Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the appellate court failed to consider specific documents regarding property division and land subdivision. The court ruled that the appellate judgment explicitly stated it had taken these documents into account and evaluated them as part of its overall reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 335-340 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a court of appeal failed to consider submitted evidence is inadmissible if the judgment clearly demonstrates that such evidence was duly examined and weighed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ψ, το γένος Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8 και 9. Χ9. Οι 4ος, 5ος, 7ος, 8ος και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Νάκο. Οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10526/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 4305/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 17-12-2003 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις εκθέσεις επιδόσεως, α) 6639 και 6640/1.9.2008 β)5900 και 5901/17.12.2007 και γ) 5908 και 5909/18.12.2007, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 15-11-2000 αίτησης αναίρεσης, με την από 24.5.2007 κλήση της, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα αφ' ενός της αίτησης αναίρεσης και αφ' ετέρου της ανωτέρω κλήσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε η αρχικώς ορισθείσα 20-2-2008 και μετ' αναβολή η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους Χ1, Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, ως μόνους εγγυτέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού διαδίκου (εναγομένου).
Ζ, ο οποίος απεβίωσε στις 23-7-2000 (6639/2008, 5900/2007 και 5908/2007 εκθέσεις επιδόσεως, όσον αφορά την επίδοση της αναίρεσης και 6640/2008, 5901/2007 κα 5908/2007 εκθέσεις επιδόσεως, όσον αφορά την επίδοση της ανωτέρω κλήσης, σ' αυτούς, αντίστοιχα). Εξάλλου, από την έκθεση επιδόσεως 1731β'/30.10.2007 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω, ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα-καλούσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης και της ανωτέρω κλήσης με τη συνημμένη σ' αυτή ως άνω πράξη, επιδόθηκαν στον έκτο αναιρεσίβλητο, Χ6.
Όμως, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο (28.1.2009), κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.2 εδαφ.
α' και γ' του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όχι μόνο όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, όταν δηλαδή δεν περιλαμβάνει αποδεικτικό πόρισμα, αλλά και όταν από το αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε και έτσι από τις παραδοχές της απόφασης γεγνώνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αγωγής της ισχυρίσθηκε ότι με βάσει το υπ' αριθμ. 3869/1965 προικοσύμφωνο του συμβ/φου Αθηνών Χρήστου Τσίγμα ο πατέρας της Χ1 συνέστησε προίκα υπέρ αυτής επί δυο διαμερισμάτων που απαρτίζουν τον δεύτερο όροφο της περιγραφομένης στην αγωγή πολυκατοικίας, καθώς και επί του δικαιώματος υψούν πάνω από τον τρίτο όροφο αυτής, η οποία έχει κτισθεί επί οικοπέδου 175 τ.μ.
που αποτελούσε τμήμα μείζονος οικοπέδου 767 τ.μ. ανήκοντος στον προικοδότη, με το ίδιο δε προικοσυμβόλαιο ορίσθηκαν τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου που αντιστοιχούν στα προικώα διαμερίσματα σε 10/00 και 12/00 και για το δικαίωμα υψούν σε 15/00. Και ότι ακολούθως ο ίδιος δικαιοπάροχος με την από 23-5-1966 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του την μεν ενάγουσα θυγατέρα του στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου και στον πρώτο όροφο της ιδίας πολυκατοικίας, χωρίς να ορίσει ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, τον δε πρώτο εναγόμενο υιό του (Ζ) στην ψιλή κυριότητα του συνεχομένου οικοπέδου εκτάσεως 532 τ.μ.
μετά του επ' αυτού κτίσματος (εργοστασίου), την επικαρπία του οποίου κατέλιπε στη σύζυγό του (κληρονομουμένου), η οποία ήδη έχει αποβιώσει. Ζήτησε ακολούθως η ενάγουσα α) να αναγνωρισθεί ότι τα οριζόμενα με το ως άνω προικοσυμβόλαιο ποσοστά συνιδιοκτησίας της εκτείνονται σε ολόκληρο το μείζον οικόπεδο των 767 τ.μ.
και όχι μόνο στο τμήμα των 175 τ.μ. επί του οποίου ανεγέρθηκε η πολυκατοικία και β) να καθορισθούν τα ποσοστά συνιδιοκτησίας της επί του ιδίου ως άνω μείζονος οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που κατελείφθησαν σ' αυτήν με την προαναφερομένη διαθήκη. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η ανωτέρω αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δέχθηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ότι κατά τη θέληση του δικαιοπαρόχου της εναγούσης (ως προικοδότη και κληρονομουμένου), το οικοπεδικό τμήμα των 175 τ.μ.
με την επ' αυτού πολυκατοικία αποτελεί αυτοτελή ιδιοκτησία ανεξάρτητη από την υπόλοιπη έκταση του αρχικού μείζονος οικοπέδου και τα οριζόμενα στο προικοσυμβόλαιο ποσοστά συνιδιοκτησίας των προικώων οριζοντίων ιδιοκτησιών της εναγούσης αναφέρονται στο οικοπεδικό τούτο τμήμα και δεν εκτείνονται στο συνεχόμενο υπόλοιπο, συνεπώς το ίδιο ισχύει και για τα καθορισθησόμενα ποσοστά των οριζοντίων ιδιοκτησιών που κατελείφθησαν σ' αυτήν με τη διαθήκη.
Ήδη η ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς της από το άρθρο 559 εδ. 19 ΚΠολΔ αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, α) αφού δέχεται κατάτμηση του μείζονος οικοπέδου στο τμήμα των 175 τ.μ. μετά της επ' αυτού πολυκατοικίας και στο συνεχόμενο υπόλοιπο εκτάσεως 532, 50 τ.μ.
χωρίς όμως το άθροισμά τους να εξαντλεί όλη την επιφάνεια του αρχικού μείζονος οικοπέδου 767 τ.μ. και β) με την κατάτμηση αυτή δημιουργείται μη άρτιο οικόπεδο 175 τ.μ. και συνεπώς η κατάτμηση αυτή είναι άκυρη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "ζητήματα" με την προαναφερομένη έννοια, αλλ' απλά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά της για καθορισμό των ποσοστών συνιδιοκτησίας της επί του μείζονος οικοπέδου, τα οποία αναλογούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ' αυτήν με τη διαθήκη του πατέρα της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο απάντησε, όπως προαναφέρθηκε, στο αίτημά της, ότι τα ποσοστά συνιδιοκτησίας των οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, που βρίσκονται και τα κληρονομιαία διαμερίσματα, αναλογούν στο οικοπεδικό τμήμα των 175 μ2, επί του οποίου έχει κτισθεί και όχι στη μείζονα έκταση των 767 μ2 του αρχικού οικοπέδου και απέρριψε το αίτημά της αυτό, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, τα εξής έγγραφα, ήτοι το 24435/1964 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Παϊδάκη και τις 132/1939, 1483/1939 και 14505/1960 οικοδομικές άδειες της πολεοδομίας, από τα οποία προκύπτει ότι δεν κατατμήθηκε η μείζων έκταση των 767μ2.
Όμως, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του, πως στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι δεν κατατμήθηκε η έκτακτη αυτή, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα πιο πάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τετάρτου, πέμπτου, εβδόμου, ογδόου και ενάτης αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2000 αίτηση της Ψ, το γένος Χ1, για αναίρεση της 4305/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων Χ4, Χ7, Χ5, Χ8 και Χ9, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ