Supreme Court dismisses appeal against railway company's liability for train derailment caused by employee negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the railway company's appeal challenging the lower court's finding of liability for a train derailment. The court held that employees failed to inform a passenger of an imminent departure and neglected to secure train doors, creating a causal link to the accident. Consequently, the court ruled that the appellate court correctly applied substantive law and dismissed the procedural arguments regarding omitted facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 19, 8 K.Pol.Dik.; The court of second instance does not commit a substantive law violation if it correctly applies the law and considers all relevant facts, including those that may seem minor but are causally connected to the damage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1218/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δημόσια Επιχείρηση με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΟΣΕ ΑΕ" που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μάνωλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3.Χ3 και 4. Χ4, κατοίκου ..., Οι μεν 1ος, 2ος, και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη, ο δε 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2000 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19561/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2024/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 1-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο (8-2-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο Χ4. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. .
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς διαπίστωση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία. Η υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) και η αιτιώδης συνάφεια είναι αόριστες νομικές έννοιες και ως εκ τούτου η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη αυτών υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα ειδικότερα της αιτιώδους συνάφειας ελέγχει αν οι πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 14 Φεβρουαρίου 2000 η 605 αμαξοστοιχία ήταν σταθμευμένη στην τρίτη γραμμή της αποβάθρας του σιδηροδρομικού σταθμού ....
Επρόκειτο να εκτελέσει το δρομολόγιο ..., με ώρα αναχώρησης την 22.25'. Σταθμάρχης κίνησης του σιδηροδρομικού σταθμού ... ήταν ο Α4 και συνοδοί της αμαξοστοιχίας οι Α1, Α2 και Α3, υπάλληλοι του ΟΣΕ. Προϊστάμενος της αμαξοστοιχίας ήταν ο εναγόμενος .... Κατά τον ίδιο χρόνο, στην αποβάθρα της τρίτης γραμμής του σιδηροδρομικού σταθμού ευρίσκοντο η Μ, ο ενάγων σύζυγός της Χ1 και ο τρίτος Π.
Συνόδευαν τον Χ2, υιό των δύο πρώτων, ο οποίος επρόκειτο να ταξιδεύσει και να μεταβεί στη στρατιωτική του μονάδα. Ο Χ2 επιβιβάσθηκε μαζί με άλλους στρατιώτες για να καταλάβει τη θέση του στο τέταρτο βαγόνι της αμαξοστοιχίας. Τον ακολούθησαν και επιβιβάσθηκαν προσωρινά στην ίδια επιβατάμαξα μαζί με άλλους τρίτους, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη σχετικού ελέγχου από τους αρμόδιους υπαλλήλους και οι γονείς του, καθώς και ο Π, προκειμένου να τον βοηθήσουν στην μεταφορά των αποσκευών του και στον εντοπισμό της θέσεως του μέσα στην επιβατάμαξα.
Ο σταθμάρχης κίνησης Α4 και σι συνοδοί της αμαξοστοιχίας, οι οποίοι προστήθηκαν από τον εναγόμενο ΟΣΕ (ήδη αναιρεσείοντα) στην εκτέλεση της υπηρεσίας τους, παρά τις αντίθετες διατάξεις του άρθρου 18 του Κανονισμού των δια Σίδηροδρόμων Μεταφορών-ΑΥΣ Αριθμ. Α/20998/3079/της 4/30 Σεπτεμβρίου 1968, από αμέλεια, ενώ όφειλαν και μπορούσαν, δεν προέβησαν σε έλεγχο των εισερχομένων στα βαγόνια των ταξιδιωτών, ώστε ν' αποτρέψουν την επιβίβαση στις επιβατάμαξες ατόμων που δεν ταξίδευαν.
Έτσι, λόγω της ελλείψεως ελέγχου, επιβιβάσθηκαν προσωρινά στο τέταρτο βαγόνι, εκτός των άλλων, η θανούσα Μ, ο Χ1 και Π οι οποίοι δεν κατείχαν εισιτήρια και απλώς συνόδευαν τον ταξιδιώτη Χ2. Τα πρόσωπα αυτά, όντας απασχολημένα με τη φροντίδα να τακτοποιήσουν σε θέση καθήμενου τον Χ2 και τις αποσκευές του, παρέμειναν μέσα στην επιβατάμαξα μέχρι την ώρα της εκκίνησής της, για την πραγματοποίηση του δρομολογίου.
Προηγουμένως, πριν την εκκίνηση, οι συνοδοί της αμαξοστοιχίας δεν ενημέρωσαν τους επιβιβασθέντες, που στερούνταν εισιτηρίων, για την επικείμενη αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, ώστε αυτοί να αποβιβασθούν από το βαγόνι εγκαίρως πριν την αναχώρησή της. Αλλά ούτε και ο σταθμάρχης κίνησης του σιδηροδρομικού σταθμού προανήγγειλε από τα μεγάφωνα την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, προκειμένου να κατέβουν οι ευρισκόμενοι εντός αυτής που δεν ταξίδευαν και, παρά τις απαγορεύσεις, είχαν εισέλθει στους χώρους των επιβατών.
Ακόμη, οι συνοδοί, δεν ασφάλισαν πριν την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας τις θύρες των βαγονιών, ώστε να αποτρέψουν την άνοδο ή την κάθοδο επιβατών κατά την πορεία. Έτσι, παρά την ύπαρξη τρίτων προσώπων που δεν ταξίδευαν μέσα στα βαγόνια, την έλλειψη προαναγγελίας της αναχωρήσεως και των ανοικτών ανασφάλιστων θυρών, ο σταθμάρχης κίνησης έδωσε σήμα στον προϊστάμενο της αμαξοστοιχίας και τους μηχανοδηγούς της να ξεκινήσουν την κινητήρια μηχανή για την πραγματοποίηση του δρομολογίου.
Με το σήμα του σταθμάρχη κινήσεως, η αμαξοστοιχία ξεκίνησε την προγραμματισμένη 22.25" ώρα, μολονότι οι εντός αυτής μη ταξιδεύοντες τρίτοι δεν είχαν κατέλθει. Οι τελευταίοι, θορυβηθέντες από την εκκίνηση και το ενδεχόμενο της ακούσιας παραμονής τους στα βαγόνια μέχρι τον επόμενο σταθμό, προσέτρεξαν προς τις ανοικτές και ανασφάλιστες θύρες και κατέρχονταν αντικανονικά από αυτές εν πορεία στην αποβάθρα του σταθμού.
Πρώτος κατήλθε εν κινήσει ο ενάγων Χ1. Η θανούσα Μ, παρά το προηγηθέν σήμα αναχωρήσεως της αμαξοστοιχίας και την υποχρέωσή της, μετά απ' αυτό, να παραμείνει στο βαγόνι και να κατέλθει στον επόμενο προβλεπόμενο σταθμό του δρομολογίου, επιχείρησε και αυτή αντικανονικά να κατέλθει στην αποβάθρα από την ανασφάλιστη θύρα, κατά την πορεία της αμαξοστοιχίας, όπως έπραξαν και οι προηγούμενοι επισκέπτες.
Όμως, κατά την κάθοδο που πραγματοποίησε απώλεσε την ισορροπία της επί του κρηπιδώματος και έπεσε στο κενό που υπάρχει μεταξύ του κρηπιδώματος και των σιδηροδρομικών γραμμών. Ακολούθως παρασύρθηκε από το βαγόνι της αμαξοστοιχίας σε απόσταση μήκους περίπου οκτώ μέτρων. Κατά την παράσυρση τραυματίσθηκε, υπέστη κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης αιτίας, επήλθε ο θάνατος της.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, συνεχίζει το Εφετείο, η παράσυρση της Μ και ο τραυματισμός της, οφείλονται σε υπαιτιότητα της ιδίας και των προστηθέντων παραπάνω υπαλλήλων του εναγόμενου Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος. Το ποσοστό της ευθύνης του καθενός, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που αφορά τις παραπάνω περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, πρέπει να καθορισθεί σε 30% όσον αφορά την παθούσα Μ και σε ποσοστό 70% όσον αφορά τον προστήσαντα Ο.Σ.Ε, διότι σε πταίσμα αμφοτέρων οφείλεται το ατύχημα και κυρίως σε εκείνο των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου.
Ειδικότερα, οι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος, δηλαδή οι συνοδοί της αμαξοστοιχία και ο σταθμάρχης κινήσεως του σιδηροδρομικού σταθμού, δεν κατέβαλαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους την απαιτούμενη επιμέλεια και την προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν να καταβάλει ο καθένας.
Εξαιτίας του ότι ασκούσαν τα καθήκοντα τους χωρίς επιμέλεια, δεν πρόβλεψαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα του τραυματισμού από την ανορθόδοξη κάθοδο επιβατών εν πορεία, την επέλευση του οποίου όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν και να τον αποφύγουν, δεδομένου ότι στα βαγόνια υπήρχαν άτομα που απλώς συνόδευαν τους ταξιδιώτες, χωρίς να κατέχουν εισιτήριο και τα οποία προφανώς θα ήθελαν να κατέβουν, για να αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους στην κινούμενη αμαξοστοιχία, επιχειρώντας αντικανονική κάθοδο.
Ειδικότερα, ενώ ήσαν υποχρεωμένοι από τον παραπάνω Κανονισμό και μπορούσαν να το πράξουν, οι συνοδοί της αμαξοστοιχίας δεν προέβησαν σε έλεγχο των εισερχομένων στα βαγόνια των ταξιδιωτών, ώστε ν' αποτρέψουν την επιβίβαση στις επιβατάμαξες ατόμων που δεν ταξίδευαν. Ακόμη, πριν την εκκίνηση του δρομολογίου, οι συνοδοί της αμαξοστοιχίας δεν ενημέρωσαν τους επιβιβασθέντες, που στερούνταν εισιτηρίων, για την επικείμενη αναχώρηση της αμαξοστοιχίας ώστε αυτοί να αποβιβασθούν από το βαγόνι εγκαίρως πριν την αναχώρηση της.
Τέλος, οι συνοδοί δεν ασφάλισαν πριν την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας τις θύρες επιβιβάσεως και αποβιβάσεως, ώστε ν' αποτρέψουν την άνοδο ή την κάθοδο επιβατών κατά την πορεία. Αλλά και ο σταθμάρχης κίνησης του σιδηροδρομικού σταθμού δεν προανήγγειλε από τα μεγάφωνα την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, προκειμένου να ενημερωθούν και να κατέβουν οι ευρισκόμενοι εντός αυτής που δεν ταξίδευαν και, παρά τις απαγορεύσεις, είχαν εισέλθει στους χώρους των επιβατών.
Ακολούθως, ο σταθμάρχης κίνησης, από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής, δεν αντιλήφθηκε τις δυσμενείς αυτές περιστάσεις που απέκλειαν την έναρξη πορείας και θεώρησε εσφαλμένα πως δεν συνέτρεχε οιαδήποτε περίπτωση ελλείψεως ετοιμότητας για την αναχώρηση και έδωσε σήμα στον προϊστάμενο της αμαξοστοιχίας και τους μηχανοδηγούς της για την εκκίνηση του δρομολογίου.
Αλλά και η θανούσα δεν επέδειξε την προσήκουσα, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός επιβάτης αμαξοστοιχίας. Συγκεκριμένα, επιβιβάσθηκε στην επιβατάμαξα αντικανονικά, αν και δεν κατείχε εισιτήριο. Ακολούθως, παρά το προηγηθέν σήμα αναχωρήσεως της αμαξοστοιχίας και την υποχρέωση της, μετά απ' αυτό, να παραμείνει στο βαγόνι και να αποβιβασθεί στον επόμενο προβλεπόμενο σταθμό του δρομολογίου, δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της αυτή.
Δίχως να λάβει υπόψη της τις επικρατούσες δυσμενείς συνθήκες και ιδιαίτερα την κίνηση της αμαξοστοιχίας, επιχείρησε αντικανονικά να κατέλθει στην αποβάθρα από την ανασφάλιστη θύρα της επιβατάμαξας, κατά την πορεία της αμαξοστοιχίας, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της στο σκαλοπάτι, να πέσει στο έδαφος και ακολούθως στο κενό που υπάρχει μεταξύ του κρηπιδώματος και των σιδηροδρομικών γραμμών και να τραυματισθεί θανάσιμα.
Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος ΟΣΕ κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, συγγενών της θανούσας και επιδικάσθηκαν σ' αυτούς ως ψυχική οδύνη και αποζημίωση τα αναφερόμενα και στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, καμία από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελαττώματος της αιτιολογίας, αφού διέλαβε σ'αυτή, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, από την νοηματική απόδοση της άνω αιτιολογίας, σχετικά με την κατάφαση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οργανισμού, συνάγεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος συνίσταται, πλην άλλων, στο ότι τόσο οι συνοδοί της αμαξοστοιχίας όσο και ο σταθμάρχης κίνησης, παρέλειψαν οι μεν πρώτοι να ενημερώσουν τους επιβιβασθέντες για την επικείμενη αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, ο δε δεύτερος να αναγγείλει αυτήν από τα μεγάφωνα του σταθμού, προκειμένου να κατέλθουν οι εντός αυτής ευρισκόμενοι που δεν ταξίδευαν και είχαν εισέλθει παρανόμως.
Τα ανωτέρω περιστατικά, τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, αφού η τελευταία θα μπορούσε να ενημερωθεί εγκαίρως για την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας και να μην αιφνιδιασθεί, ώστε να επιχειρήσει την αντικανονική κίνησή της, αρκούν δε, έστω και μόνον αυτά, για την κατάφαση της συνυπαιτιότητας των άνω υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και εντεύθεν για την ουσιαστική αποδοχή της αγωγής κατά το μέτρο που θεμελιώνεται ευθύνη του τελευταίου.
Εξάλλου και οι λοιπές παραλείψεις των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου θεμελιώνουν την ευθύνη του, δηλαδή η μη απαγόρευση εισόδου στα βαγόνια της αμαξοστοιχίας των μη ταξιδευόντων και η μη ασφάλιση των θυρών αυτών, και αν γίνει δεκτό ότι δεν επιβάλλοντο από τον Κανονισμό ΚΑΜΕΣ του αναιρεσείοντος, επιβάλλοντο όμως σε κάθε περίπτωση από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, τελούν δε, τουλάχιστον η δεύτερη εξ αυτών σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις απορρέουσες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό που πρόβαλε πρωτοβαθμίως και επανέφερε με λόγο εφέσεως, ότι δηλαδή "οι θύρες των βαγονιών της αμαξοστοιχίας ανοίγουν με χειροκίνητη ώθηση και δεν ασφαλίζουν αυτόματα".
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι ο άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος προς άρση της κατά την αγωγή υπαιτιότητάς του, σε κάθε περίπτωση δε, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές του, τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε δεχθέν το αντίθετο.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της δημόσιας επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος - ΟΣΕ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2024/2008 αποφάσεως του Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ