Legislator Case Law & Legislation
1218/2007 AI generated

1218/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1218/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1218/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): άρθρο 1007§1 σε συνδυασμό με 975 ΚΠολΔ)" Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (91/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου), η οποία είχε δεχθεί τα ίδια και είχε μεταρρυθμίσει το προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως ως προς την προνομιακή κατάταξη της αναιρεσείουσας στο ποσό των 1.448.264 δρχ.

Keywords

AI generated
effective currency clause cost of borrowing euro short term rate cancellation of securities negotiable instrument withdrawal following settlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1218 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1218/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που είχε έδρα την Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σπηλιόπουλο. Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 785/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1289 του ΑΚ, αν το κεφάλαιο της απαίτησης, που ασφαλίζεται με υποθήκη, γράφτηκε ως τοκοφόρο, η υποθήκη, σε οποιουδήποτε τη κυριότητα και αν βρίσκεται το ακίνητο, ασφαλίζει κατά την ίδια τάξη εγγραφής τους καθυστερούμενους τόκους ενός έτους πριν από την κατάσχεση από οποιονδήποτε και αν ενεργήθηκε αυτή, καθώς και τους τόκους μετά την κατάσχεση ως τη πληρωμή του χρέους ή ωσότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας κατάταξης.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 1269 του ίδιου Κώδικα, η εγγραφή της υποθήκης γίνεται πάντοτε για ορισμένη χρηματική ποσότητα και, αν στο τίτλο δεν περιέχεται ορισμένη χρηματική ποσότητα, αυτός που ζητεί την εγγραφή πρέπει να την ορίσει κατά προσέγγιση, κατά δε το άρθρο 1262 παρ. 7 του αυτού πάντα Κώδικα, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει από το νόμο τίτλο για απόκτηση υποθήκης στο ενυπόθηκο ακίνητο για τους καθυστερούμενους τόκους της απαίτησης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι: 1) για την κάλυψη κατά την τάξη και τη σειρά της υποθήκης των τόκων του περιορισμένου χρονικού διαστήματος του προαναφερθέντος άρθρου 1289 ΑΚ πρέπει η απαίτηση να έχει εγγραφεί στο βιβλίο Υποθηκών ως τοκοφόρος, χωρίς να απαιτείται για την τήρηση της αρχής της δημοσιότητας να καθορίζεται από το νόμο και 2) αν η υποθήκη γράφτηκε για ποσό μεγαλύτερο του κεφαλαίου της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, ώστε να καλύπτονται και τόκοι αυτής, οι τόκοι δε του ανωτέρου χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, προστιθέμενοι στο κεφάλαιο, υπερβαίνουν, μαζί με αυτό, τη χρηματική ποσότητα, για την οποία έχει εγγραφεί η υποθήκη, δεν ασφαλίζονται με τη υποθήκη κατά το ποσό αυτών που υπερβαίνει το υποθηκικό όριο και συνεπώς δεν απολαμβάνουν κατά τούτο του ειδικού προνομίου κατατάξεως κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, που προβλέπεται από το άρθρο 1007 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 976 αρ.2 του ΚΠολΔ.

Μόνο δε στην περίπτωση κατά την οποία, σε αρμονία με τη σύμβαση, η υποθήκη εγγράφεται για ορισμένο χρηματικό ποσό, που καλύπτει το κεφάλαιο και λοιπά συναφή κονδύλια, ταυτοχρόνως, όμως, και πέραν του ποσού αυτού, εγγράφεται τούτο και ως τοκοφόρο για εξασφάλιση των τόκων στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 1289 ΑΚ, η υποθήκη ασφαλίζει όλους τους τόκους του προβλεπομένου στη διάταξη αυτή χρονικού διαστήματος. Και τούτο, διότι στη περίπτωση αυτή η ασφάλιση των τόκων έχει ρητά συμφωνηθεί και εγγραφεί πέραν και επιπλέον της ορισμένης χρηματικής ποσότητας, για την οποίαν εγεγράφεται η υποθήκη.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 36/1988). Στην περίπτωση, που εδώ ερευνάται, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής περιστατικά: "Με επίσπευση της αναιρεσίβλητης εφεσίβλητης Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία είχε κατά της οφειλέτριάς της .....

απαίτηση ποσού 12.303.752 δραχμών και για την οποία διέθετε εκτελεστό τίτλο (υπ' αρ. 193/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου), επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση και στη συνέχεια πλειστηριασμός στον ισόγειο όροφο μιας διώροφης οικοδομής της οφειλέτριας, επί οικοπέδου 388,66 τ.μ, που βρίσκεται στον οικισμό της πρώην Κοινότητας ..... (βλ.

έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, υπ' αρ. 8912/4-11-1998, του συμβολαιογράφου Ζαγοράς Αλ. Αγγελίνη). Επειδή το πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε, ύψους 7.501.000 δραχμών, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε ο υπ' αρ. 8955/1998 πίνακας κατάταξης του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, στον οποίο κατατάχθηκε, μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης από 852.736 δραχμές, για ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος, η αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Η τελευταία αναγγέλθηκε με την από 13-11-1998 αναγγελία της, για απαίτηση της αρχικής δανείστριας Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε (η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την εκκαλούσα), προερχόμενη από δάνειο 5.200.000 δραχμών και ακόμη για τα ποσά: α) υπόλοιπο κεφαλαίου 4.387.908, β) χρεώλυτρα μέχρι της 4-11-98 777.471 δρχ., γ) δικαστικά έξοδα 31.394δρχ., δ) ταχυδρομικά έξοδα 1.774 δρχ., ε) έξοδα πυρασφάλειας 59.642, στ) ΕΦΤΕ 570.535 δρχ., ζ) τόκους κεφαλαίου 5.765.640 δρχ.

και η) τόκους υπερημερίας 7.725.362 δρχ. Για απαίτηση της αναιρεσείουσας είχε εγγραφεί πρώτη υποθήκη στο ακίνητο που πλειστηριάσθηκε, δυνάμει του υπ' αρ. 2125/1991 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Α. Αγγελίνη. Στο άρθρο 7 του εν λόγω συμβολαίου αναγράφονται τα εξής: "Σε ασφάλεια της δανείστριας για τις κατά του οφειλέτη απαιτήσεις της, που προέρχονται από το προκείμενο δάνειο, δηλαδή από το κεφάλαιο, τους τόκους, τους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού, τα έξοδα, τα έξοδα πυρασφάλειας και σεισμασφαλίσεως του ενυπόθηκου, τα οφειλόμενα (μη αποδοθέντα από τον οφειλέτη) ασφάλιστρα της κατά το άρθρο 9ο του παρόντος ασφαλίσεώς του, με τους τόκους υπερημερίας τους και τις λοιπές επιβαρύνσεις, τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών και κάθε άλλο τέλος, εισφορά, φόρο επί του δανείου και της εξυπηρετήσεώς του, τα δικαστικά έξοδα και τα έξοδα εκτελέσεως γενικά καθώς και κάθε άλλου οποιασδήποτε φύσεως εξόδου, που απορρέει από το ανωτέρω δάνειο με τους τόκους και τους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού αυτών μέχρι (το) τελείας εξαλείψεως...παραχωρεί στην αποδεχόμενη δανείστρια το δικαίωμα να εγγράψει χωρίς κοινοποίηση της μιας περιλήψεως, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγοράς πρώτη υποθήκη για το ποσό των 5.200.000 δραχμών, στο παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο με τη ρητή συμφωνία ότι "η υποθήκη που θα εγγραφεί θα ασφαλίζει με την ίδια τάξη εγγραφής εκτός του ανωτέρω ποσού και τους προβλεπόμενος από το άρθρο 1289 του ΑΚ τόκους του δανείου".

Από το περιεχόμενο της συμβολαιογραφικής αυτής δήλωσης της κυρίας του πλειστηριασθέντος ακινήτου ...... , για παραχώρηση υποθήκης προς εξασφάλιση της οφειλής της προκύπτει, ότι το χρηματικό ποσό, για το οποίο είχε εγγραφεί η υποθήκη ανέρχεται σε 5.200.000 δρχ. και μέχρι αυτό το ποσό ασφαλίζεται τόσο το κεφάλαιο, όσο και οι τόκοι του και οι άλλες συναφείς απαιτήσεις που μνημονεύονται στην εν λόγω δήλωση.

Κατά το υπερβάλλον η απαίτηση της εκκαλούσας είτε αφορά υπόλοιπο κεφαλαίου, είτε τόκους, δεν καλύπτεται με τη υποθήκη, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά στη αρχή της παρούσας σκέψης και εσφαλμένως με τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης κατατάχθηκε προνομιακώς η εκκαλούσα για το πέραν των 5.200.000 δραχμών ποσό της απαίτησής της, δηλαδή για 1.448.264 δραχμές (7.501.000 το πλειστηρίασμα- 852.736 δρχ.

τα έξοδα πλειστηριασμού= 6.648.264- 5.200.000=1.448.264). Στη διαδικασία της κατάταξης αναγγέλθηκε, επίσης, και η εφεσίβλητη Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος για απαίτησή της ποσού 12.303.252 δραχμών (βλ. υπ' αρ.193/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου), από την οποία ποσό 5.000.000 δραχμών ήταν ασφαλισμένο με δεύτερη προσημείωση Υποθήκης, γραμμένη με την υπ' αρ. 512/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου στον Τόμο 45 και αρ. 141 των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγοράς).

Η προσημείωση αυτή τράπηκε ήδη σε Υποθήκη μετά την έκδοση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής. Ενόψει τούτου, για το υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος, που απέμεινε μετά την ικανοποίηση της ενυπόθηκης απαίτησης της εκκαλούσας, μέχρι το καλυπτόμενο από τον υποθηκικό δικαίωμά της ποσό, ήτοι για 1.448.264 δρχ, έπρεπε να καταταγεί η αναιρεσίβλητη (βλ.

άρθρο 1007§1 σε συνδυασμό με 975 ΚΠολΔ)" Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (91/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου), η οποία είχε δεχθεί τα ίδια και είχε μεταρρυθμίσει το προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως ως προς την προνομιακή κατάταξη της αναιρεσείουσας στο ποσό των 1.448.264 δρχ.

και, αποβάλλοντας αυτήν, κατέταξε στο εν λόγω ποσόν την αναιρεσίβλητη. Κρίνοντας, έτσι, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1289 και 1269 ΑΚ, καθότι η υποθήκη της αναιρεσείουσας εγγράφηκε όχι μόνον προς εξασφάλιση του κεφαλαίου, αλλά και των τόκων του περιορισμένου χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στο προαναφερθέν 2125/1991 δανειστικό συμβόλαιο επί μέρους συμβατικούς όρους.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, με αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωκαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 380 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν.2172/1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 785/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ