υποσχέθηκε ότι θα την καλύψει ο ίδιος.
Το γεγονός αυτό της μη πληρωμής της επιταγής δεν βεβαιώθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός 8 ημερών από τη φερόμενη ημερομηνία της έκδοσής της, κατ' άρθρ. 40 του ν. 5960/1933, στο σώμα της επιταγής. Μάλιστα κατά την τηρούμενη τραπεζική πρακτική... η εναγομένη απέστειλε προς την πληρώτρια τράπεζα την υπ' αριθ. 417/29.9.2004 επιστολή της, που έχει υπογραφτεί από τον Α.
Π., υποδιευθυντή τότε του καταστήματός της στο Κιλκίς και από την υπάλληλο στο ίδιο κατάστημα Θ. Σ., με την οποία της ανακοίνωσε ότι η εν λόγω επιταγή παρέμεινε ασφράγιστη... Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι από παραδρομή αναγράφηκε στην ως άνω επιστολή της ότι η επιταγή παρέμεινε ασφράγιστη..., ενώ αντιθέτως είχε βεβαιωθεί επ' αυτής εμπρόθεσμα το γεγονός της μη πληρωμής της, δεν κρίνεται πειστικός..., αφού η μη σφράγιση από τράπεζα ακάλυπτης επιταγής είναι εξαιρετικά σπάνιο γεγονός, έτσι ώστε να είναι εντελώς απίθανο το ενδεχόμενο να αναγραφεί από παραδρομή κάτι τέτοιο στην επιστολή της τράπεζας.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι η εναγομένη κίνησε τη διαδικασία εκδόσεως της διαταγής πληρωμής με βάση την επίδικη επιταγή, που προφανώς τα αρμόδια όργανά της γνώριζαν ότι είναι προβληματική, μετά την παρέλευση ασυνήθιστα μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη μη πληρωμή της. Ειδικότερα, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους από τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης της ως άνω επιταγής, η εναγομένη υπέβαλε στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 22.9.2005 αίτησή της, με την οποία ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος τόσο του ενάγοντος, ως εκδότη της επιταγής, όσο και της οπισθογράφου ΤΕΧΝΟΜΕΤ Α.Ε.
Η εναγομένη επισύναψε στην αίτησή της και το σώμα της επιταγής, το οποίο όμως δεν ήταν ασφράγιστο, αλλά αντίθετα έφερε στην οπίσθια όψη του την κατ' άρθρ. 40 του ν. 5960/1933 από 18.8.2004 βεβαίωση της μη πληρωμής της, υπογεγραμμένη από τους υπαλλήλους της Α. Π. και Β. Χ. και μάλιστα, όπως επί λέξει αναγράφεται στο κείμενό της "έπειτα από ρητή εξουσιοδότηση της τράπεζας, στην οποία τηρείται ο λογαριασμός επί του οποίου συρόταν η επιταγή".
Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 38587/7.12.2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 15.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά είναι προφανές αφενός μεν ότι η από 18.8.2004 βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής είναι πλαστή, καθόσον στις 29.9.2004 η ίδια η εναγομένη βεβαίωνε στην ως άνω επιστολή της δια των οργάνων της ότι η επιταγή παρέμεινε ασφράγιστη, αφετέρου δε ότι κάποια όργανα της εναγομένης, πιθανότατα για να αποφύγουν τις πειθαρχικές ευθύνες τους συνεπεία της ανωτέρω παραλείψεώς τους, ενεργώντας με την ιδιότητά τους αυτή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων που τους είχαν ανατεθεί, έθεσαν, κατά το χρονικό διάστημα από 29.9.2004 μέχρι τις 22.9.2005, εν γνώσει τους την πλαστή βεβαίωση στο σώμα της επιταγής, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να κινήσει η εναγομένη τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, καθόσον η παρέλευση της νόμιμης οκταήμερης προθεσμίας για τη βεβαίωση της άρνησης πληρωμής της επιταγής, δεν συνεπάγεται μεν την ακυρότητά της, όμως ο νόμιμος κομιστής της εκπίπτει από τα δικαιώματά του από την επιταγή.
Μάλιστα η ενοχή από την επιταγή δεν μπορεί να μετατραπεί ούτε σε άλλη δικαιοπραξία και ο κομιστής δεν μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει της συγκεκριμένης επιταγής, είτε ευθέως είτε θεωρώντας αυτή ως έγγραφο που ενσωματώνει αφηρημένη αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους. Εξ άλλου, αν η εναγομένη είχε πράγματι σφραγίσει εμπρόθεσμα την επιταγή, τότε το όνομα του ενάγοντος θα είχε καταχωρηθεί αμέσως στο τηρούμενο από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.
αρχείο των φυσικών και νομικών προσώπων που έχουν εκδώσει ακάλυπτες επιταγές, όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη, αφού το όνομά του συμπεριλήφθηκε στο εν λόγω αρχείο με τα δυσμενή στοιχεία μόνο μετά την έκδοση σε βάρος του της παραπάνω διαταγής πληρωμής. Ο ενάγων, ο οποίος μέχρι τότε πίστευε ότι η ΤΕΧΝΟΜΕΤ Α.Ε.
είχε καλύψει την επιταγή, άσκησε μόλις του επιδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής την από 14.12.2005 ανακοπή κατ' αυτής, προτείνοντας σ' εκείνη τη δίκη, ως μοναδικό λόγο ακύρωσής της, την κατ' άρθρ. 52 του ν. 5960/1933 παραγραφή της αξίωσης από την επιταγή λόγω παρελεύσεως 6 μηνών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας προς εμφάνισή της.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14930/28.4.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ήδη τελεσίδικα ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, λόγω παραγραφής της αξίωσης της εναγομένης. Ύστερα από τα παραπάνω... η επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Το όνομα όμως του ενάγοντος εμφανίστηκε στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., με συνέπεια αφενός μεν να απορριφθεί η από 10.5.2006 αίτησή του προς την EUROBANK Α.Ε.
για τη λήψη στεγαστικού δανείου και αφετέρου να αντιμετωπίσει προβλήματα στις συναλλαγές του με τις τράπεζες... για χρονικό διάστημα επτά περίπου μηνών, ήτοι από τις αρχές Δεκεμβρίου 2005 μέχρι τις 13.7.2006, που διαγράφτηκε από το αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Τέλος, όταν ο ενάγων ανακάλυψε την πλαστότητα της επίδικης βεβαίωσης επί της παραπάνω επιταγής..., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 27.9.2006 μηνυτήρια αναφορά του κατά παντός υπευθύνου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρ. 71, 297-299, 914 και 932 ΑΚ και συγκεκριμένα ότι: "α) η συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης είναι παράνομη και υπαίτια λόγω της αντίθεσής της κατ' αρχήν προς το άρθρ. 216§1 ΠΚ και εξ ετέρου ως αντίθετη στο κατ' άρθρ. 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος υπαίτια άλλο πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του, β) η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης προκάλεσε ηθική βλάβη στον ενάγοντα, γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του ως άνω αποτελέσματος, δηλαδή της επελεύσεως της συγκεκριμένης μη περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος, ο οποίος έχει συνεπώς νόμιμη αξίωση κατά της εναγομένης για την αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε η αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης...".
Ειδικότερα ως προς την ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι αυτός "εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης... ταλαιπωρήθηκε ψυχικά, δοκίμασε μεγάλη ταραχή και στενοχώρια συνεπεία των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, τρώθηκε η εμπορική του πίστη και η φήμη του στον κύκλο των συναλλαγών του, αλλά και η προσωπική του υπόληψη, και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε έξοδα προκειμένου να ασκήσει δικαστικά την εναντίον της εναγομένης αξίωσή του για ακύρωση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής", έκρινε ότι εύλογη χρηματική ικανοποίηση, την οποία ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για την ηθική βλάβη που υπέστη, είναι το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο και πρωτοδίκως αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως η αναιρεσείουσα, με βάση τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος και το μέγεθος της προσβολής του αναιρεσιβλήτου, την κοινωνική του θέση, το βαθμό του πταίσματος των υπαίτιων προσώπων και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 71, 914, 932 ΑΚ, 216 ΠΚ, 29, 40 και 41 του ν. 5960/1933 και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ότι η συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας να συντάξουν σε χρόνο που είχε παρέλθει η οκταήμερη προθεσμία προς εμφάνιση της επιταγής βεβαίωση μη πληρωμής πάνω στο σώμα της συνιστά ως προς τη σύνταξη αυτής καθ' εαυτής της βεβαίωσης με προχρονολογημένη ημερομηνία, έστω και αν πράγματι η επιταγή εμφανίστηκε έγκαιρα προς πληρωμή, αδικοπραξία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αφού με την εκ των υστέρων προσθήκη της βεβαίωσης αυτής στο σώμα της επιταγής αλλοιώθηκε με πρόθεση το περιεχόμενό της, με σκοπό η επιταγή αυτή, η οποία δεν είχε βεβαιωθεί (σφραγιστεί) ως ακάλυπτη μέσα στην ως άνω οκταήμερη προθεσμία, να φαίνεται παραπλανητικά μετά την ως άνω προσθήκη ότι βεβαιώθηκε (σφραγίστηκε) εμπρόθεσμα ως ακάλυπτη και επομένως ότι η απορρέουσα απ' αυτή αξίωση είναι δικαστικά επιδιώξιμη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να εξαπατηθεί ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να εκδώσει για την επιταγή αυτή την υπ' αριθ. 38587/12.5.2005 διαταγή πληρωμής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ενώ το ίδιο γεγονός αποτέλεσε την πρόσφορη αιτία για τη δημιουργία σε βάρος του και άλλων δυσμενών συνεπειών, με επακόλουθο την πρόκληση σ' αυτόν σημαντικής ηθικής βλάβης.
Τα αντίθετα λοιπόν που υποστηρίζονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, αφού αντίθετα με όσα η καθολική ήδη διάδοχος της αναιρεσείουσας υποστηρίζει με τις από 2.12.2013 έγγραφες προτάσεις της, δεν περιέχεται στο αναιρετήριο άλλος λόγος αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και μάλιστα λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη σιωπηρή απόρριψη από το Εφετείο του προβληθέντος με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης της αναιρεσείουσας ισχυρισμού της περί δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη εμπρόθεσμης σφράγισης της επίδικης επιταγής, που απορρέει κατά την άποψή της από την υπ' αριθ. 14930/2006 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εξ άλλου πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα, να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 13424159/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 55/2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Τέλος η αναιρεσείουσα, μολονότι νικήθηκε, δεν θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, αφού αυτός ερημοδικάστηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.2.2013 αίτηση της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., καθολική διάδοχος της οποίας είναι ήδη η ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., για αναίρεση της υπ' αριθ. 437/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 13424159/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 55/2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ