Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of unjust enrichment claim due to statute of limitations error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of an unjust enrichment claim. The lower court incorrectly applied a two-year statute of limitations instead of the twenty-year period applicable to unjust enrichment. The court ruled that this misapplication of substantive law constituted a valid ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Article 249 of the Civil Code: An appeal is admissible when a substantive law rule is violated, specifically when the wrong statute of limitations is applied to a claim for unjust enrichment, requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1217 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1217/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Θεοδωράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3787/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3589/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-7-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ (όμοια με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 292/2016).
Με αυτόν το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 1136/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, που συμπορεύεται με τις διατάξεις των άρθρων 550, 579§2 και 581§3 αυτού, "αν το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέσθηκε, διατάσσει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεσθεί η απόφαση που εξαφανίσθηκε ή μεταρρυθμίστηκε.
Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται". Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 ΑΚ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη.
Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση αποφάσεως πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου (ΑΠ 286/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος μια πράξη η μια παράλειψη (αξίωση) από άλλον παραγράφεται, κατά το άρθρο 249 ΑΚ "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ "Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της".
Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1, 2 Ν. 489/1976 "1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. 2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος επιφυλασσόμενων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και την διακοπή της παραγραφής".
Η παράγραφος 2 έχει όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007 (ΦΕΚ Α'100/14.5.2007) και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου, στις 14.5.2007 (σύμφωνα με το άρθρο 18 του νόμου αυτού). Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού πριν την αντικατάσταση της είχε ως εξής: "Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος επιφυλασσόμενων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και την διακοπή της παραγραφής".
Το άρθρο 19 του Ν.489/1976, πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4092/2012 όριζε: "1. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν:
α) ... β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση. γ) ... δ) Ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου... 2. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος η δε σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παρ. 2 παραγραφή...".
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 914 ΚΠολΔ και 904 ΑΚ, προκύπτει, ότι με τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ καθιερώνεται ο κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων, η οποία ισχύει εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη διάταξη του Αστικού Κώδικα ή άλλου ειδικού νόμου (ΑΠ 220/2016).
Για την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού οι σχετικές διατάξεις του οποίου (ΑΚ 904 επ.) εφαρμόζονται και για την αξίωση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (ΑΠ 563/2017, ΑΠ 68/1988). Στην προκειμένη υπόθεση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το αναιρεσείον με την από 27.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5714/11.7.2006) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, ανέφερε, όπως δέχτηκε και το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλην άλλων, τα εξής: "... Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 2006/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αυτοκινήτων), το οποίο, αφού συνεκδίκασε λόγω συνάφειας κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, την από 23.9.1999...
αγωγή του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά των... και του ενάγοντος και εφεσιβλήτου και την από 3.2.2000... παρεμπίπτουσα αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου κατά των..., έκανε εν μέρει δεκτή την πρώτη αγωγή, υποχρεώνοντας τους εναγομένους (αυτής της αγωγής) να καταβάλλουν στον ενάγοντα (αυτής της αγωγής) το ποσό των 19.001,78 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έκανε εν όλω δεκτή τη δεύτερη αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι (αυτής της αγωγής) ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, υποχρεούνται να καταβάλλουν στο ενάγον (αυτής της αγωγής) το προαναφερόμενο ποσό, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής με απόδειξη.
Ότι σε εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής διάταξης της παραπάνω απόφασης το ενάγον κατέβαλλε στον εναγόμενο το ποσό των 11.738,81 ευρώ. Ότι κατά της παραπάνω απόφασης το ενάγον άσκησε την από 28.9.2001 (αρ. κατ. δικ. 8629/2001) έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η 3707/2002 οριστική και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 23.9.1999 αγωγή ως προς το ενάγον.
Για τους λόγους αυτούς ζητεί το ενάγον, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της υπ' αριθμ. 2006/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατάσταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ... και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει το ποσό των 11.738,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο...".
Η αγωγή αυτή αρχικά έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 3787/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και μετά την άσκηση κατ' αυτής της από 21.9.2009 (αρ. κατ. 3337/2009) έφεση του αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχτηκε την έφεση και εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων σχετικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα αν και δέχτηκε αρχικά ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος "... στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού" στη συνέχεια δέχτηκε ότι η ασκηθείσα με τη από 27.06.2006 αγωγή του αξίωση έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή των άρθρων 10 παρ.2 και 19 παρ. 2 του ν.489/76, διότι "ο διαδραμών χρόνος από την έκδοση της υπ' αριθμ. 3707/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (24.04.2002), οπότε ήταν δυνατή η επιδίωξη της ανωτέρω αξίωσης, έως την έγερση της ένδικης αγωγής (25.07.2006), είναι μεγαλύτερος των δύο ετών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή ως βάσιμη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής απέρριψε αυτήν ως παραγεγραμμένη. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 249, 904 ΑΚ που δεν εφάρμοσε.
Ενώ ήταν εφαρμοστέες, και των άρθρων 10 παρ. 2 και 19 παρ. 2 του ν.489/1976, που εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, και κατά συνέπεια είναι βάσιμος, ο μοναδικός απ' το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως. Αυτό διότι, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής, η ασκούμενη με αυτή αξίωση, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οπότε υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στη διετή παραγραφή των άρθρων 19 παρ. 2 και 10 παρ. 2 του ν.489/1976, επομένως από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 3707/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (24.04.2002) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (25.07.2006) δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής.
Συνακόλουθα τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στο αναιρεσείον του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3589/2015 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές απ' αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτό.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ