Legislator Case Law & Legislation
1217/2016 AI generated

1217/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1217/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1217/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη του 225 παρ. 2 ΠΚ ρυθμίζει περίπτωση δήλωσης που στρέφεται όχι κατά της δικαιοσύνης αλλά κατά της κρατικής εξουσίας, η δε ένταξή της στα εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης οφείλεται στο γεγονός της ενότητας που παρουσιάζει προς τα λοιπά εγκλήματα δηλώσεων, όπως η ψευδορκία και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση.

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified driving ban vehicle seizure non-roadworthy vehicle dismissal of traffic proceedings road traffic penalty
AI generated
308/2026
Supreme Court allows appeal against false accusation conviction due to lack of specific and detailed reasoning regarding intent.
1276/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
94/2014
Supreme Court dismisses appeal on appeal inadmissibility and evidence distortion grounds in traffic accident case.
1265/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουλίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 528/2005 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του.
1190/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1217 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1217/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 841/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 969/9-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη από 5-2-2016 (αριθ. πρωτ. 969/9-2-2016) αίτηση - δήλωση του Α. Π. του Χ. και Μ. για αναίρεση της καταχωρηθείσας την 21-01-2016 στο οικείο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ υπ’ αριθμό 841/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 παρ. 2 α’ ΠΚ ψευδούς έκθεσης προς την αρχή) σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού επιδόθηκε στις 9-2-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως, είναι παραδεκτή κατά τα άρθρα 473 παρ. 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των αναφερόμενων σ’ αυτήν λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠοινΔ.

ΙΙ] Κατά το άρθρο 225 παρ. 2 εδ.’ ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρ. 1 του ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11.3.2005), "Με Φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν εξετάζεται από κάποια αρχή ή από εξουσιοδοτημένο όργανό της ή όταν αναφέρεται σε αυτήν, εκθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.".

Από τη διάταξη αυτή, με την οποία κολάζεται κάθε ψευδολογία προς την αρχή που δεν προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 224 και 225 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι η πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, υπό την ως άνω μορφή της (ψευδούς έκθεσης προς την Αρχή), τελείται, από οποιονδήποτε, με έκθεση ή αναφορά προς την αρχή ή εντεταλμένο όργανό της ψευδών πραγμάτων ή άρνησης ή απόκρυψης αληθών, αδιάφορα αν αυτό γίνεται με όρκο ή χωρίς όρκο, όταν η αρχή έχει αρμοδιότητα να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την αλήθεια της γενόμενης προς αυτήν ανακοίνωσης.

Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η αλήθεια των δηλώσεων ή ανακοινώσεων προς την αρχή. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν γενικού, όμως, μέσα στην Πολιτεία συμφέροντος και κοινής ανάγκης.

Η διάταξη του 225 παρ. 2 ΠΚ ρυθμίζει περίπτωση δήλωσης που στρέφεται όχι κατά της δικαιοσύνης αλλά κατά της κρατικής εξουσίας, η δε ένταξή της στα εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης οφείλεται στο γεγονός της ενότητας που παρουσιάζει προς τα λοιπά εγκλήματα δηλώσεων, όπως η ψευδορκία και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση.

Για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, της ψευδούς έκθεσης - αναφοράς σε αρχή, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, απαιτείται α) ο υπαίτιος να αναφέρεται ενώπιον αρχής ή εντεταλμένου οργάνου της β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή ή να αρνήθηκε την αλήθεια ή να απέκρυψε την αλήθεια και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που εξέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει ή να τα αποκαλύψει.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 2622/1998 περί συνοριακής φύλαξης ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης συνιστώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κεντρική και περιφερειακές Αστυνομικές Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης, με αποστολή την αποτροπή παράνομης εισόδου αλλοδαπών στη χώρα, τον εντοπισμό και τη σύλληψη των παρανόμως εργαζομένων ανά την επικράτεια και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη ή την επαναπροώθησή τους αλλοδαπών, καθώς και τον εντοπισμό και τη σύλληψη προσώπων που διευκολύνουν την παράνομη είσοδο και εργασία αλλοδαπών και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Επίσης δύναται να διατίθενται για εκτέλεση υπηρεσίας φρούρησης και μεταγωγής κρατουμένων και φρούρησης αστυνομικών υπηρεσιών και κρατητηρίων αυτών. Κατά την άσκηση των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων έχουν τις ίδιες εξουσίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις με το αστυνομικό προσωπικό, πλην αυτών που αναφέρονται στην άσκηση των προανακριτικών καθηκόντων".

Επίσης, στο άρθρο 13 του ν. 4249/2014 ("Χαρακτήρας Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας") ορίζεται, ότι "1. Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας και διέπεται από ειδικούς οργανικούς νόμους. Το προσωπικό της διακρίνεται σε ένστολο και σε πολιτικό. Στο ένστολο προσωπικό ανήκουν οι αστυνομικοί, οι ειδικοί φρουροί και οι συνοριακοί φύλακες. ... . 2.

Οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το ένστολο προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβαση του. ...".

Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η τυχόν αντιγραφή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του αιτιολογικού και του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις σκέψεις υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, εφόσον διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία εκείνα, που απαιτεί η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν σημαίνει ότι δεν έγινε νέα αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή ότι η ενώπιον του δίκη δεν ήταν δίκαιη.

Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχάς να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του και έτσι διαλαμβάνεται περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Για τον άμεσο δόλο του δράστη, που περιλαμβάνει και την γνώση του ότι αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, υπάρχει η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης η άρνηση ή η απόκρυψη της αλήθειας από τον κατηγορούμενο θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή ιδία αντίληψη, επιθυμία ή επιλογή, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 841/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μεταξύ άλλων, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.

Για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "...ο κατηγορούμενος στις 28-9-2008 και ώρα 05:10’ ενώ οδηγούσε το υπ’ αριθμό ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAI GENT κόκκινου χρώματος και κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα στην Εθνική Οδό ... με κατεύθυνση την Αλεξανδρούπολη, αρνήθηκε να σταματήσει στη φωτεινή και ηχητική ειδοποίηση και το σήμα στάσης που έγινε προς αυτόν από Συνοριακούς Φύλακες του Τμήματος Φύλαξης Ορεστιάδας που εκτελούσαν υπηρεσία για να αποφύγει τον έλεγχο, ενώ σαφώς τους είχε αντιληφθεί και μετά από συνεχιζόμενη καταδίωξή του από αυτούς στάθμευσε τελικά το όχημα του στην κεντρική πλατεία του Χειμωνίου.

Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς για τα στοιχεία ταυτότητάς του αρνήθηκε να τα αποκαλύψει δηλώνοντας σ’ αυτούς τα εξής "Δεν έχετε το δικαίωμα να ζητάτε προσωπικά στοιχεία και να μου κάνετε έλεγχο, έχω βενζινάδικο στο ... και όποτε βλέπω συνοριακό φύλακα να περνά από μπροστά θα βγάζω την καραμπίνα και θα τον πυροβολώ".

Συνακόλουθα με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε πλήρως, τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά, η τέλεση της πράξης της Ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της πράξεως αυτής κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.".

Ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το ότι "στο Νέο Χειμώνιο Ορεστιάδας στις 28 Σεπτεμβρίου 2008 ενώ εξεταζόταν από κάποια αρχή αρνήθηκε να αναφέρει την αλήθεια. Συγκεκριμένα στην Κεντρική Πλατεία του χωριού Νέο Χειμώνιο Ορεστιάδας στις 28-9-2008 και ώρα 05:15’ , εξεταζόμενος από Συνοριακούς Φύλακες του ΤΣ.Φ.

Ορεστιάδας, μετά από προηγούμενη άρνησή του να συμμορφωθεί σε σήματα στάσης των άνω Συνοριοφυλάκων και να σταθμεύσει το υπ’ αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε για να υποβληθεί σε νόμιμο έλεγχο, όταν ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς για τα στοιχεία ταυτότητάς του, αρνήθηκε να τα αποκαλύψει δηλώνοντας σ’ αυτούς τα εξής "Δεν έχετε το δικαίωμα να ζητάτε προσωπικά στοιχεία και να μου κάνετε έλεγχο, έχω βενζινάδικο στο ...

και όποτε βλέπω συνοριακό φύλακα να περνά από μπροστά θα βγάζω την καραμπίνα και θα τον πυροβολώ". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ειδικότερα της ψευδούς έκθεσης - αναφοράς προς αρχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1 και 225 παρ. 2 α’ του Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση τα όργανα της αστυνομικής αρχής που εξουσιοδοτήθηκαν από αυτήν ως αρμόδια κατά τις διατάξεις των ν. 2622/98 και 4249/2014 να ελέγξουν τα στοιχεία του αναιρεσείοντος, που είναι οι διενεργήσαντες τον έλεγχο συνοριοφύλακες, καθώς και η άρνηση αυτού ενώπιον των τελευταίων, εντεταλμένων οργάνων της αστυνομικής αρχής, να εκθέσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του δηλώνοντας προς αυτούς "Δεν έχετε το δικαίωμα να ζητάτε προσωπικά στοιχεία και να μου κάνετε έλεγχο,..", χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση του δόλου του, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η άρνηση αποκάλυψης των προσωπικών του στοιχείων, τα οποία γνώριζε αυτός καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, θεμελιωνόταν σε προσωπική πεποίθηση, αντίληψη, επιθυμία και επιλογή, γεγονός που καθιστά αυτονόητη τη γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απουσία νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και ως εκ τούτου θα πρέπει αυτή να απορριφθεί κατ’ ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδ.

με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 5-2-2016 (αριθ. πρωτ. 969/9-2-2016) αίτηση - δήλωση του Α. Π. του Χ. για αναίρεση της 841/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ