1218/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 163/18-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την 28041Μ.Ειδ.171/24-10-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των αναιρεσιβλήτων, την 331ΜΕιδ.27/02-02-2007 αναγωγή του 3ου των αναιρεσιβλήτων, την 3381ΜΕιδ203/21-12-2005 κύρια αγωγή, την 42/10-3-2006 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, την 43/10-3-2006 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:134/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση και των δύο αυτών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-4-2010 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1218/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίασης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ο. Τ., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκών την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Μ. Ο. Χ., 2. Μ. Ο. Χ. του Τ., ο οποίος εκπροσωπείται από τον πρώτο αναιρεσείοντα ως ασκούντα την γονική μέριμνα πατέρα του, 3. Μ. Ο. Χ. του Μ. και 4. Μ. Ο. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Μιχαήλ Χελιδώνη και Σωτήριο Δημάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Μ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA AAE", που ήδη μετονομάσθηκε σε "ERGO AAEZ" και εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Νούσια, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ, 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις, 3. του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 163/18-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την 28041Μ.Ειδ.171/24-10-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των αναιρεσιβλήτων, την 331ΜΕιδ.27/02-02-2007 αναγωγή του 3ου των αναιρεσιβλήτων, την 3381ΜΕιδ203/21-12-2005 κύρια αγωγή, την 42/10-3-2006 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, την 43/10-3-2006 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:134/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση και των δύο αυτών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-4-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεως που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου.
Όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωση του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 1316/2009). Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίασης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 7851Β/2-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ.
Μ. του Τ.. Επίσης, από την υπ' αρ. 8.549Β/13-3-2012 έκθεση επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 126/12-3-2012 βεβαίωσης του αρμοδίου γραμματέως του Αρείου Πάγου, από την οποία προκύπτει ότι η υπόθεση αναβλήθηκε από την δικάσιμο της 7-10-2011 για την παρούσα της 18-5-2012, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον ανωτέρω απολειπόμενο πρώτο εφεσίβλητο.
Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παρούσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του ανωτέρω πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσληφθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΑΠ (Ολ.) 40/1996, ΑΠ 2001/2009). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 134/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, οι, κατά της οποίας, εφέσεις, μετά από εξέταση της ουσίας απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 527/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Θράκης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών με την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων, ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου αφορούν και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διότι άλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 1176/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δέχθηκε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων (ΙΧΕ, δίκυκλο). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο διδάγματα της κοινής πείρας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την συνυπαιτιότητα των οδηγών που δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο και όχι στην ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανυπαρξία, αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογιών επί του κρισίμου ζητήματος της υπαιτιότητας, είναι αόριστος και απορριπτέος γιατί δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο η αντιφατικότητα και η ανεπάρκεια της αιτιολογίας και τι θα έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι πλήρης η αιτιολογία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμού που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως όχι όμως και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών, ούτε τα συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Αν όμως το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα μεν πλην αόριστο και κατά συνέπεια απορριπτέο ως απαράδεκτο αυτοτελή ισχυρισμό (πράγμα), τότε ο λόγος που θεμελιώνεται είναι ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι αυτός από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου. Στην περίπτωση όμως αυτή για να είναι παραδεκτός ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κακώς έλαβε υπόψη του την ένσταση περί συνυπαιτιότητας που προβλήθηκε από τους αντιδίκους των αναιρεσειόντων αν και αυτή είχε προσβληθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο αόριστο. Επομένως, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι προβλήθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες ο περί αοριστίας της εν λόγω ενστάσεως ισχυρισμός.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλήψεως του οδηγού και της συγκρούσεως, από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθ' ευατή υπαιτιότητα στην επέλευση, του ατυχήματος.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 464/2003). Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και της έκταση της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσοστό της.
Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση, όμως, για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 221/2006).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεως της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση, και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ (Ολ.) 26/2004, ΑΠ 517/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για τη τέχνη της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "... Στις 15-7-2005 και περί ώρα 23.00' ο κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος Κ.
Μ. του Τ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του παρεμπιπτόντως εναγομένου-εκκαλούντος-εφεσιβλήτου Κ. Τ. του Ο. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ", κινείτο στο έκτο (6°) χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Ξάνθης-Ιάσμου με κατεύθυνση προς Ίασμο.
Η εν λόγω επαρχιακή οδός στο παραπάνω χιλιομετρικό της σημείο είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,20 μέτρα, ήτοι 4,10 σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας και έρεισμα πλάτους 0,30 μέτρων σε κάθε πλευρά της, φέρει επικάλυψη ασφάλτου και είναι ευθεία με μικρή ανωφερική κλήση.
Το ανώτατο όριο ταχύτητας, στο προαναφερόμενο σημείο της άνω οδού ήταν 90 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν νύκτα, δεν υπήρχε εγκατάσταση τεχνικού φωτισμού, η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω του σκότους, η κατάσταση της άνω οδού ήταν καλή και ξηρή και η κυκλοφορία των οχημάτων μικρή. Κατά τον ίδιο χρόνο στην παραπάνω χιλιομετρική θέση της εν λόγω επαρχιακής οδού κινείτο οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο ο ενάγων- εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος Μ. Ο. Τ. του Χ.. Ειδικότερα, ο τελευταίος κινείτο με την ίδια κατεύθυνση με το παραπάνω με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, δηλαδή από Ξάνθη προς Ίασμο, προπορευόταν του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου και έβαινε μετά το μέσο και προς τα αριστερά του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και συγκεκριμένα σε απόσταση 1,60 μέτριων περίπου από τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή και 2,80 μέτρων περίπου από το άκρο δεξιό του ασφάλτινου τάπητα του ρεύματος αυτού.
Στο ως άνω μοτοποδήλατο επέβαινε ως συνεπιβάτης η σύζυγος του προαναφερομένου οδηγού, Ρ. Ο. Χ. του Σ.. Τόσο ο άνω οδηγός του μοτοποδηλάτου ο οποίος δεν κατείχε την απαιτούμενη κατά το νόμο άδεια ικανότητας οδηγού, όσο και η συνεπιβάτης-σύζυγος αυτού δεν φορούσαν το προβλεπόμενο από το νόμο προστατευτικό κράνος.
Ο οδηγός του άνω αυτοκινήτου κινείτο με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων περίπου την ώρα και ο οδηγός του άνω μοτοποδηλάτου με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων περίπου την ώρα. Ενώ ο οδηγός του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου έβαινε στο προαναφερόμενο χιλιομετρικό σημείο δεν αντελήφθη εγκαίρως την κίνηση του προπορευόμενου ως άνω δικύκλου μοτοποδηλάτου, παρά μόνο όταν τα δύο οχήματα απείχαν ελάχιστα μεταξύ τους περί τα 20 μέτρα περίπου, οπότε προς αποφυγή της συγκρούσεως προέβη σε τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του και σε ελαφρύ αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, πλην όμως λόγω της μικρής απόστασης του από το προπορευόμενο μοτοποδήλατο και της διπλάσιας περίπου ταχύτητας του σε σχέση με αυτό, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση και έτσι επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στην οπίσθια πλευρά του μοτοποδηλάτου, το οποίο εξ αιτίας της ώθησης που δέχτηκε ανετράπη και ακινητοποιήθηκε μέσα -στο ρεύμα πορείας του σε απόσταση 30 μέτρων περίπου από το σημείο συγκρούσεως, αφήνοντας ίχνη χαραγής επί του οδοστρώματος μήκους 17 περίπου μέτρων, ενώ ο μεν οδηγός του μοτοποδηλάτου εκτινάχθηκε και επέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας όπου εκινείτο, σε αρκετή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως, η δε συνεπιβάτης του εκσφενδονίστηκε και επέπεσε με το πίσω μέρος του σώματος της στον εμπρόσθιο υαλοθώρακα του άνω αυτοκινήτου και ακολούθως κατέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας, όπου έβαιναν τα δύο οχήματα και σε αρκετή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως ..." "...
Το ένδικο αυτό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και δη αμέλεια και των δύο οδηγών των παραπάνω οχημάτων και ειδικότερα σε έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να επιδείξουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί με βάση τους νομικούς κανόνες που ισχύουν και εφαρμόζονται στο τομέα αυτό της ανθρώπινης δραστηριότητας (οδήγηση οχήματος), την κοινή λογική και πείρα.
Ειδικότερα, κύριος υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος και κατά ποσοστό 60% είναι ο οδηγός του άνω αυτοκινήτου Κ. Μ. του Τ., ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ειδικότερα την περιορισμένη ορατότητα λόγω σκότους και την έλλειψη τεχνικού φωτισμού, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και ενώ επιπλέον βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που αναμφισβήτητα επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα και συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το προπορευόμενο αυτό μοτοποδήλατο, όπως όφειλε και μπορούσε όπως θα αναφερθεί παρακάτω, παρά μόνο όταν βρισκόταν στην ως άνω πολύ μικρή απόσταση από αυτό και να μην αντιδράσει έτσι έγκαιρα με τροχοπέδηση, ώστε να διακόψει προ αυτού την πορεία του, είτε και με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση πράγμα που και στις δυο περιπτώσεις ήταν εφικτό.
Πιο συγκεκριμένα, ενόψει του ότι τα φώτα πορείας (μεσαία σκάλα) ενός αυτοκινήτου της αυτής χρονολογικής κατασκευής με το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο άνω Κ. Μ. του Τ., έχουν ακτίνα φωτισμού τουλάχιστον 50 μέτρα, ο οδηγός αυτός, εάν ήταν σε κατάσταση νηφαλιότητας και όχι υπό την επίδραση οινοπνεύματος, είχε τη δυνατότητα, τουλάχιστον από την απόσταση αυτή των 50 μέτρων να αντιληφθεί την ομόρροπη έμπροσθεν αυτού κίνηση του μοτοποδηλάτου, οπότε κινούμενος με την ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων την ώρα απαιτείτο συνολική απόσταση προς αποφυγή της σύγκρουσης 53 μέτρων και δη με ακινητοποιημένο κίνδυνο (βλ.
την από 18-10-2006 τεχνική γνωμάτευση του Κ. Λ.) ως εκ τούτου δε, λαμβανομένου υπόψη ότι το μοτοποδήλατο ήταν σε κίνηση και απομακρυνόταν, οπωσδήποτε θα είχε κατορθώσει να διακόψει την πορεία του και να ακινητοποιήσει το όχημα του εντός της απόστασης αυτής, οπότε θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση, ενώ εξάλλου, είχε δυνατότητα με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, όπου υπήρχε ελεύθερο πλάτος οδοστρώματος, εντός του ρεύματος πορείας του 2,80 μέτρων (ήτοι συνολικό πλάτος ασφάλτινου τάπητα: 4,10 ρεύμα πορείας + 0,30 έρεισμα = 4,40 μέτρα - 1,60 μέτρα από τη διπλή διαχωριστική γραμμή που έβαινε το μοτοποδήλατο = 2,80 μέτρα) να αποφύγει επίσης τη σύγκρουση.
Πλην όμως ο άνω οδηγός αντιλήφθηκε την κίνηση του μοτοποδηλάτου και αντέδρασε, όπως προαναφέρθηκε, πολύ καθυστερημένα, γεγονός που καταδεικνύει της έλλειψη νηφαλιότητας εξ αιτίας της επίδρασης του οινοπνεύματος υπό την οποία τελούσε. Έτσι συνετέλεσε, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς και ήταν απότοκο και όλης της προεκτιθέμενης ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού αυτού, η οποία συνιστά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.2 και 42 του ΚΟΚ.
Σημαντικά όμως συνυπαίτιος και κατά ποσοστό 40% στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος είναι και ο οδηγός του άνω μοτοποδηλάτου Μ. Ο. Τ., στο οποίο συνεπέβαινε η θανούσα. Ειδικότερα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "οι δε οδηγοί μοτοποδήλατων υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος", στην προκειμένη περίπτωση ο οδηγός του άνω μοτοποδηλάτου κατά βαρειά παράβαση της άνω διατάξεως, καθώς και αυτής του άρθρου 12 παρ.1 του ΚΟΚ, κινείτο χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όχι στο άκρο δεξιό του ως άνω ρεύματος πορείας του, αλλά απερίσκεπτα και ανεπίτρεπτα μετά το μέσο και προς τα αριστερά του οδοστρώματος και σε απόσταση, όπως προαναφέρθηκε, 1,60 περίπου μέτρων από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του έχοντος αναπτύξει επιτρεπτά διπλάσια περίπου ταχύτητα αυτοκινήτου και με την αμελή αυτή συμπεριφορά του να συντελέσει στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Η προπεριγραφόμενη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου, ενόψει των συγκεκριμένων επικρατουσών συνθηκών και ειδικότερα της περιορισμένης ορατότητας λόγω της νύκτας, της έλλειψης τεχνικού φωτισμού, της μικρής ταχύτητας που λόγω του μικρού κυβισμού του οχήματος του (50 cc) είχε αναπτύξει και της μεγάλης έως 90 χιλιομέτρων την ώρα που ήταν επιτρεπτή για τα λοιπά οχήματα, συνιστά βαρύτατη αμέλεια και παραβίαση κανόνων ασφαλούς οδήγησης, που οπωσδήποτε συνετέλεσε και δη κατά το άνω ποσοστό (40%) στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι αν ο εν λόγω οδηγός του μοτοποδηλάτου κινείτο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ενόψει του μεγάλου πλάτους αυτού (4,10 μέτρα) υπήρχε δυνατότητα το άνω αυτοκίνητο, το πλάτος του οποίου δεν υπερέβαινε το 1,50 μέτρο, να διέλθει ακώλυτα από το εναπομένου ελεύθερο και επαρκές υπόλοιπο του ρεύματος τούτου, χωρίς καθόλου να προκληθεί ατύχημα ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας από την ανωτέρω συμπεριφορά τους στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Επομένως, δεν υπέπεσε τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο δε τελευταίος (έκτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στον προσδιορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας είναι απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί καθορισμού του ποσοστού συνυπαιτιότητας, είναι κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 221/2006).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο αναφερόμενος στο αναιρετήριο πραγματικός ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (ΑΠ 517/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εις ότι αφορά την υπαιτιότητα των οδηγών των ως άνω συγκρουσθέντων οχημάτων είναι, επίσης, αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον το Εφετείο με την ως άνω κρίση του δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τα σκέλη του που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 1 περ.β και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στην πρώτη περίπτωση δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και στη δεύτερη περίπτωση τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγμα" με την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 517/2010).
Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση των ως άνω πλημμελειών, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΑΠ 2061/2007). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 527/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ