Supreme Court dismisses appeal against foreign service employee's public debt interest claim based on statute of limitations and procedural rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that awarded interest to a foreign diplomat. The State argued the lower court erred in applying interest rules to a partially recognized claim, while the diplomat contended the law mandates interest from the filing of the suit. The court held that the statute of limitations had expired and that the legal basis for interest applies uniformly regardless of the claim's procedural status.
Legislator headnote
AI generatedArt. 21 of the Code of Laws on Public Litigation; Art. 131 of Law 419/1976: Interest on public debt accrues from the filing of the lawsuit, and the expiration of the limitation period bars the claim entirely.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1217 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1217/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Χ. του Φ., υπηρετούσας στη Πρεσβεία της Ελλάδας στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1666/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6636/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (αρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".
Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.
Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.
Με τις παραγρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.
Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν.
Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν. 419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.
Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ ότι: "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου / Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας.
Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου /Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ.
Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.
Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψη τους, καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων.
Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.
ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.
Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.
Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Η/Φ. 083-13/ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω νόμου.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 παρ. 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 1256/1982, Α'65) όπως, με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια.
Με βάση δε την παρεχομένη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής ή κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1993 κοινή υπουργική απόφαση.
Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο - πλην αποσπάσεως - νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο.
Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρ. 131 παρ. 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ. 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την αγωγή τής ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίσθηκε ότι στις 15-12-1995 προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον), ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο ...
της Αρμενίας, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και του Πρέσβη της Ελλάδος στο ... . Ότι η ενάγουσα είναι έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων, εκ των οποίων το ένα σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο και το άλλο είναι ανήλικο, ότι το εναγόμενο αρνείται να της καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2005 κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των ΚΥΑ, που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης όρισαν ότι οι προσαυξήσεις καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το αιτούμενο κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη (δύο τέκνα), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, αφού η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ. 083 - 13/ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του Ε.Υ.Α. για οικογενειακά βάρη και μάλιστα κατά ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση για κάθε τέκνο, δεδομένου ότι η παραπάνω νεώτερη 083/ΑΣ 11254/22-1-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία αύξησε τα ποσοστά, που είχε χορηγήσει η ως άνω παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, καταλαμβάνει και την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως και η αναιρεσίβλητη, διατηρούν το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ειδικά δε για όσους από αυτούς ελάμβαναν το Ε.Υ.Α. (όπως και η αναιρεσίβλητη), το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση, δεν παραβίασε (το Εφετείο) τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι ο από τον αριθμό 19 λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και ως εκ τούτου προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις, η μη νόμιμη.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνυπολογίσθηκε στις αποδοχές της αναιρεσίβλητης το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αφού το επίδομα αυτό της καταβλήθηκε στο ύψος που είχε οριστεί με αποφάσεις του Υπουργού Εξωτερικών είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει κατά βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 15-12-1995 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνήφθη στο ... Αρμενίας μεταξύ αυτής και του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον πρέσβη της Ελλάδας στο ...
Ι. Σ., κατ' άρθρ. 69 παρ.4 και 70 Ν. 419/1976, προσλήφθηκε ως κλητήρας στην Ελληνική Πρεσβεία στο ... . Σύμφωνα με το άρθρο 1 της σύμβασης η εν λόγω ενάγουσα αμείβεται με μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, που θα καταβάλλεται ανά δίμηνο, καθώς και με το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.).
Αυτή (ενάγουσα), η οποία είναι έγγαμη με τον Σ. Ά. και μητέρα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δύο θυγατέρων, εκ των οποίων η μία, η Κ., που γεννήθηκε στις 26-7-1983, ήταν φοιτήτρια του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η δε δεύτερη, η Λ., ήταν ανήλικη, καθόσον γεννήθηκε στις 12-12-1989, προσέφερε τις υπηρεσίες της συνεχώς και αδιαλείπτως από της προσλήψεώς της στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο ..., ως κλητήρας, με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ήτοι από 15-12-1995 μέχρι και το χρόνο άσκησης της υπό κρίση (ένδικης) αγωγής της.
Επομένως και δοθέντος ότι το μεν επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που εδικαιούτο να λαμβάνει από 1-1-2004 έως 28-2-2005 ανερχόταν σε 3.068 δολάρια Η.Π.Α. μηνιαίως (7.670 δολάρια Η.Π.Α. μηνιαίως το επίδομα αλλοδαπής του Πρέσβη στο ... Χ 40%), και από 1-3-2005 έως 31-12-2005 σε 2.788 ευρώ μηνιαίως(6.970 ευρώ μηνιαίως το επίδομα αλλοδαπής του Πρέσβη στο ...
Χ 40%), ο δε μισθός του εσωτερικού κλητήρα Α'. που επίσης εδικαιούτο, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 15-12-2004 ανερχόταν σύμφωνα με το 14° μισθολογικό της κλιμάκιο (Μ.Κ) και με συνυπολογισμό των οικογενειακών της βαρών, σε 1.111 ευρώ μηνιαίως, και για το διάστημα από 16-12-2004 έως 12-2004, σύμφωνα με το 13° μισθολογικό της κλιμάκιο (Μ.Κ) και με συνυπολογισμό, επίσης, των οικογενειακών της βαρών, σε 1.152 ευρώ μηνιαίως, εδικαιούτο:
α) από 1-1- 2004 μέχρι 15-12-2004, 1.111 ευρώ μηνιαίως τις αποδοχές του εσωτερικού μισθού του κλητήρα Α' τάξης συν 3.068 δολ. Η.Π.Α. μηνιαίως το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που θα έπρεπε να της καταβάλλονται, μείον 1.500 δολ. Η.Π.Α. η καταβαλλόμενη αντιμισθία της, την προκύπτουσα μηνιαία διαφορά από 1.111 ευρώ συν 1.568 δολ. Η.Π.Α.
Χ 11,5 μήνες, ίσον 12.776, 50 ευρώ και 18.032 δολ. Η.Π.Α., β) από 16-12-2004 μέχρι 28-2-2005, 1.152 ευρώ μηνιαίως τις αποδοχές του εσωτερικού μισθού του κλητήρα Α τάξης συν 3.068 δολ. Η.Π.Α. μηνιαίως το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που θα έπρεπε να της καταβάλλονται, μείον 1.500 δολ. Η.Π.Α. η καταβαλλόμενη αντιμισθία της, την προκύπτουσα μηνιαία διαφορά από 1.152 ευρώ συν 1.568 δολ.
Η.Π.Α. Χ 2,5 μήνες, ίσον 2.880 ευρώ και 3.920 δολ. Η.Π.Α. και γ) από 1-3-2005 μέχρι 3 1-12-2005, 1.152 ευρώ μηνιαίως τις αποδοχές του εσωτερικού μισθού του κλητήρα Α' τάξης συν 2.788 ευρώ μηνιαίως το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που θα έπρεπε να της καταβάλλονται, μείον 1.360 ευρώ η καταβαλλόμενη αντιμισθία της, την προκύπτουσα μηνιαία διαφορά από 2.580 ευρώ Χ 10 μήνες, ίσον 25.800 ευρώ.
Επίσης, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, συνεχίζει το Εφετείο, εδικαιούτο για προσαύξηση οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, χωρίς να υπολογίζεται επ' αυτού η αναλογία επιδόματος αδείας και δώρων εορτών (άρθρα 131 παρ. 10 και 11 του Ν. 419/1976, 135 παρ. 4 Ν. 2594/1998 και 9 Ν. 2470/1997), λαμβανομένου υπόψη ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδας στο ...
ανερχόταν, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογούν (άρθρ. 261 ΚΠολΔ) οι διάδικοι, από μεν 1-1-2004 μέχρι 28-2-2005 σε 7.670 δολ. Η.Π.Α. και από 1-3-2005 μέχρι 31-12-2005 σε 6.970 ευρώ, τα εξής ποσά: α) από 1-1-2004 μέχρι 31-8-2004, το ποσό των 19.63 5,20 (για δύο προστατευόμενα τέκνα ποσοστό 16% συν 16% ίσον 32% επί 7.670 δολ. Η.Π.Α., ίσον 2.454,40 δολ. Η.Π.Α. μηνιαίως επί 8 μήνες) δολ.
Η.Π.Α., β) από 1-9- 2004 μέχρι 28-2-2005, το ποσό των 7.363,20 (για ένα προστατευόμενο τέκνο ποσοστό 16% επί 7.670 δολ. Η.Π.Α., ίσον 1.227,20 δολ. Η.Π.Α. μηνιαίως επί 6 μήνες) δολ. Η.Π.Α. και γ) από 1-3-2005 μέχρι 3 1-12-2005, το ποσό των 11.152 (για ένα προστατευόμενο τέκνο ποσοστό 16% επί 6.970 ευρώ, ίσον 1.115,20 ευρώ μηνιαίως επί 10 μήνες) ευρώ. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, η εν λόγω ενάγουσα-εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) εδικαιούτο συνολικά για τις προεκτεθείσες αιτίες τα ποσά των 52.608,50 (12.776,50 + 2.880 + 25.800 + 11.152) ευρώ και το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο καταβολής των 48.950,40 (18.032 + 3.920 + 19.635,20 + 7.363,20) δολ.
Η.Π.Α., το ύψος των οποίων, σημειωτέον, δεν αμφισβητεί το εναγόμενο - εφεσίβλητο (και ήδη αναιρεσείον), παρά μόνο τη νομική υποχρέωσή του προς καταβολή τους, και τούτων (των ποσών) οφειλομένων με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής ... . Επίσης (συνεχίζει το Εφετείο) το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι με την επιδίκαση της προσαύξησης οικογενειακών βαρών στο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής δεν δικαιούται η ενάγουσα-εκκαλούσα και το επίδομα τέκνων στις αποδοχές εσωτερικού, έχει δε αυτή λάβει για επίδομα τέκνου στις αποδοχές εσωτερικού για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2005 το συνολικό ποσό των 1.699,92 ευρώ και προτείνει το ποσό αυτό προς συμψηφισμό.
Όπως όμως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 137 παρ. 10 και 11 Ν. 419/1976 και τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 135 παρ.4 και 5 του Ν. 2594/1998 του ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής με τις προσαυξήσεις του - στέγης και οικογενειακών βαρών - παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό για την αντιμετώπιση των διαφορών κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, επιπλέον των αποδοχών τους, που αποτελούνται από το βασικό μισθό και όλα τα κατά τις κείμενες διατάξεις επιδόματα, όπως ορίζεται στην παρ. 1 των ως άνω άρθρων 131 Ν. 419/1976 και 135 Ν. 2594/1998, αντίστοιχα.
Επομένως το ως άνω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής με τις προσαυξήσεις, και στην κρινόμενη υπόθεση με την προσαύξηση οικογενειακών βαρών, που χορηγείται προκειμένου να καλύψει τις διαφορές κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, οφείλεται παράλληλα με τις αποδοχές εσωτερικού, στις οποίες, κατά τις ως άνω ρυθμίσεις περιλαμβάνονται και όλα τα προβλεπόμενα από τις κείμενες διατάξεις επιδόματα, όπως το επίδομα τέκνων (άρθρο 12 του Ν. 2470/1997).
Έτσι η καταβολή της προσαύξησης οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής της ενάγουσας δεν καλύπτει το επίδομα τέκνων στις αποδοχές εσωτερικού αυτής (ενάγουσας), το οποίο νομίμως έχει καταβληθεί και κατ' ακολουθία δεν υφίσταται η προτεινόμενη προς συμψηφισμό ανταπαίτηση του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ως τέτοιοι είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να είναι ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός από αυτά, εφόσον από την γενική αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και δη το υπ' αριθμ. πρωτ. Φ. 083.3/ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΟΥ/ ΑΣ14094/14-9-2006 έγγραφο της ΣΤ4 Δ/νσης Οικ. Διοίκησης του Υπουργείου Εξωτερικών, στο οποίο αναλύονται οι αποδοχές που έλαβε η αναιρεσίβλητη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με το συνημμένο σε αυτό πίνακα των κλιμακίων που αντιστοιχούν στη θέση και στα χρόνια υπηρεσίας της τελευταίας και τις σχετικές μισθοδοτικές καταστάσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε "τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος (τρίτος) αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει κατά βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
Με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝΑΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφόσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.
Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011). Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) με το να δεχθεί ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει τόκους (6%) και για το ποσό που αναγνώρισε ότι οφείλει να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη (μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αληθώς από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 19), είναι, σύμφωνα με τ' ανωτέρω, αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6636/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ