Legislator Case Law & Legislation
1218/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's failure to appear after valid summons.

Case Number 1218/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Piraeus judgment. The defendant, a union leader, failed to appear at the hearing despite receiving a valid summons, which legally equates to a default. Consequently, the court ruled that the lower court's decision upholding the employer's right to terminate the contract was correct and final.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226(4)(b) and (c), 575, and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The failure of a summoned party to appear at a hearing constitutes a default, allowing the court to proceed with the discussion of the case.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure default judgment summons validity appeal dismissal union leader dismissal labor law procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 14(5) of Law 1264/1982
Article 14(4) of Law 1264/1982
Article 183 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1218 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. - ΠΡΟΤΥΠΗ ΜΟΝΑΔΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΝΙΚΑΙΑΣ", που εδρεύει στην Νίκαια και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας και νομίμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. και ΣΙΑ Ε.Ε.", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Κοτέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Α. Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2613/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2011 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27/5/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες υπ' αριθμ. 6656/30-6-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου της 27-3-2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Η τελευταία, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο (εκ της δικασίμου της 13-11-2012 στην οποία είχε αναβληθεί από το πινάκιο εκ της αρχικής δικασίμου της 27-3-2012), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, αφού η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔ και γ' ΚΠολΔ, πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές, ενώ η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρ.226 παρ.4 εδ.β' και γ', 575 του ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της κλητευθείσης ως άνω αναιρεσίβλητης.

Κατά το άρθρο 14 παρ. 5, 6 και 7 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α.Κ., της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 Α.Κ., συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του Α.Κ.

και γ) Των μελών της Διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Η παραπάνω προστασία παρέχεται στην ακόλουθη έκταση:

α) Εάν η οργάνωση έχει ως 200 µέλη, προστατεύονται επτά µέλη της διοίκησης, β) εάν η οργάνωση έχει ως 1000 µέλη, προστατεύονται εννέα µέλη και γ) εάν η οργάνωση έχει περισσότερα από 1000 µέλη προστατεύονται ένδεκα. Τη σειρά των µελών που προστατεύονται ορίζει το καταστατικό. Εάν το καταστατικό δεν προβλέπει, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος, ο Γενικός Γραµµατέας, ο Aναπληρωτής Γενικός Γραµµατέας, ο Ταµίας και οι λοιποί κατά την τάξη εκλογής.

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.

Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της : α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεως του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση σωματείου, γ) ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη.

Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς τη συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του, δηλαδή από εκείνον που έχει οριστεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει οριστεί κατά τους κανόνες της πρόστησης για να το εκπροσωπεί στο τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του.

Εξ άλλου από το άρθρο 14 της Α1β/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 526), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940 και αντικαταστάθηκε µε την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β'), σε συνδυασµό µε τα άρθρο 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η µη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συµβάσεως εκείνων των εργαζοµένων, που υποχρεούνται να κατέχουν τούτο.

Αν όµως µετά την απόκτηση του βιβλιαρίου ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύµβαση και παράγει τα αποτελέσµατά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύµφωνα µε το άρθρο 183 του ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.

Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 661/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της πρώτης των εναγοµένων και ήδη αναιρεσειουσών, της οποίας η επωνυµία µεταγενεστέρως µεταβλήθηκε σε "Α. Π. & Σία Ε.Ε - Πρότυπη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωµένων Νίκαιας", που εδρεύει στη ..., της οποίας ομόρρυθμη εταίρος από 23-12-2005 και εντεύθεν είναι η δεύτερη των εναγομένων, στις 2-7-1999 καταρτίστηκε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάµει της οποίας η ενάγουσα προσελήφθη για να εργαστεί ως νοσηλεύτρια στον οίκο ευγηρίας που διατηρεί η πρώτη εναγοµένη στην άνω διεύθυνση.

Κατά την πρόσληψή της η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν διέθετε βιβλιάριο υγείας, αν και ήταν υπόχρεη προς τούτο, αφού η µονάδα φροντίδας ηλικιωµένων (Μ.Φ.Η.), όπου εργαζόταν, είναι σαφές ότι υπάγεται στις επιχειρήσεις υγειονοµικού ενδιαφέροντος της Α1β/8577 /1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, στις οποίες (επιχειρήσεις) οι παρέχοντες υπηρεσίες στο κοινό υποχρεούνται να κατέχουν βιβλιάριο υγείας, εκτός του ότι κατά το άρθρο 13 της Υ.Α. (Υπ.

Υγείας και Κοιν. Αλληλεγγύης) Π1γ/οικ.81551/2007 (ΦΕΚ Β 1136), που έχει αντικαταστήσει τις όµοιες υπ' αριθµ. Π4Β/οικ. 3176/6.6.1996 (ΦΕΚ Β' 455) και Π4β/οικ. 4690/30.8.1996 (ΦΕΚ Β' 833) Υ.Α., η µονάδα αυτή υποχρεούται να έχει και να διαθέτει, όποτε της ζητηθεί, πιστοποιητικά υγείας για όλο το προσωπικό που απασχολεί. Μεταγενέστερα όµως και δη στις 10 Ιουνίου 2008 η ενάγουσα απέκτησε βιβλιάριο υγείας µε αρ.

µητρ. 3155/08 [το οποίο και είχε προσκοµίσει κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής], οπότε η αρχικά άκυρη σύµβαση εργασίας της επικυρώθηκε και θεωρείται ως εξ αρχής έγκυρη. Η ενάγουσα είχε επιπλέον από του έτους 2003 και την ιδιότητα της συνδικαλίστριας, µάλιστα δε είχε εκλεγεί στις αρχαιρεσίες του πρωτοβάθµιου σωµατείου µε την επωνυµία "Συνδικάτο Ιδιωτικής Υγείας Πειραιά", που έγιναν στις 18-12-2007, µέλος του επταµελούς Διοικητικού του Συµβουλίου και είχε οριστεί ως Αντιπρόεδρος αυτού.

Το σωµατείο αυτό έχει 313 µέλη και εξ αυτών είχαν ψηφίσει τα 160. Την ιδιότητα αυτή της ενάγουσας γνώριζε η νόµιµη εκπρόσωπος της πρώτης εναγοµένης ... . Στις 27-5-2008 επιδόθηκε στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση της πρώτης εναγοµένης, µε την οποία της γνωστοποιούσε ότι η εργασία της παρέχεται µε άκυρη σύµβαση λόγω ελλείψεως βιβλιαρίου υγείας και ότι δεν προτίθεται να της καταβάλει αποζηµίωση απολύσεως.

Τούτο έγινε προφανώς διότι κάποια από τις προηγούµενες ηµέρες είχε διενεργηθεί στη Μ.Φ.Η. έλεγχος από όργανα της Νοµαρχίας Πειραιώς. Η ενάγουσα έσπευσε να αποκτήσει βιβλιάριο υγείας, όπως ελέχθη και προσέφυγε στο Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Νικαίας, όπου η εναγοµένη µε υπόµνηµα άλλαξε στάση και δήλωσε ότι θα καταβάλει τη νόµιµη αποζηµίωση.

Τελικά στις 11-7-2008 της κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής της συµβάσεως και της προσέφερε αποζηµίωση ύψους 7.261,68 € και διάφορα άλλα ποσά, τα οποία εισέπραξε µε επιφύλαξη η ενάγουσα. Σύµφωνα όµως µε την προαναφερόµενη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 η καταγγελία αυτή της συµβάσεως είναι άκυρη, εφόσον η ενάγουσα είχε αυτή την ιδιότητα και δεν συνέτρεχε ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου αυτού ούτε -πολύ περισσότερο- υπήρξε απόφαση της επιτροπής του άρθρου 15 του νόµου αυτού.

Μη αποδεχόµενη δε στη συνέχεια η εναγοµένη την προσφορά υπηρεσίας εκ μέρους της ενάγουσας, περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει µισθούς για το διάστηµα από την ηµεροµηνία απολύσεως (11-7-2008) µέχρι και την ηµεροχρονολογία συζητήσεως της αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο (3-3-2009). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 και 281 ΑΚ γιατί δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, που είχε συνδικαλιστική ιδιότητα γιατί ήταν Αντιπρόεδρος του πρωτοβάθµιου σωµατείου µε την επωνυµία "Συνδικάτο Ιδιωτικής Υγείας Πειραιά", ήταν άκυρη, χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένη συνδικαλιστική δράση αυτής και να αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι στην απόλυσή της προέβησαν οι αναιρεσείοντες από αισθήματα εκδίκησης ή εμπάθειας λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε άκυρη την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982, που αφορά στην προστασία που απολαμβάνουν τα συνδικαλιστικά στελέχη, και όχι της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 4 του ίδιου νόμου, που αφορά στη γενική απαγόρευση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κάθε εργαζομένου για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, καθόσον η αναιρεσίβλητη, κατά τις παραδοχές της απόφασης του Εφετείου, ήταν συνδικαλιστικό στέλεχος (μέλος διοικήσεως Σωματείου και συγκεκριμένα Αντιπρόεδρος αυτού), την ιδιότητά της αυτή γνώριζε η νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, η καταγγελία έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας αυτής (αναιρεσίβλητης) ως συνδικαλιστικού στελέχους και δεν συνέτρεχε ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου αυτού, ούτε υπήρξε απόφαση της επιτροπής του άρθρου 15 του ίδιου νόµου.

Ομοίως, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης λόγω ελλείψεως βιβλιαρίου υγείας, επικυρώθηκε και παράγει αποτελέσματα σα να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΑΚ, αφού μετά την απόκτηση τέτοιου βιβλιαρίου, το οποίο και προσκομίστηκε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, η αναιρεσίβλητη εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία της και η πρώτη αναιρεσείουσα να την αποδέχεται μέχρι την εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 183 ΑΚ και 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982, σε συνδ.

με τις άνω υπουργικές αποφάσεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-5-2011 αίτηση των 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. και Σία ΕΕ - Πρότυπη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων Νίκαιας" και 2) Α. Π. για αναίρεση της 80/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ