Supreme Court allows appeal against labor dismissal, ruling termination invalid due to lack of serious reason.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision dismissing an employee. The employee argued that the employer failed to prove a 'serious reason' for terminating her contract within the statutory protection period following the birth of her third child. The court found that the employer's claim of a serious reason was unsupported and that the termination violated Article 15 of Law 1483/1984.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15(1) of Law 1483/1984; Article 26(1) of Presidential Decree 246/2006: The termination of an employment contract during the protection period following the birth of a third child is invalid unless the employer proves a serious reason exists, which must be substantiated by evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1217 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1217/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας:
Ε. Π. του Β., κατοίκου Λάρισας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης – καθ’ ής η κλήση:
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε.» που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23.01.2011 και από 23.05.2012 αγωγές και την από 23.05.2012 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13.07.2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1077/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο με σκοπό να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 26.07.2018 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Φέρεται νομίμως με την από 26.07.2018 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας Ευφροσύνης Πασχάλη η κρινόμενη από 13.07.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 254/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 1077/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, με σκοπό να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η ακριβής ημερομηνία επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με την από 27.11.2018 (αριθμό καταθέσεως 27/14-7-2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 254/6-7-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε την από 25.07.2013 και με αριθμό καταθέσεως 165/29-7-2013 (αριθ.κατάθ.δικ. 533/29-7-2013) έφεση και το από 27.01.2014 (αριθ. κατάθ. 100/28-1-2014) δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης της εκκαλούσας ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης με αριθμό 373/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Με την 373/2015 πρωτόδικη απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν οι από 23.01.2011, 23.05.2012 αγωγές της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της ακυρότητας των αναφερομένων καταγγελιών της σύμβασης εργασίας της από την εναγομένη- αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε.», επιδίκασης μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης καθώς και η 24.05.2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αυτής περί προσωρινής επιδίκασης μισθών υπερημερίας, απορρίφθηκαν οι μεν αγωγές ως αόριστες κατά το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας και κατ’ ουσία ως προς τα αιτήματα αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών της σύμβασης εργασίας και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η δε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ως αβάσιμη κατ’ ουσία.
Με την προσβαλλόμενη 254/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση ως προς τις διατάξεις της εκκαλουμένης που αφορούν την από 24.05.2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Περαιτέρω η έφεση:
1) έγινε τυπικά δεκτή και κατ` ουσία μόνο ως προς τις διατάξεις της εκκαλουμένης που αφορούν την από 23.01.2011 (αρ.κατ.104/2-2-2011) αγωγή και τα αιτήματά της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 02.11.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με έγγραφη προειδοποίηση και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 600 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος αυτό και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατά τούτο η από 23.01.2011 αγωγή, έγινε αυτή δεκτή κατά ένα μέρος, αναγνωρίσθηκε ότι η από 02.11.2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας με προειδοποίηση είναι άκυρη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση,
2) απορρίφθηκε κατ’ ουσία (η έφεση) ως προς τις διατάξεις της εκκαλουμένης, που αφορούν την από 23.05.2012 (αρ.κατ. 361/2012) αγωγή, επικυρώνοντας, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ` ουσία την από 23.05.2012 αγωγή ως προς τα αιτήματα της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.03.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επειδή, εκτός των άλλων, η καταγγελία έγινε πριν παρέλθει ένα έτος από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της ενάγουσας και χωρίς σπουδαίο λόγο και να επιδικασθεί στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και τέλος συμψηφίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, που ισχύει για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1- άρθρο ένατο ν. 4335/2015).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 14.07.2017 νομίμως και εμπροθέσμως εντός τριάντα ημερών, από την εντός δύο ετών από την δημοσίευση της στις 06.07.2015, επίδοση στις 16.06.2017 της προσβαλλόμενης στην αναιρεσείουσα (βλ. την από 16.06.2017 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δημητρίου Τσιτσώνη στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης). Μετά ταύτα, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απέρριψε κατ’ ουσία την από 25.07.2013 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή απέρριψε την από 23.05.2012 αγωγή ως προς τα αιτήματα της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.03.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επειδή, εκτός των άλλων, η καταγγελία έγινε πριν παρέλθει ένα έτος από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της ενάγουσας και χωρίς σπουδαίο λόγο και να επιδικασθεί στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 144, 145 ΚΠολΔ).
[II] Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ «Καθένας από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της (ΟλΑΠ 10/1995).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, είναι κρίση νομική που ελέγχεται αναιρετικώς. Τυχόν δε ανυπαρξία σπουδαίου λόγου, ή αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν είναι τόσο σπουδαίος και σοβαρός, ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άκυρη.
Εξάλλου, μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η μείωση κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησής του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας (ΑΠ 806/2014).
Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 3996/2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή: «Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη».
Εξάλλου, κατά το άρθρ.10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ»:
«1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984.
2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφενός, αφετέρου δε ότι, η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με τον λόγο, που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κριθεί σπουδαίος. Με την ως άνω ρύθμιση προβλέπεται, ειδικά, και για την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας - δεδομένου ότι επ` αυτής η λεγόμενη «έκτακτη» καταγγελία, προβλεπόμενη μόνο για τον εργοδότη, χωρεί σε μία μόνο περίπτωση, εκείνη δηλαδή του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 7 του Ν. 3198/1955 και του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.Δ. της 16/18-7-1920 - η καταγγελία αυτής και για σπουδαίο λόγο (άρθρο 15 Ν. 1483/1984). Η έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου, επιτρέπεται εκ του νόμου, κατ` εξαίρεση όπως ειπώθηκε, χωρίς τήρηση όλων ή ορισμένων όρων της τακτικής καταγγελίας, για ορισμένους λόγους, όπως η καταγγελία ένεκα δόλιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του μισθωτού (ΑΠ 21/2018, ΑΠ 166/2018, ΑΠ 668/2016, ΑΠ 797/2013, ΑΠ 1362/2009, ΑΠ 865/2003).
Ως σπουδαίος δε λόγος κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων για την ως άνω καταγγελία, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο αυτής που κοινοποιείται από τον εργοδότη στην εργαζόμενη έγκυο, όταν αυτός, τελώντας σε γνώση της εγκυμοσύνης της, επιθυμεί την λύση της σύμβασης με αυτόν, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία.
Σημειώνεται δε ότι η καλή πίστη δεν απαιτείται με κάθε τίμημα και θυσία ανοχή της εργαζόμενης μέχρι τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Το όριο της θυσίας το οποίο μπορεί ή δεν μπορεί ν’ αξιωθεί ορίζεται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από ειδική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμη των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών, αφού ληφθεί υπόψη, ότι για τον προσδιορισμό του σπουδαίου λόγου εξετάζονται και συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες κατά περίπτωση περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, εντάσσεται δε σ’ αυτόν κάθε περιστατικό ανεξάρτητα από την προέλευσή του ή την ύπαρξη υπαιτιότητας, που καθιστά αδύνατη κατά την καλή πίστη της συνέχιση της σύμβασης.
Το γεγονός μπορεί να είναι και τυχαίο ή να οφείλεται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκε (ΑΠ 1533/2004). Έτσι ακόμη και γεγονότα που βρίσκονται έξω από τη σφαίρα δράσης και ευθύνης των μερών μπορεί να αποτελέσουν σπουδαίο λόγο, εφ’ όσον όμως αυτά επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία της σύμβασης σε βαθμό που καθιστά μη ανεκτή τη συνέχισή της (ΑΠ 112/2004).
Εξάλλου, μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η μείωση κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει κατ’ άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησης του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας (ΑΠ 806/2014).
Η επίκληση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εργαζόμενης εγκύου αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για την αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας (βλ. ΑΠ 308/2011, δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση επίκλησης από τον καταγγέλλοντα περισσοτέρων περιστατικών, αρκεί η έρευνα του ενός από αυτά, εφόσον αυτό δικαιολογεί πράγματι την καταγγελία της σύμβασης, διαφορετικά ερευνάται το σύνολο αυτών και αν αθροιστικά αυτά επιβαρύνουν την εργασιακή σχέση σε τέτοιον βαθμό, ώστε να καθίσταται για τον καταγγέλλοντα μη ανεκτή η συνέχισή της (βλ.
ΑΠ 1515/2003, ΑΠ 1247/2002). Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι η έννοια του σπουδαίου λόγου είναι αόριστη νομική υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ’ αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών.
[III] Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως προς την από 23.05.2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το αίτημα της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.03.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, επειδή, εκτός των άλλων, η καταγγελία έγινε πριν παρέλθει ένα έτος από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της ενάγουσας και χωρίς σπουδαίο λόγο, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα παρακάτω:
Η εναγομένη το έτος 2001 ήταν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων N. Λάρισας», ενώ το έτος 2003 δυνάμει της υπ’ αριθμ. 12.129/18.9.2003 συμβολαιογραφικής πράξης της Συμβολαιογράφου Λάρισας Μαρίας Δαμιανού-Κώτσιου μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του v. 2963/2001 «οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις», διατηρούσε δε σχετικές εγκαταστάσεις επί της συμβολής των οδών ... και ... στην πόλη της Λάρισας. Από τον Μάιο του έτους 1992, έχοντας εφοδιασθεί με το Ειδικό Σήμα Λειτουργίας Γραφείου Εσωτερικού Τουρισμού του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού διατηρούσε, όπως είχε δικαίωμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του v. 393/1976, ΦΕΚ Α’1199, «περί ιδρύσεως και λειτουργίας τουριστικών γραφείων» επί της οδού ... στην πόλη της Λάρισας τουριστική επιχείρηση - Γραφείο Γενικού Τουρισμού, με το οποίο αναλάμβανε μεταξύ άλλων και τη μεταφορά ατόμων ή ομάδων ατόμων εντός της χώρας.
Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως την 21.11.2001 η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου στο προαναφερόμενο Γραφείο Γενικού Τουρισμού, με χρόνο έναρξης της εργασίας την 21.11.2001 και λήξη αυτής την 20.11.2002. Μετά την πάροδο του χρόνου της ανωτέρω σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε στη συνέχεια με διαδοχικές συμβάσεις μέχρι τις 31.12.2006.
Καθ’ όλο, το παραπάνω χρονικό διάστημα, ασκούσε καθήκοντα υπαλλήλου στο προαναφερόμενο γραφείο, ενώ κατά διαστήματα αναπλήρωνε συναδέλφους της, που εργαζόταν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης επί της συμβολής των οδών ... και ... . Στις 02.01.2007 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας αορίστου πλέον χρόνου.
Στα πλαίσια και της νέας αυτής σύμβασης η ενάγουσα συνέχισε να απασχολείται από την εναγομένη στο προαναφερόμενο Γραφείο Γενικού Τουρισμού ως υπάλληλος γραφείου από την αρχή δε της πρόσληψής της τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες της εναγομένης και των οργάνων της, τα οποία καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο εργασίας της και ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με αυτές, ενόψει δε του ότι το Γραφείο Γενικού Τουρισμού δεν είχε νομική προσωπικότητα ανήκε πάντοτε στο εργατικό δυναμικό της εναγομένης.
Στις 13.09.2005 η ενάγουσα απέκτησε το πρώτο τέκνο της, ενώ στις 18.09.2008 απέκτησε και δεύτερο τέκνο. Κατά το χρονικό διάστημα από 15.08.2008 και μέχρι την 14.06.2009 απουσίασε από την εργασία της, αφού έλαβε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια τοκετού - λοχείας μητρότητας (βλ. προσκομιζόμενα με επίκληση αίτηση με ημερομηνία 30.12.2010 προς το ΙΚΑ και την από 22.09.2008 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ).
Στις 02.11.2010 η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα την με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη τρίμηνη προειδοποίηση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, με την οποία την προειδοποιούσε, ότι από την κοινοποίηση της εν λόγω προειδοποίησης κατήγγειλε σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3198/1955 τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου, που τους συνέδεε από τις 21.11.2001 και ότι θα εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο Γραφείο Γενικού Τουρισμού μέχρι τις 02.02.2011, όποτε όφειλε να αποχωρήσει από την εργασία της.
Πράγματι στις 02.02.2011 η εναγομένη, αφού κατέβαλε στην ενάγουσα τη δικαιούμενη εκ μέρους της αποζημίωση απόλυσης, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και η ενάγουσα αποχώρησε από την εργασία της.
Συνεπώς, η από 02.11.2010 με έγγραφη τρίμηνη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με προειδοποίηση, που έγινε χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους αναφερόμενους στις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 2, 3, 4, 5 του ΠΔ 246/2006 λόγους είναι άκυρη.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη στις 20.03.2012 προέβη σε νέα καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας επικουρικά, για την περίπτωση, που η προηγούμενη καταγγελία ήθελε κριθεί από το δικαστήριο άκυρη.
Περαιτέρω κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 15 του N. 1483/1984 και 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ» η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, το έγκυρο δε της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση συναρτάται με τον λόγο, που επικαλείται o εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κριθεί σπουδαίος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία η ενάγουσα μετά την άσκηση εκ μέρους της της με αριθμ. κατ. 104/2011 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 02.11.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για την 18.10.2012 υπέβαλε ενώπιον του ως άνω Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 23.01.2011 και με αριθμ. κατ.245/2-2 2011 (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αίτησή της με την οποία ζήτησε την επιδίκαση υπέρ αυτής προσωρινά μισθών υπερημερίας ύψους 1.430,11 ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αίτησης αυτής και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της προαναφερόμενης αγωγής. Επί της αιτήσεως αυτής στις 23.09.2011 εκδόθηκε η
αριθμ. 2240/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των 1.343,68 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της ανωτέρω αιτήσεως και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της προαναφερόμενης αγωγής. Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης και προκειμένου να αρθούν οι συνέπειες της υπερημερίας της σε περίπτωση ευδοκίμησής της σε βάρος της αγωγής η εναγομένη, επικαλούμενη τη διακοπή της λειτουργίας του Γραφείου Γενικού Τουρισμού με την αρχική της μορφή, ήτοι ως αυτοτελή επιχείρηση χωρίς νομική προσωπικότητα και την κατάργηση επιπλέον με το άρθρο 5 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 6 ΠΥΣ του άρθρου 26 του ΠΔ 246/2006 (πρβλ. και ΣτΕ 1283/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ) στις 20.03.2012 κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και την κάλεσε να προσέλθει στο γραφείο της προκειμένου να λάβει τη δικαιούμενη εκ μέρους της συμπληρωματική αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Η αποζημίωση αυτή μετά την άρνηση της ενάγουσας να προσέλθει στο γραφείο της εναγομένης κατατέθηκε στο ΤΠΔ συντάχθηκε δε προς τούτο το υπ’ αριθμ. 29056 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του ΤΠΔ. Μετά την επίδοση στην ενάγουσα της προαναφερόμενης νέας έγγραφης καταγγελίας η ενάγουσα γνωστοποίησε στην εναγομένη την απόκτηση του τρίτου τέκνου της στις 27.01.2012.
Ωστόσο με βάση τα παραπάνω υπήρξε σπουδαίος λόγος για την νέα ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, είχε αμφισβητηθεί η εγκυρότητα της προηγούμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και το ζήτημα του κύρους αυτής και της ύπαρξης ή μη υπερημερίας στο πρόσωπό της εκκρεμούσε ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, επιπλέον είχε διακοπεί οριστικά η λειτουργία του Γραφείου Γενικού Τουρισμού με την αρχική της μορφή, ήτοι ως επιχείρηση της ιδίας χωρίς νομική προσωπικότητα. Προηγουμένως μάλιστα είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 3328/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά στην εναγομένη να διενεργεί εργασίες μεταφοράς επιβατών σε έκτακτες γραμμές με τα μισθωμένα από τους μετόχους της ή ιδιόκτητα αυτής λεωφορεία απειλήθηκε σε βάρος της χρηματική ποινή 3.000 για κάθε παράβαση της παραπάνω διάταξης, καθώς επίσης η υπ’ 137/2010 γνωμοδότηση του Ζ’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους ως προς τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ήταν δυνατή η ίδρυση και λειτουργία τουριστικού γραφείου από επιχείρηση που ιδρύθηκε από ΚΤΕΛ ΑΕ και η χορήγηση σ’ αυτό ειδικού σήματος λειτουργίας από τον Πρόεδρο του ΕΟΤ.
Συνεπώς, παρόλο που δεν παρήλθε έτος από τον τρίτο τοκετό της ενάγουσας, εν όψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε o ως άνω σπουδαίος λόγος, η νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν ήταν άκυρη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την από 23.05.2012 και με αριθμ. κατ.361/2012 αγωγή της. Επίσης, η εναγομένη μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της ενάγουσας μετά την ως άνω νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας προσέβαλε, όπως ισχυρίζεται, την προσωπικότητά της.
Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του αν και με εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες απέρριψε την από 23.05.2012 και με αριθμ. κατ. 361/2012 αγωγή της ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20-3-2012 έγγραφης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 600 ευρώ ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Με τις ανωτέρω σκέψεις και μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης το Εφετείο με την υπ’ αριθ.254/2015 προσβαλλόμενη απόφαση επικύρωσε την εκκαλούμενη υπ` αριθ.373/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες, κατά το μέρος που με αυτή, όπως προαναφέρθηκε, είχε επίσης απορριφθεί η από 23.05.2012 αγωγή κατά το αίτημα της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.03.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επειδή, εκτός των άλλων, η καταγγελία έγινε πριν παρέλθει ένα έτος από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της ενάγουσας και χωρίς σπουδαίο λόγο.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, 40/2020, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής (ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και συγκεκριμένα ότι αυτή ως εργαζόμενη δεν είχε κανένα απολύτως λόγο ούτε να αποκρύψει το γεγονός της εγκυμοσύνης (ήταν αδύνατο να αποκρυφθεί ενώ αντίθετα πολύ εύκολο να διαπιστωθεί), ούτε να μην αιτηθεί την αναγκαία άδεια εν όψει του επερχόμενου 3ου τοκετού, (ήταν πλέον αδύνατο να κάθεται επί 8ωρον στην καρέκλα), με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν ήταν άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, που έγινε την 20.03.2012, πριν παρέλθει ένα έτος από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου (της ενάγουσας), με την αιτιολογία ότι η εναγομένη δεν γνώριζε κατά το χρόνο της καταγγελίας την εγκυμοσύνη αυτής και την απόκτηση του τρίτου τέκνου της, διότι η ενάγουσα της γνωστοποίησε την απόκτηση του τρίτου τέκνου της στις 27.01.2012 μετά την επίδοση δηλαδή σε αυτήν της από 20.03.2012 καταγγελίας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο γιατί το Εφετείο δέχθηκε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι η από 20.03.2012 καταγγελία δεν ήταν άκυρη επειδή υφίστατο σπουδαίος λόγος που δεν απαγόρευε την καταγγελία, και όχι επειδή η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε κατά το χρόνο της καταγγελίας την εγκυμοσύνη και γέννηση του τρίτου τέκνου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εργαζόμενης, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή, κατά τα προαναφερθέντα στην μείζονα πρόταση, για την ακυρότητα της καταγγελίας η γνώση της εγκυμοσύνης και της γέννησης του τέκνου από την εργοδότρια κατά το χρόνο της καταγγελίας και συνακόλουθα η προστασία της εγκύου από την απόλυση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα παρέχεται ανεξαρτήτως γνώσεως ή μη της εγκυμοσύνης και του τοκετού από τον εργοδότη.
Κατά τα λοιπά η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[V] Για την ίδρυση του εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ` του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει το αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων πού συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή (ισχυρισμό) πού ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1128/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο, κατ` εκτίμηση, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ` (και όχι από τον αριθ. 8β`) ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την απόκτηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της μετά την επίδοση σε αυτήν της από 20.03.2012 έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως στο Εφετείο και δη:
1) την από 23.08.2012 βεβαίωση - δήλωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς τον ΟΑΕΔ για την χορήγηση της ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας,
2) την υπ’ αρ. …/30-1-2012 ληξιαρχική πράξη γέννησης του τρίτου τέκνου της και
3) το με αρ. πρωτ. …/1896/27-6-2012 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς από το οποίο προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη της είχε χορηγήσει τη σχετική άδεια κυήσεως και τοκετού, από τα οποία προκύπτει η κατά το χρόνο της καταγγελίας γνώση από την εναγομένη της κύησης και τοκετού της ενάγουσας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων πού συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή (ισχυρισμό) πού ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς την ακυρότητα της από 20.03.2012 καταγγελίας. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την ακυρότητα της καταγγελίας η γνώση της εγκυμοσύνης και της γέννησης του τέκνου από την εργοδότρια κατά το χρόνο της καταγγελίας και συνακόλουθα η προστασία της εγκύου από την απόλυση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα παρέχεται ανεξαρτήτως γνώσεως ή μη της εγκυμοσύνης και του τοκετού από τον εργοδότη.
[VI] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ο δε αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2014, ΑΠ 166/2018, ΑΠ 1340/2018).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 1483/1984 και 26 παρ.1 του Π.Δ. 246/2006, δεχόμενη ότι η διακοπή της λειτουργίας του Γενικού Γραφείου Τουρισμού, που αποτελούσε μια από τις δραστηριότητες της αναιρεσίβλητης, συνιστούσε σπουδαίο λόγο για την από 20.03.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, πριν παρέλθει από τη γέννηση του τρίτου τέκνου της στις 20.01.2012 το χρονικό διάστημα προστασίας της από την απόλυση. Κατά το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, κατ’ εκτίμηση, η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ (όχι εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ) και ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν διερευνήθηκε με την προσβαλλόμενη αν η ένδικη επικουρική καταγγελία με τον περιλαμβανόμενο στο έγγραφό της σπουδαίο λόγο επιδόθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 10 του Π.Δ. 175/1997, η παράλειψη της οποίας επισύρει από μόνη της την ακυρότητα της καταγγελίας.
Ο τρίτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε στην μείζονα πρόταση, η μη αναγγελία της καταγγελίας στη Επιθεώρηση Εργασίας δεν επιφέρει την ακυρότητα της καταγγελίας (ΑΠ 954/2018, ΑΠ 433/2012). Περαιτέρω κρίνοντας το Εφετείο ότι συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας κατά το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984 η οριστική διακοπή μόνο της επί της οδού ...
λειτουργίας του Γενικού Γραφείου Τουρισμού με την αρχική του μορφή, ήτοι ως επιχείρηση της ιδίας (εναγομένης) χωρίς νομική προσωπικότητα, που αποτελούσε μια από τις δραστηριότητές της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με κύρια δραστηριότητα αυτής «την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία [...]» έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 3996/2011, γιατί τα δεκτά ως άνω γενόμενα περιστατικά δεν συνιστούν το πραγματικό του σπουδαίου λόγου, κατά το ως άνω άρθρο, που δικαιολογεί την καταγγελία στις 20.03.2012 της ένδικης συμβάσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δηλ.
εντός του χρόνου προστασίας αυτής από την απόλυση για το χρονικό διάστημα των δέκα οκτώ μηνών από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της. Τούτο διότι, μπορούσε να αξιωθεί από την εναγομένη και αναιρεσίβλητη κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας μέχρι το χρονικό διάστημα προστασίας αυτής κατά το ως άνω άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984 από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της, επειδή:
1) η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε και άλλο, κατά τα ως άνω, αντικείμενο δραστηριότητας, που μάλιστα ήταν ως προαναφέρθηκε η κύρια δραστηριότητα αυτής επί της συμβολής των οδών ... και ..., που εξακολουθούσε να λειτουργεί κανονικά, όπου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασκούσε κατά διαστήματα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου αναπληρώνοντας συναδέλφους της που εργάζονταν στις εγκαταστάσεις αυτές της κύριας δραστηριότητας (επί της συμβολής των οδών ... και ...) και
2) δεν συνιστά την έννοια του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας πριν παρέλθει ο κατά τα ως άνω χρόνος προστασίας από τη γέννηση του τρίτου τέκνου της ενάγουσας από την απόλυση, η διακοπή της λειτουργίας μιας εκ των δραστηριοτήτων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και εν προκειμένω της τουριστικής επιχείρησης του Γενικού Γραφείου Τουρισμού επί της οδού ..., ανεξάρτητα αν αυτή (διακοπή) οφείλεται σε υπαιτιότητα ή μη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας, εφόσον η εν λόγω διακοπή ανήκει στο συνήθη επιχειρηματικό κίνδυνο της εργοδότριας, ενώ αν γινόταν δεκτό το αντίθετο θα μετακυλιόταν ο επιχειρηματικός κίνδυνος από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότρια στην εργαζόμενη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα.
Αντίθετα δεν παραβιάσθηκε ευθέως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 26 παρ.1 του Π.Δ. 246/2006, που προβλέπει τους λόγους απόλυσης του προσωπικού του ΚΤΕΛ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, που δεν εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη για την από 20.03.2012 καταγγελία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, εφόσον κατά την προσβαλλόμενη η ένδικη από 20.03.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας -αναιρεσείουσας δεν ήταν άκυρη κατ` άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, αν και έγινε εντός του χρόνου προστασίας αυτής από την απόλυση για το χρονικό διάστημα των δέκα οκτώ μηνών από την γέννηση στις 27.01.2012 του τρίτου τέκνου της, επειδή συνέτρεχε σπουδαίος λόγος. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 1483/1984.
[VII] Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, δηλαδή κατά το μέρος που δέχθηκε ότι υφίσταται σπουδαίος λόγος κατ` άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984 για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και να παραπεμφθεί κατά τούτο προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν κατά το σχετικό της αίτημα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 254/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το παραπάνω μέρος, που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από διαφορετικό, από εκείνο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ