Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence, ruling lower court properly weighed all submitted proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first and second instance judgments. The appellant argued the Court of First Instance failed to consider specific evidence regarding the validity of their claim. The Court ruled that the lower court had properly examined and weighed all evidence presented by both parties, rendering the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346 and 559(11) of the Code of Civil Procedure: An appellate court must consider all evidence lawfully presented by the parties; an appeal based on failure to consider such evidence is inadmissible if the lower court's decision clearly demonstrates that all evidence was duly examined and weighed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1217 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1217/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας των ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία: "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε. - Α.Ε.Γ.Ε.Κ. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ" (πρώην "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε. - ΕΥΛΚΕΙΔΗΣ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ", που προήλθε από την πρώην ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΓΕΚΑΤ. Α.Τ.Ε. - ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ), η οποία έχει την έδρα της στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως από την διαχειρίστρια και μέλος αυτής, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε., εδρεύουσα ως άνω, νομίμως εκπροσωπούμενη. 2) Των μελών της ανωτέρω κοινοπραξίας:
α) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. που έχει την έδρα της στον Δήμο Αμαρουσίου και εκπροσωπείται νομίμως.
β) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία: ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τον διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε." ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΚΑΤ ΑΤΕ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (Φ.Ε.Κ. Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 8886/22.8.2002), που έχει την έδρα της στην Κηφισιά, τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46 του Ν. 1892/90 και εκπροσωπείται νομίμως.
γ) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Γ.Ε.Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Ε.Γ.Ε.Κ." ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (Φ.Ε.Κ. Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 2198/31.3.2006), που έχει την έδρα της στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως.
δ) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ, που έχει την έδρα της στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως.
Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ζέπου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 958/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/6/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί στην ουσία της η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη.
II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'και 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Προς εξεύρεση της παραβίασης του νόμου, ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση, την ελάσσονα πρόταση και το συμπέρασμα (διατακτικό). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα στο διατακτικό.
Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωστεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19. Ειδικότερα, σε σχέση με το λόγο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό, κατά τρόπο σαφή και επαρκή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνον το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Τέλος, στο άρθρο 4 του π.δ 34/1995 περιέχεται μια σειρά ρυθμίσεων, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εισαγωγή εξαιρέσεων από την προστασία του εν λόγω διατάγματος.
Με τις ρυθμίσεις αυτές συγκροτείται ουσιαστικά μία κατηγορία ακινήτων, τα οποία είναι γενικώς ανεπίδεκτα, επαγγελματικής μίσθωσης. Και τούτο, διότι η προστασία του μισθωτή είναι δικαιολογημένη, μόνο όταν ο ίδιος (αυτοπροσώπως ή μέσω βοηθών εκπληρώσεως) μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη της επιχείρησης ή του επαγγέλματος του, με την προσέλευση πελατείας και τη διεύρυνση της.
Η δυνατότητα αυτή, έτσι, αποτελεί ουσιαστικά προϋπόθεση της παρεχομένης από το π.δ 34/1995 προστασίας. Επομένως, όταν η καλή πορεία και η ανάπτυξη της δραστηριότητος του μισθωτή είναι εξασφαλισμένες χάρη στη θέση και στις ιδιότητες του μισθίου και δεν διαφοροποιούνται ανάλογα μ' αυτές, ανάγκη προστασίας του συγκεκριμένου μισθωτή δεν υφίσταται.
Τούτο συμβαίνει, όταν το ακίνητο βρίσκεται σε ευρύτερους χώρους, στους οποίους, λόγω της φύσης τους, προσέρχεται σταθερά μεγάλος αριθμός πολιτών που αποτελούν την εν δυνάμει πελατεία των μισθουμένων ακινήτων. Ενόψει τούτου, τα εν λόγω ακίνητα καθίστανται ουσιαστικά ανεπίδεκτα επαγγελματικής μίσθωσης, αφού η μίσθωσή τους, σύμφωνα με τις επιμέρους διατάξεις του άρθρου 4, δεν υπάγεται στην προστασία του π.δ 34/1995 και ανεξάρτητα από τη συνομολογημένη χρήση τους.
Τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. στ' του π.δ 34/1995, τα ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε οποιοδήποτε νεκροταφείο, ανεξάρτητα από το φορέα του δικαιώματος κυριότητας σ' αυτά. Ως νεκροταφείο νοείται η έκταση που είναι προορισμένη για την ταφή των νεκρών και περιβάλλει όλες τις αναγκαίες προς τούτο εγκαταστάσεις, καθώς και τους χώρους για τη φιλοξενία και την εξυπηρέτηση των επισκεπτών.
Στους τελευταίους ανήκουν, ενδεικτικά, οι χώροι στάθμευσης, τα κτίρια διοικητικών υπηρεσιών, αλλά και τα καταστήματα πωλήσεως των ειδών που χρησιμεύουν για την τέλεση θρησκευτικών τελετών και την απόδοση μνήμης και τιμής στους νεκρούς (όπως εργαστήρια μαρμάρων, ανθοπωλεία, αίθουσες δεξιώσεων κ.λ.π). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, οι διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ 34/1995 δεν προσκρούουν στις συνταγματικές αρχές της ισότητας ή της οικονομικής ελευθερίας του ατόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κρίνοντας την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα εξής: "Η πρώτη από τις ενάγουσες, κοινοπραξία, αποτελούμενη από τις λοιπές ενάγουσες εταιρείες, εκμίσθωσε, σύμφωνα με το από ......
ιδιωτικό συμφωνητικό και το από .... τροποποιητικό αυτού, στον εναγόμενο, ένα ισόγειο κατάστημα, με τον αριθμό ..., εμβαδού 36 τ.μ., που βρίσκεται εντός του ..... του Συνδέσμου Δήμων ... και ....., στην περιοχή του ..... Πειραιώς (.......) προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνο ως κατάστημα πώληση ειδών νεκροταφείου, απαγορευομένης οποιασδήποτε μετατροπής της χρήσης αυτής, όπως και της, παράλληλα με την ανωτέρω, σύγχρησης αυτού για άλλη αιτία.
Με τον 3° όρο του ως άνω συμφωνητικού ορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης για πέντε (5) έτη, δηλαδή από 1-4-2000 έως και 31-3-2005 και ότι μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας είναι δυνατή η συμβατική ανανέωση ή παράταση αυτής με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων και υπό τους αυτούς ή άλλους όρους. Συμφωνήθηκε πάντως ότι ο μισθωτής θα προτιμάται για την εκ νέου παραχώρηση σ' αυτόν της χρήσεως του καταστήματος έναντι παντός τρίτου, εφόσον προσφέρει τους αυτούς με τον τρίτο όρους.
Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 200.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 7,5%, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Το εν λόγω μίσθιο κατάστημα ανήκει κατά κυριότητα στον Σύνδεσμο Δήμων .... και ....., η εκμετάλλευση του, ωστόσο, παραχωρήθηκε από τον Σύνδεσμο στην πρώτη από τις ενάγουσες (κοινοπραξία), ως εργολαβικό αντάλλαγμα, για 15 έτη από την πλήρη λειτουργία του νεκροταφείου, σύμφωνα με την από ......
σύμβαση παραχώρησης, με την οποία ανέλαβε, ως ανάδοχος, την εκτέλεση του έργου "Μελέτη-Κατασκευή-Χρηματοδότηση του έργου: Νεκροταφείο Συνδέσμου Δήμων .... και .....'' και της από .... τοποποιητικής της. Η μίσθωση αυτή, μετά τη πάροδο του συμφωνημένου χρόνου (31-3-2005), έληξε και οι ενάγουσες, που είναι αντίθετες στην περαιτέρω παράταση ή ανανέωση αυτής, έχουν έκτοτε γεννημένο και ενεργό δικαίωμα να αξιώσουν την απόδοση της χρήσεως του μισθίου από τον μισθωτή, κατ' άρθρα 599 παρ. 1 και 608 παρ. 1 ΑΚ, το δε δικαίωμά τους αυτό απορρέει από τη γενική ατομική ελευθερία εκάστου προς οικονομική δράση.
Ο πρώτος ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου, που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της εφέσεως, ότι η ένδικη μίσθωση δεν έληξε, δεδομένου ότι είναι εμπορική και συνεπώς προστατεύεται από τις διατάξεις του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.
στ' του ΠΔ 34/1995, σαφώς ορίζεται ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού οι μισθώσεις χώρων εντός νεκροταφείων, όπως είναι η ένδικη μίσθωση. Οι μισθώσεις αυτές, ανεξαρτήτως του αν ο εκμισθωτής είναι το Δημόσιο ή άλλο πρόσωπο, δεν προστατεύονται. Δεν είναι απαραίτητο δηλαδή, το νεκροταφείο να ανήκει στο Δημόσιο, σε Δήμο ή Κοινότητα, διότι στη διάταξη δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση.
Σύμφωνα με το αληθές πνεύμα του άρθρου 4 του ΠΔ 34/1995, εξαιρούνται από την προστασία του ορισμένες κατηγορίες μισθώσεων για διάφορους λόγους, κυρίως διότι η πελατεία τους είναι αναγκαστική, χωρίς ευχέρεια επιλογής και εξασφαλισμένη, λόγω της θέσεως του μισθίου και δεν οφείλεται στη δραστηριότητα του μισθωτή και τα όσα, περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του είναι αβάσιμα και απορριπτέα....." Περαιτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών, που αποτελούσε και τον τρίτο λόγο της εφέσεως του κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, δέχτηκε ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " .......Κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ο εκπρόσωπος των εναγουσών διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι η προοπτική ήταν να παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί 15 έτη και σύμφωνα με τον προαναφερόμενο τρίτο όρο του συμφωνητικού μίσθωσης, συμφωνήθηκε ότι αυτός θα προτιμηθεί στην εκ νέου παραχώρηση σ' αυτόν της χρήσης του μισθίου έναντι παντός τρίτου, εφόσον προσφέρει τους ίδιους με τον τρίτο όρους, πλην όμως η άρνηση των εναγουσών να προτιμήσουν τον εναγόμενο έναντι τρίτων, είναι δικαιολογημένη, διότι αυτός, κατά τη διάρκεια της ένδικης μίσθωσης, δεν ήταν υποδειγματικός μισθωτής και συνεπώς δεν επρόκειτο να είναι αν συναπτόταν νέα σύμβαση μετά τη λήξη της ένδικης, αφού θα εξακολουθούσε να αθετεί τον πέμπτο όρο, που ορίζει ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο ως κατάστημα πώλησης ειδών νεκροταφείου και ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε μετατροπή της ανωτέρω χρήσης, όπως και η παράλληλα με την ανωτέρω σύγχρηση αυτού για άλλη αιτία.
Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος παραβαίνει τον όρο αυτό της ένδικης σύμβασης, αφού πωλεί στο μίσθιο, εκτός από τα είδη νεκροταφείου (όπως συμφωνήθηκε) και φυσικά άνθη, κάνοντας δηλαδή σύγχρηση του μισθίου και ως ανθοπωλείου, γεγονός που δημιουργεί πρόβλημα στις σχέσεις της εκμισθωτρίας με τον μισθωτή άλλου μισθίου εντός του χώρου του εν λόγω νεκροταφείου και συγκεκριμένα με τον μισθωτή γ1 (ανεψιό του), ο οποίος λειτουργεί στο μίσθιό του αποκλειστικά επιχείρηση ανθοπωλείου.
Με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με το ότι οι ενάγουσες δικαιούνται μετά τη λύση της μίσθωσης να συνάπτουν νέα μίσθωση με οποιονδήποτε τρίτο και όχι με τον εναγόμενο, διότι τούτο άλλωστε αποτελεί φυσική ευχέρεια αυτών, όπως και κάθε προσώπου, να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση και να επιλέγει τα πρόσωπα των αντισυμβαλλομένων του, η οποία (ευχέρεια) αποτελεί έκφανση της οικονομικής ελευθερίας, που απορρέει από το άρθρο 5 παρ.
Ι του Συντάγματος και την "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων με οποιοδήποτε νόμιμο περιεχόμενο, που απορρέει από το άρθρο 361 ΑΚ, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγουσών για απόδοση της χρήσης του μισθίου, δεν υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ως άνω ένσταση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα........". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 7282/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του, για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.
Πολ. Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα .αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δε έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ. 335/ 15-10-2003 αίτηση ακυρώσεως και αίτηση αναστολής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου των αναιρεσιβλήτων, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ......., το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του γ1, καθώς και τα έγγραφα νομιμοποίησης αυθαίρετης κατασκευής, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων για ν' αποδείξει τη βασιμότητα της ενστάσεως του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά μέρη τους οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στην πραγματικότητα πλήττουν, με την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση των 12/2006 και 958/2007 αποφάσεων, αντίστοιχα, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ