Supreme Court dismisses appeal for non-specific failure to consider evidence under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding civil liability compensation. The appellant argued that the lower court failed to consider specific prior acquittal judgments submitted as evidence. The court ruled this appeal inadmissible because the appellant did not explicitly state that these documents were cited during the appeal hearing, rendering the ground for appeal vague and lacking the required specificity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 11 para. 3 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appellant fails to specify that the evidence was cited during the hearing, as the law requires a clear reference to the citation to establish the court's obligation to consider it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1217 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1217/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α... Κ... του Α..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή - Μαρία Χασιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ ... συζύγου Στ... Λ..., το γένος Δ... Γ..., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου της αποβιωσάσης Μ... συζύγου Δ... Γ..., 2) Ε. Γ... του Δ..., κατοίκου Β..., ως καθολικής διαδόχου της αποβιωσάσης Μ... συζύγου Δ... Γ..., 3) Κ... Γ... του Β..., κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι... Λ... και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ν... Π... του Π..., 5) Π... συζύγου Ν... Π..., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Παρασκευής Πολυτάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2/5/2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7913/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6308/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/12/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 6/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16.12.2015 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6308/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκαν οι εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 7913/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 30.12.2015 αγωγή των αναιρεσίβλητων για καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία και ως προς την εναγόμενη - αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο.
Ως αποδεικτική, δε, δύναμη των αποδεικτικών μέσων τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 6/2019, ΑΠ 367/2011).
Περαιτέρω, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει οποιοδήποτε δεδικασμένο για την πολιτική δίκη και ως εκ τούτου δε δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο (ΑΠ 618/2018, ΑΠ 889/2018, ΑΠ 846/2017), ούτε, όμως, παρέχει πλήρη απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, έτσι ώστε να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στην ποινική απόφαση πλήρη απόδειξη, ήτοι δεν συντάχθηκε με το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα αυτής (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 578/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την εκ του αρ, 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ: α) με την 5452/2010 αμετάκλητη απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κηρύχθηκε αθώα της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης των χρηματικών ποσών που αφορούν τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, ως κληρονόμους της Μ.
συζ. Δ. Γ., β) με την 3037/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κρίθηκε αθώα της υπεξαίρεσης από κοινού, τελεσθείσας σε βάρος της τρίτης αναιρεσίβλητης και γ) με την 388/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κρίθηκε αθώα για το έγκλημα της υπεξαίρεσης σε βάρος του τέταρτου των αναιρεσίβλητων, δηλαδή για τις αξιόποινες πράξεις που αποτέλεσαν την αδικοπραξία, στην οποία καθένας από αυτούς θεμελιώνει την αξίωση για καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης και τις οποίες αποφάσεις νόμιμα προσκόμισε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μολονότι οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και αποτελούν πλήρη απόδειξη για τη μη διάπραξη της υπεξαίρεσης από αυτήν των χρημάτων, παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δέχθηκε τα αντίθετα από τις αποφάσεις αυτές, και συγκεκριμένα ότι αυτή υπεξαίρεσε τα χρήματα των αναιρεσίβλητων και έτσι ζημίωσε αυτούς κατά τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά και την υποχρέωσε στην καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι αναφερόμενες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο, ούτε έχουν, ως αποδεικτικό μέσο, αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη, στην παρούσα πολιτική δίκη με την οποία διώκεται η καταβολή αποζημίωσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό αυτής, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αντιφάσκουν μεταξύ τους, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Ιδρύεται, δε, με τις πλημμέλειες αυτές ο προβλεπόμενος στην προαναφερόμενη διάταξη λόγος αναίρεσης, επειδή συνεπεία αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017, ΑΠ 34/2016).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 413/1993).
Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση, ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1071/2010).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 116/2012).
Σύμφωνα με αυτά, για το παραδεκτό του λόγου της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 694/2009, ΑΠ 148/2008).
Πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως ή αυτοτελών ισχυρισμών) υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 275/2017).
Τούτο διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων (ΑΠ 156/2017) και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 887/2019, 532/2017, ΑΠ 1376/2011), Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 1602/2014).
Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 905/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, προσβάλλει την απόφαση με την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις, αντίστοιχα, ότι:
α) έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης του τέταρτου των αναιρεσίβλητων, καθόσον δέχεται την πλαστογραφία από αυτήν της επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, εκδοθείσας σε διαταγή του τελευταίου και την υπεξαίρεση του ποσού που ενσωματώνεται σ' αυτήν, με την κατάθεσή της στον αναγραφόμενο λογαριασμό της Τράπεζας αυτής, μολονότι έχει αθωωθεί με την προαναφερόμενη ποινική απόφαση για την πράξη της υπεξαίρεσης αυτού του ποσού, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο εξέδωσε την επιταγή σε διαταγή εκείνου και όχι της ιδίας, για ποιο λόγο εξέδωσε την επιταγή και δεν έλαβε το ποσό της σε μετρητά χρήματα και για ποιο λόγο, αφού δέχεται την τέλεση της υπεξαίρεσης το έτος 2001, συνεχίστηκε η συνεργασία εκείνου με την εταιρεία της μέχρι το έτος 2003, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε κατάθεση του χρηματικού ποσού στον λογαριασμό της, ούτε την ομολογία του τέταρτου των αναιρεσίβλητων ότι θα οπισθογραφούσε την επιταγή επειδή ήθελε να γίνει η επένδυση και β) διότι περιέχει αντιφατική αιτιολογία, δεχόμενη αφενός ότι ιθύνων νους της εταιρείας ήταν ο Δ...
Κ..., ο οποίος είχε χρηματιστηριακές γνώσεις, χάραζε την επενδυτική πολιτική της εταιρείας και κατάρτιζε τις συμβάσεις με τους πελάτες, αφετέρου ότι και αυτή βάσει σχεδίου εξαπατούσε μαζί με τον Κ. τους επενδυτές με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων τους. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι.
Τούτο διότι η αναιρεσείουσα, αν και το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και δέχθηκε ότι αυτή ζημίωσε τους αναιρεσίβλητους με την υπεξαίρεση των χρημάτων τους και την υποχρέωσε στην καταβολή αποζημίωσης, δεν εκθέτει ούτε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου τους οποίους αφορά η παραβίαση, ούτε, πολύ περισσότερο, τις κρίσιμες, σχετικά με το ζήτημα αυτό, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει την φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του και υπό τα οποία προκύπτει η παραβίαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της απόφασης για την επικαλούμενη εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής διάταξης.
Διαλαμβάνει στο αναιρετήριο μόνο το καταληκτικό συμπέρασμα του Εφετείου περί της πλαστογραφίας της ένδικης ως άνω επιταγής και την υπεξαίρεση του ποσού της, που φέρεται ως προϊόν του αποδιδόμενου υπαγωγικού σφάλματος και όχι τις παραδοχές του Εφετείου για τη στήριξη αυτής της κρίσης του, δηλαδή τις αιτιολογίες με βάση τις οποίες έγινε δεκτός ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός.
Άλλωστε, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, με αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, εκφέροντας τη δική της εκδοχή για την αναλήθεια του πορίσματός του, με βάση τη διαφορετική εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού υλικού που χρησιμοποιεί, τη διαφορετική αξιολόγηση αυτού και τα επιχειρήματα που αντλεί από αυτό, αιτιάσεις, όμως, που δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, ενώ ουδόλως είναι αντιφατικές οι παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου.
Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015).
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικών αυτών μέσων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 1445/2017), διαφορετικά είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα νομίμως ενώπιον του Εφετείου έγγραφα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της και συγκεκριμένα τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις 5242/2010 του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 3037/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, 388/2005 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον είναι αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι, πέραν της προσκομιδής των συγκεκριμένων εγγράφων, επικαλέστηκε αυτά ενώπιον του Εφετείου, ώστε να δημιουργείται υποχρέωση αυτού να τα λάβει υπόψη και η σχετική παράλειψή του να ιδρύει τον εκ του αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 16-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 6308/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, κάθε μίας από τις δύο ομάδες των αναιρεσίβλητων που εκπροσωπήθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και λαμβανομένης υπόψη της μη κατάθεσης προτάσεων από τους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2015 αίτηση της Α.... Κ... του Α... για αναίρεση της 6308/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους τρεις πρώτους και σε χίλια επτακόσια (1.700) ευρώ για τους λοιπούς εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2020 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ