Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive claim for damages due to lack of love and affection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling that the appellants failed to appear in court without submitting a formal declaration of non-appearance. Substantively, the court rejected the claim for monetary compensation for mental anguish, stating that the existence of love and affection between the deceased and the claimants was a matter of free judicial evaluation not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the insurance company that appeared.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346, 559, 576, 932 of the Code of Civil Procedure and Article 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews procedural non-appearance but does not control the free evaluation of facts regarding the existence of love and affection required for damages under Article 932 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1218 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1218/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......, 2) ....., 3) ....., απάντων κατοίκων ....και ήδη ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "METROLIFE Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας η επωνυμία τροποποιήθηκε τελικώς σε "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 20/7/2002 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/7/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ....και ..... εκθέσεις επιδόσεων της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων ...... αποδεικνύεται ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-9-2007, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους .....και ..... Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, στις διαφορές που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφασή του, τα δε διάφορα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα δεν έχουν διαφορετική αποδεικτική δύναμη, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα (άρθρα 681Α, 670 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ) και, επομένως, στη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 και 13 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τα εδάφια 11γ, 8 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τις διατάξεις αυτές πλημμέλειες, γιατί: α) δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για να αποδείξουν το στενό ψυχικό δεσμό μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος πατέρα τους ......
και, ειδικότερα, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους Μ1 β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του και, συγκεκριμένα, στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα οποία έχει καταχωρισθεί η κατάθεση του ως άνω μαρτυρα Μ1.
Ο πρώτος από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη "........ τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασής του, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στην ποινική διαδικασία (δεν λαμβάνονται υπόψη οι με αριθ. 2540 και 2541/10.10.2003 ένορκες βεβαιώσεις, διότι προέρχονται από διαδίκους και όχι από τρίτα πρόσωπα) .........".
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ειδικά ότι δεν έλαβε υπόψη μόνο τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως περί μη επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στους αναιρεσείοντες εξαιτίας της ανυπαρξίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος πατέρα τους, αισθημάτων αγάπης και στοργής, που να δικαιολογούν ότι αυτοί υπέστησαν ψυχική οδύνη, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ1.
Οι άλλοι δύο λόγοι αναιρέσεως (τρίτος και τέταρτος), οι οποίοι έχουν το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και οι μαρτυρικές καταθέσεις, δεν συνιστούν "πράγμα", με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο δε αναιρετικός λόγος του ως άνω άρθρου αριθ. 12 δεν ιδρύεται στις υποθέσεις, όπως η προκειμένη, που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ όπως δεν ιδρύεται ούτε εκείνος του αριθ. 13 του ίδιου άρθρου.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς διότι νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει κατά τρόπο δεσμευτικό τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, κρίνεται αναγκαστικά από τις επιδράσεις των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά τη σαφή, όμως, έννοια της ανωτέρω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, όπως είναι τα τέκνα αυτού, αδιαφόρως αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά. Η επιδίκαση, όμως, της ως άνω χρηματικής ικανοποίησης, στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.
ΑΠ 21/2000). Έτσι, η επιδίκαση ή μη χρηματικής ικανοποίησης και ο προσδιορισμός του ποσού αυτής, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στο Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή τους για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι του άρθρου 932 ΑΚ, γιατί έκρινε ότι, λόγω ανυπαρξίας αισθημάτων αγάπης και στοργής μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος πατέρα τους, αυτοί, παρότι περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, δεν υπέστησαν ψυχική οδύνη και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2006 αίτηση των ...... κλπ για αναίρεση της 459/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ