Legislator Case Law & Legislation
1216/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and appeal against appeal due to procedural time limits and inadmissibility.

Case Number 1216/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment and the subsequent appeal against the second-instance decision. The appellant, a social security fund, sought to overturn a final judgment regarding a debt dispute, while the respondent failed to appear. The court ruled that the appeal against the second-instance decision was procedurally inadmissible because the respondent's earlier appeal was filed late, leaving no legal ground for the case to be re-examined on its merits by the Court of Appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 74(1) and 83(1) of Law 4690/2020; Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure: When an appeal against a second-instance decision is inadmissible due to procedural defects, the Supreme Court must dismiss the appeal and retain the case, as no legal basis exists for re-examination on the merits.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility time limits suspension appeal against appeal retention of case court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 74(1) of Law 4690/2020
Article 83(1) of Law 4790/2021
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 62(3)(θ) of Law 4387/2016
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1216 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1216/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - e-ΕΦΚΑ" (πρώην "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - ΕΦΚΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Λ. του Α., κατοίκου Καρδίτσας, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2011 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει το ήδη αναιρεσείον, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα ( 10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι: "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 1129/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-04-2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), υπ' αριθμ. 227/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 25-11-2020, χρόνος κατά τον οποίο ίσχυε ήδη η (από 7-11-2020 έως 5-4-2021) αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω του κορωνοϊού COVID-19, από την επομένη δε της λήξης της αναστολής (6-4-2020), μέχρι την άσκησή της, με την κατάθεσή της, στις 5-5-2021, στη Γραμματεία του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, δεν είχε συμπληρωθεί η κατ' άρθρο 564 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοσή της. Είναι, επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγω αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως, ρητώς, με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς, με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί, και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ' αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος, μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Α.Π. 468//2019, Α.Π. 41/2018, Α.Π. 562/2017, Α.Π. 713/2015, Α.Π. 1465/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 6-12-2021 απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιαρχείου του Δ.Ε.

Καρδίτσας, ο αναιρεσίβλητος Θ. Λ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στις 16-11-2021, ήτοι μετά την κατ' αυτού άσκηση της ένδικης από 27-4-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 5-5-2021, με την από 2-12-2019 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας, στις 28-2-2022, με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του τη σύζυγό του Δ.

Λ. του Γ., ενώ τα τρία τέκνα του, Α. Λ., Κ. Λ. και Π. Λ., αποποιήθηκαν την κληρονομία αυτού, δυνάμει των υπ' αριθμ. 139, 140 και 141/8-3-2022, ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, εκθέσεων αποποίησης κληρονομίας. Ακολούθως, ο αναιρεσείων e-ΕΦΚΑ, θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, επέσπευσε την επανάληψη αυτής, με την προς την κληρονόμο του αναιρεσιβλήτου επίδοση, μετά την παρέλευση της τετράμηνης προς αποποίηση της κληρονομιάς προθεσμίας, αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2-2-2014, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη από αυτόν (αναιρεσείοντα), υπ' αριθμ. ...

έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαρίσης Δ. Τ.. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η κληρονόμος του θανόντος αναιρεσιβλήτου, Δ. Λ., ούτε κατατέθηκε γι' αυτή έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της παραπάνω κληρονόμου του αναιρεσιβλήτου, η οποία κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 227/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο ήδη ο αναιρεσείων e-ΕΦΚΑ, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, την από 21-5-2011 και με αριθμό κατάθεσης 223/1-12-2011 αγωγή του, κατά του αρχικώς αναιρεσιβλήτου και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 5.332,76 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί σε αξιώσεις αποζημίωσης του ασφαλισμένου του Κ.

Μ., που μεταβιβάσθηκαν εκ του νόμου σ' αυτό και αφορούν σε νοσήλια και δαπάνες επιδότησης ασθένειας, που καταβλήθηκαν στον παραπάνω ασφαλισμένο του, λόγω τραυματισμού του στο περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα. Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του πρώτου εναγομένου, αρχικώς αναιρεσίβλητου και αντιμωλία του λοιπών διαδίκων, η υπ' αριθμ. 234/17-5-2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ως παρεγεγραμμένη και έγινε αυτή δεκτή, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα το ως άνω ποσό των 5.332,76 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ηττηθείς πρώτος εναγόμενος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, την από 2-10-2018 (αρ. κατ. 71/2-10-2018) έφεση, στην οποία ενσωμάτωσε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενος ότι δεν του επιδόθηκε ποτέ η υπ' αριθμ. 234/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, η οποία δημοσιεύθηκε την 17-5-2013 και ότι δεν μπόρεσε να τηρήσει την τριετή προθεσμία προς άσκηση της εφέσεως, λόγω συνδρομής ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του ίδιου, αφού δε ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών δικονομική κατάσταση, κατά το άρθρο 152 του Κ.Πολ.Δ., ώστε να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η έφεσή του, ακολούθως, παραπονούμενος για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσείοντος, αφού έκανε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δέχτηκε τυπικά την έφεση, θεωρώντας αυτήν πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της εφέσεως, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει τη σχετική προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, είτε με το δικόγραφο της εφέσεως, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.

Έτσι, ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρ. 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης αποφάσεως, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σ' αυτή, με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (Ολ.Α.Π. 29/1992), θεωρείται δηλαδή πλασματικά, ως εμπρόθεσμη.

Ανταποκρίνεται, έτσι, η επαναφορά, σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης.

Συνεπώς, ο θεσμός της επαναφοράς, ως ιδιαίτερη εγγύηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς, που αναιρούν τελικά την ίδια την ουσία του. Σε αντίθεση, όμως, με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, οι καταχρηστικές προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτές τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ` αυτές αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων, που συνιστούν την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία.

Καταχρηστική είναι και η κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 518 του Κ.Πολ.Δ. διετής [ή τριετής, σε περίπτωση που η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε πριν τη σύντμησή της, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (Ολ.Α.Π. 10/2018, ΑΠ 933/2020, ΑΠ 817/2020, 471/2020, ΑΠ 712/2019)] προθεσμία για την άσκηση εφέσεως, που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης αποφάσεως και ισχύει, αν η πρωτόδικη απόφαση δεν έχει επιδοθεί.

Η παρέλευση άπρακτης της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως, αποτελεί αποσβεστικό λόγο του ενδίκου αυτού μέσου, χωρίς να λαμβάνονται, κατά τα λοιπά, υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν ενδεχομένως να τηρήσουν τη σχετική προθεσμία.

Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη και προσφυγή στο δικαστήριο (σχετ. Α.Π. 1385/2021, Α.Π. 1049/2019, Α.Π. 1030/2019, Α.Π. 264/2013, Α.Π. 2064/2009).

Τέλος, η έννοια της ανώτερης βίας, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου, η ανώτερη βία συνιστά κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα, η σχετική διαδικαστική πράξη τους, να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ως προς αυτό, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Όμως, η συνδρομή αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία, στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (Α.Π. 219/2016, Α.Π. 490/2009).

Συνεπώς, με τους λόγους, αντίστοιχα, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που λαμβάνονται συνδυαστικά, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη αρχικά ανώτερης βίας και, ακολούθως, ως προς την κήρυξη ή μη κήρυξη, εξαιτίας αυτής, ακυρότητας ή απαραδέκτου. Έτσι, η παραδοχή της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο, από τα άρθρα 152 επ.

του Κ.Πολ.Δ., τασσόμενες προϋποθέσεις, με περαιτέρω αποτέλεσμα να θεωρηθεί το ένδικο μέσο ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα, συνιστά μεν σφάλμα, υπό την έννοια της παράλειψης του δικαστηρίου να το απορρίψει ως απαράδεκτο και, συνεπώς, θεμελιώνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ωστόσο η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ' αυτή στηρίζεται η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ελέγχεται προηγουμένως αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ή, ενδεχομένως, από τον αριθμό 19 αυτού (Α.Π. 800/2019, Α.Π. 1119/2017, Α.Π. 741/2016).

Ως ανώτερη βία, στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 158 του Κ.Πολ.Δ., νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Τέτοιο γεγονός δεν είναι, πάντως, μόνη η άγνοια, έστω και ανυπαίτια, από το διάδικο ή το νόμιμο εκπρόσωπό του, της έγκυρης επίδοσης (σχετ.

Ολ.Α.Π. 29/1992, Α.Π. 445/2015, Α.Π. 443/2015, Α.Π. 153/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχτηκε αρχικά ότι "...ο ολικά ηττηθείς πρώτος εναγόμενος (αρχικώς αναιρεσίβλητος) άσκησε την υπό κρίση από 2-10-2018 και με αριθμό καταθέσεως Εφ69/2018 έφεση, με την οποία ζητεί, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η υπ' αριθ.

κατάθεσης 223/2011 αγωγή σε βάρος του. Η ανωτέρω έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο των τριών ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (η οποία δημοσιεύθηκε την 17/5/2013), αφού επικαλείται ότι δεν του επιδόθηκε ποτέ η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 518 Κ.Πολ.Δ.)...", στη συνέχεια, σε σχέση με τη σωρευθείσα στο δικόγραφο της εφέσεως αυτού, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί η έφεσή του ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, δέχτηκε ότι "...

αποδεικνύονται, ως προς την ύπαρξη ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του εκκαλούντος (αρχικώς αναιρεσιβλήτου) ως προς την άσκηση εμπρόθεσμης έφεσης, τα εξής: Το ήδη εφεσίβλητο (Ι.Κ.Α., δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσείοντος) άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 21-5-2011 και υπ' αριθ. καταθ. 223/2011 αγωγή του, σε βάρος του εκκαλούντος και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." ..., αιτούμενο αποζημίωση συνολικού ποσού 5.332,76 ευρώ, ως ex lege ειδικός διάδοχος του παθόντος ασφαλισμένου του Κ.

Μ., λόγω τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκησαν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΚΑΕ 3238 ΙΧΕ αυτοκίνητο -ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ως άνω συνεναγόμενη του ασφαλιστική του εταιρία - και το υπ' αριθ. ΝΤ 9565 δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Κ. Μ.. Η αγωγή, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 01-12-2011, επιδόθηκε την 21-10-2011 στη σύζυγο του εκκαλούντος, Δ.

Λ. του Γ. ... Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 3ης/5/2012, οπότε ματαιώθηκε λόγω διενέργειας εκλογών. Ακολούθως το εφεσίβλητο επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή του, με την από 12/6/2012 κλήση του, που προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 8ης/11/2012.

Η εν λόγω κλήση, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε και πάλι στη σύζυγο του εκκαλούντος, Δ. Λ. του Γ. ... Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11ης/4/2013, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε και εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Από την επισκόπηση των αντιγράφων του πινακίου των συνεδριάσεων του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, κατά τις δικάσιμους της 1/12/2011, της 3/5/2012, της 8/11/2012 και της 11/4/2013, προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών ήταν πάντα απών.

Από την ένορκη δε κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Δ. Λ., σε συνδυασμό με την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Λ., υιού του εκκαλούντος και της Δ. Λ., προκύπτει ότι ο εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως το 2016, ήταν σε διάσταση με τη σύζυγό του Δ. Λ., λόγω προβλημάτων που είχαν προκύψει στις σχέσεις τους, με αποτέλεσμα να συγκατοικούν απλώς κατά τους χειμερινούς μήνες στην οικία τους που βρίσκεται στην Καρδίτσα, πλην όμως να μην έχουν επί της ουσίας καμία επαφή και επικοινωνία.

Μάλιστα ο εκκαλών για περίπου έξι μήνες κάθε χρόνο, από την άνοιξη μέχρι το πέρας του φθινοπώρου, μετέβαινε στην εξοχική κατοικία του υιού του, που βρίσκεται στο ορεινό χωριό ... του Νομού Καρδίτσας, μην έχοντας καμία επαφή με τη σύζυγό του. Όπως προαναφέρθηκε, τόσο η από 21-05-2011 και υπ' αριθ. καταθέσεως 223/2011 αγωγή όσο και η από 12-06-2012 και υπ' αριθ.

καταθέσεως 237/2012 κλήση, επιδόθηκαν στη Δ. Λ., ωστόσο η τελευταία ουδέποτε ενημέρωσε τον εκκαλούντα για την επίδοση των δικογράφων αυτών, ούτε του παρέδωσε τα εν λόγω δικόγραφα, αλλά τα τοποθέτησε σε ένα χαρτόκουτο, όπου ο εκκαλών συνήθιζε να τοποθετεί τις εφημερίδες του και τους λογαριασμούς του, δίχως όμως να προβεί σε κάποια νύξη ως προς την τοποθέτηση των δικογράφων στο συγκεκριμένο σημείο.

Τούτο είχε ως συνέπεια να μη λάβει γνώση ο εκκαλών των δικογράφων αυτών και ως εκ τούτου να μην παρασταθεί στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να δικαστεί ερήμην και γίνει δεκτή εις βάρος του η αγωγή, ενώ αυτή απορρίφθηκε ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, αφού έγινε δεκτή από το Δικαστήριο η ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, όπως επίσης της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος μέχρι την επίδοση της αγωγής και της μεγάλης ηλικίας του εκκαλούντος, κρίνονται πειστικοί οι ισχυρισμοί του ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής που άσκησε το ενάγον και ήδη εφεσίβλητο σε βάρος του και ότι έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης το πρώτον την 11/9/2018, με την παραλαβή, δια συστημένης επιστολής, της υπ' αριθ.

πρωτ. 217/6-9-2018 ατομικής ειδοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών του Κ.Ε.Α.Ο. του Ε.Φ.Κ.Α. Καρδίτσας, που καταλόγιζε σε βάρος του το ως άνω επιδικασθέν στο ενάγον ποσό 5.332,76 ευρώ, πλέον τόκων και πρόσθετων τελών και συνολικά το ποσό των 6.115,84 ευρώ. Επειδή όμως η άγνοια του διαδίκου για τη γενόμενη προς αυτόν επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου και δη της εν διαστάσει τότε συζύγου του Δ.

Λ., και όχι του διαδίκου, πρέπει να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους δεν ευθύνεται ο εκκαλών και πρέπει να ληφθεί πρόνοια από το παρόν Δικαστήριο, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 152 παρ. 1 Κ,Πολ,Δ,, για λόγους επιείκειας προς το διάδικο, προς αποκατάσταση της πλημμέλειας αυτής.

Επομένως, η ενσωματωμένη στην παρούσα έφεση αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ακολούθως να θεωρηθεί παραδεκτή η ασκηθείσα κρινόμενη έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, αφού σημειωθεί ότι το εφεσίβλητο, λόγω της ερημοδικίας του, δεν προβάλει οποιεσδήποτε αντιρρήσεις κατά της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 2/10/2018, κατά της υπ' αριθ. 234/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της ειδικής διαδικασίας των άρθρων 666 επ. Κ.Πολ.Δ., να γίνει τυπικά δεκτή (θεωρούμενη πλασματικά ως εμπρόθεσμη) και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της...".

Δηλαδή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε ότι οι επικαλούμενες από τον εκκαλούντα, αρχικώς αναιρεσίβλητο, προσωπικές συνθήκες (ανυπαίτια άγνοια της προς τη σύνοικο σύζυγό του επίδοσης της αγωγής και της κλήσης με την οποία αυτή επαναφέρθηκε, μετά από ματαίωση), συνιστούν ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας ο ίδιος δεν μπόρεσε να τηρήσει την τριετή καταχρηστική προθεσμία της εφέσεως και, κατόπιν τούτου, αφού έκανε δεκτή τη σωρευθείσα στο δικόγραφο της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ως νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., και κατ' ουσίαν βάσιμη, δέχτηκε τυπικά την έφεση, θεωρώντας αυτή πλασματικά ως εμπρόθεσμη.

Με τις παραδοχές αυτές το ως άνω δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, καθόσον, η μη τηρηθείσα τριετής προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, ως καταχρηστική δικονομική προθεσμία, δεν είναι δεκτική αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ` αυτή αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεώς της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων, που συνιστούν την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Σε κάθε δε περίπτωση, η επικληθείσα και δεκτή γενόμενη από το δικαστήριο ως αποδεδειγμένη, ανυπαίτια άγνοια του ήδη αναιρεσιβλήτου, της προς τη σύνοικο σύζυγό του επίδοσης της αγωγής και της κλήσης με την οποία αυτή επαναφέρθηκε, μετά από ματαίωση της συζήτησής της, δεν συνιστά, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης και, συνακόλουθα, δεν συνιστά ανώτερη βία, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 152 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δέχτηκε ότι η άγνοια του εκκαλούντος ως προς την επίδοση των προαναφερομένων δικογράφων στη σύζυγό του, συνιστά ανώτερη βία, ενόψει του ότι είναι ανυπαίτια, εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 152 του Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν τούτου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, της εφαρμογής του άρθρου 152 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκουσας, μετά ταύτα, της έρευνας του ίδιου λόγου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., καθώς, η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου σκέλους του λόγου αυτού, που έγινε δεκτό, στο σύνολο της αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, μπορεί, η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση, να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επανεκδίκαση της υπόθεσης από το δικάσαν Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι, μετ' απόρριψη της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η υπ' αριθμ. εκθ. κατ. ΕΦ69/2.10.2018, ασκηθείσα από τον αρχικώς αναιρεσίβλητο και κατά του αναιρεσείοντος, έφεση, είναι απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την, κατά τα άνω, αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η ως άνω έφεση του εκκαλούντος, αρχικώς αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθμ. 234/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν.2579/1998 (ΦΕΚ Α' 31/17.2.1998), σε συνδυασμό με άρθρο 11 του ως άνω κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και άρθρο 22 παρ. 4 του Ν.1868/1989, σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

παράβολου, για την άσκηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), που κατέθεσε προτάσεις, τόσο του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όσο και της παρούσας δίκης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.

Θ Ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 Ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 16/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 687/2018, ΑΠ 343/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 227/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της υπ' αριθμ. εκθ. κατ. ΕΦ69/2.10.2018 εφέσεως του αρχικώς αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθμ. 234/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας.

Απορρίπτει την ως άνω υπ' αριθμ. εκθ. κατ. ΕΦ69/2.10.2018 έφεση.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα, στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ