Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court properly considered all evidence including witness testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued the appellate court erred by relying on a witness's sworn testimony that was never presented in court, claiming a procedural violation. The court ruled that the appellate court correctly noted the witness's testimony was part of the first-instance record and thus properly considered, rendering the appeal inadmissible on its merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court does not violate procedural law by relying on evidence admitted at the first instance, even if it misstates the location of the hearing in the written decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1216 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1216/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαλαμά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" και ήδη "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 2-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2547/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2540/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2021 αίτησή της και τον από 30-12-2022 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 15-7-2021 (αρ. κατ. 6632/849/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2540/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Με την αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθεί ο από 30-12-2022 πρόσθετος λόγος αυτής, που ασκήθηκε παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., με ιδιαίτερο δικόγραφο (αρ. κατ. 198/30-12-2022), το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους (βλ. τις υπ' αριθμ. 11587Β' και 11588Β'/2-1-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Σ.. Κ.).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2540/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ένδικη, από 31-12-2018 και με αρ. κατ. 7882/448/2019 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας την ασφαλισμένη στη δεύτερη εναγόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της, ως πεζής, ζήτησε να επιδικασθεί υπέρ αυτής αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ιδιαίτερη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 του Α.Κ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 2547/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτια για τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα, είναι η ίδια η ενάγουσα. Κατά της αποφάσεως αυτής η τελευταία άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 27-12-2019 και με αρ. κατ. 179/142/2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.
στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 898/2020, ΑΠ 797/2020). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται:
α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν. β) Αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους. [...]. ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τα κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-11-2017 ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 22.30 μ.μ., στην Αθήνα και ειδικότερα στην περιοχή του Παγκρατίου, επί της οδού Ευτυχίδου, πριν τη συμβολή αυτής με την οδό Σπύρου Μερκούρη, ο πρώτος εναγόμενος, Α.
Α. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία. Πρόθεση του πρώτου εναγομένου ήταν να διασχίσει τη διασταύρωση της οδού Ευτυχίδου με την οδό Σπύρου Μερκούρη στα δεξιά του και να συνεχίσει ευθεία στην οδό Ευτυχίδου, είχε δε κατεύθυνση από την οδό Υμηττού προς τη Λ.
Βασιλέως Κωνσταντίνου. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, η οδός ήταν υγρή, εξαιτίας προηγηθείσας βροχόπτωσης, ήταν νύχτα και ο τεχνητός φωτισμός στην οδό Ευτυχίδου μετά τη συμβολή αυτής με την οδό Σπύρου Μερκούρη ανεπαρκής, ενώ η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών κανονική (βλ. την από 17-11-2017 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών).
Σημειώνεται, ότι, η εν λόγω οδός (Ευτυχίδου) είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρα. Επίσης, κατά τον χρόνο εκείνο, υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στο άκρο του οδοστρώματος και στα δύο ρεύματα πορείας της οδού Ευτυχίδου. Στο συγκεκριμένο σημείο, επίσης, στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Ευτυχίδου με κατεύθυνση από Λ.
Βασιλέως Κωνσταντίνου προς οδό Υμηττού, υφίστανται φωτεινοί σηματοδότες για την κίνηση των οχημάτων και των πεζών, ενώ, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Ευτυχίδου (με κατεύθυνση από οδό Υμηττού προς Λ. Β. Κωνσταντίνου), υφίσταται φωτεινός σηματοδότης που ρυθμίζει μόνο την κίνηση των πεζών. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην περιοχή εκείνη ανέρχεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, ενόψει του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), πριν τη διασταύρωση της οδού Ευτυχίδου με την οδό Σπύρου Μερκούρη, ακινητοποίησε, όντας πρώτος κατά σειρά, τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, στον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη, και στη συνέχεια, με την αφή του πράσινου φωτός, ξεκίνησε να διασχίζει σύννομα την ανωτέρω διασταύρωση μαζί με άλλες δύο μοτοσικλέτες, προπορευόμενος αυτών.
Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), κατά τον ίδιο χρόνο, άρχισε, ενώ ήδη είχε ανάψει ο ερυθρός σηματοδότης για τους πεζούς, τρέχοντας, να κινείται στο οδόστρωμα της οδού Ευτυχίδου, ευρισκόμενη εκτός της διάβασης πεζών, ήτοι σε απόσταση περίπου 3-3,50 μέτρων από το άκρο της διάβασης, από τα αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία της προρρηθείσας μοτοσικλέτας, έχοντας σκοπό να ανέλθει στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Ευτυχίδου.
Έτσι, αφού πρώτα η ενάγουσα κινήθηκε ανάμεσα στα σταθμευμένα οχήματα του ρεύματος πορείας από Λ. Β. Κωνσταντίνου προς οδό Υμηττού, κινήθηκε πίσω από σταματημένο ογκώδες όχημα (τύπου τζιπ), διασχίζοντας το εν λόγω ρεύμα πορείας. Φτάνοντας, δε, στη διπλή διαχωριστική γραμμή της ανωτέρω οδού, χωρίς προηγούμενο έλεγχο για την κίνηση οχημάτων, συνέχισε να διασχίζει τρέχοντας σχεδόν όλη την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας του συγκεκριμένου ρεύματος πορείας (προς Λ.
Β. Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια, επιχείρησε να εισέλθει στην επόμενη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινείτο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας τη δίκυκλη ως άνω μοτοσικλέτα του. Έτσι, το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του πρώτου εναγομένου ήλθε σε επαφή με τη δεξιά πλευρά του σώματος της ενάγουσας, την οποία χτύπησε και παρέσυρε κάποια μέτρα, μέχρι το σημείο όπου βρέθηκε η κηλίδα αίματος της ενάγουσας (βλ.
το από 17-11-2017 σχεδιάγραμμα που συντάχθηκε από την Υποδιεύθυνση Τροχαίας Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο, η κηλίδα αίματος βρέθηκε σε απόσταση 0,90 μέτρων από το πεζοδρόμιο της οδού Ευτυχίδου και σε απόσταση 22 μέτρων από την αρχή της διασταύρωσης της εν λόγω οδού με την οδό Σπύρου Μερκούρη). Ακολούθως, και η μοτοσικλέτα του πρώτου εναγομένου, μαζί με τον ίδιο ανετράπη.
Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για τις συνθήκες που έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα επιρρωνύεται και από την υπάρχουσα στη σχετική ποινική δικογραφία ένορκη κατάθεση της μοναδικής αυτόπτη μάρτυρα (σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος) Δ. Χ., η οποία δόθηκε την ημέρα του επίδικου ατυχήματος και ώρα 23.06 μ.μ., ήτοι λίγη μόλις ώρα μετά από αυτό.
Η εν λόγω αυτόπτης μάρτυρας, κατά τη στιγμή του ένδικου ατυχήματος βρισκόταν με το αυτοκίνητό της πίσω από το προρρηθέν ογκώδες όχημα (τύπου τζιπ), προσωρινά ακινητοποιημένη στον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη της οδού Ευτυχίδου, στο ρεύμα πορείας από Λ. Β. Κωνσταντίνου προς οδό Υμηττού. Εκείνη, είδε την ενάγουσα να τρέχει, πίσω από το εν λόγω τζιπ, για να διασχίσει την οδό Ευτυχίδου από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με το δικό της όχημα, σε χρόνο όπου αναμενόταν, από στιγμή σε στιγμή, η αφή της πράσινης ένδειξης στο σχετικό φανάρι για τα ακινητοποιημένα οχήματα.
Εάν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι μεσολαβεί ο αναγκαίος χρόνος από τη στιγμή που ο σηματοδότης για τους πεζούς γίνεται κόκκινος μέχρι την αφή της πράσινης ένδειξης στο σηματοδότη για την έναρξη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, αποδεικνύεται, ότι, η ενάγουσα ξεκίνησε να διασχίζει την οδό Ευτυχίδου έχοντας κόκκινη ένδειξη στο σηματοδότη για την κυκλοφορία των πεζών.
Αυτό εξηγεί και το γεγονός της επιλογής αυτής να τρέξει για να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της υπό κρίση οδού. Επίσης, η ανωτέρω Δ. Χ., κατέθεσε, ότι, εκείνη τη στιγμή είχε ξεκινήσει η κυκλοφορία των οχημάτων στο αντίθετο από το δικό της ρεύμα, είδε, δε, τρεις μοτοσικλέτες (μεταξύ των οποίων και αυτή του πρώτου εναγομένου) να πλησιάζουν προς το μέρος της ενάγουσας.
Επίσης, κατέθεσε πως η ενάγουσα δε σταμάτησε να ελέγξει το δρόμο και η μοτοσικλέτα του ενάγοντος τη χτύπησε στο μέσο του ρεύματος της οδού Ευτυχίδου προς τη Λ. Β. Κωνσταντίνου. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο πρώτος εναγόμενος παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του πριν τη διασταύρωση της οδού Ευτυχίδου με την οδό Σπύρου Μερκούρη είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, εκτός των άλλων και διότι, σε περίπτωση που συνέβαινε αυτό, η μοτοσικλέτα εκείνου θα είχε συγκρουσθεί με κάποιο όχημα το οποίο θα κινείτο σύννομα στην κάθετη οδό Σπύρου Μερκούρη, δεδομένου, μάλιστα πως κατά το χρόνο της σύγκρουσης (ενόψει και της ημέρας και της ώρας που συνέβη αυτή, αλλά και της σχετικής από 17-11-2017 έκθεσης αυτοψίας), υπήρχε κανονική κυκλοφορία οχημάτων.
Περαιτέρω, η μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου πως, όντως, υπήρχε ένα ογκώδες όχημα (τύπου τζιπ) στο ρεύμα της οδού Ευτυχίδου προς την οδό Υμηττού, που βρισκόταν επάνω στη διάβαση των πεζών και για αυτό, αναγκαστικά, η ενάγουσα πέρασε πίσω από εκείνο. Όμως, στην υπό κρίση αγωγή, δεν αναφέρεται καθόλου το γεγονός αυτό, ούτε γενικά ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα κινήθηκε εκτός της διάβασης πεζών.
Παρόλα αυτά, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να κινηθεί εντός της διάβασης πεζών (κάτι που ενδεχομένως να απέτρεπε το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, ακόμη και αν πάλι παραβίαζε τον ερυθρό σηματοδότη στην πορεία της για τους πεζούς). Και αυτό διότι, ο φωτεινός σηματοδότης για την κυκλοφορία των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο βρισκόταν και η αυτόπτης μάρτυρας, βρίσκεται στο μέσο της διάβασης των πεζών (βλ.
και ανωτέρω σχεδιάγραμμα τροχαίας), επομένως, για να είναι ορατός από τα οχήματα, θα έπρεπε τα τελευταία να ακινητοποιούνται πίσω από εκείνον, αφήνοντας, τουλάχιστον ελεύθερη τη μισή διάβαση πεζών. Επιπλέον, η επικαλούμενη ένορκη κατάθεση του Θ. Ζ. (με αρ. σχετ. 7.2 της ενάγουσας), ιδιοκτήτη … που βρίσκεται επί της οδού Ευτυχίδου, αρ…, αναφορικά με τις συνθήκες της ένδικης σύγκρουσης, λήφθηκε σχεδόν 11 μήνες μετά το ατύχημα, ενόψει της συζήτησης της πρώτης χρονικά κατατεθείσας αγωγής της ενάγουσας κατά των εδώ εναγομένων, ενώ, και στην έκθεση αυτοψίας που διενήργησε η Υποδιεύθυνση Τροχαίας Αθηνών, εκείνος δεν εμφανίζεται ως αυτόπτης μάρτυρας.
Επιπροσθέτως, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 11 μηνών, δεν προσήλθε αυτοβούλως στην Τροχαία για να καταθέσει όσα ισχυρίζεται πως γνώριζε. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε πως το περίπτερό του απέχει περίπου δύο μέτρα από την επίδικη διάβαση πεζών, καθόσον, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος [σχ. 2.9 ενάγουσας, σχ.
β και ε εναγομένων (με τη σημείωση ότι το … του κ. Ζ. δεν είναι αυτό που υποδεικνύεται από τους εναγομένους στο σχ. ε, επί της οδού Σπύρου Μερκούρη, αλλά αυτό επί της οδού Ευτυχίδου αρ. …], αλλά και από τη διενεργηθείσα στις 23-1-2019 τεχνική έκθεση του Σ. Α. (σχ. 6 εναγομένων, σελ. 7 και 8), η απόσταση από το άκρο της συγκεκριμένης διάβασης έως την αρχή του περιπτέρου είναι περίπου 10 μέτρα.
Το ατύχημα έλαβε χώρα σε απόσταση 3 με 3,5 μέτρων από το άκρο της διάβασης πεζών, επομένως, σε απόσταση περίπου 7 από το μέσο του εν λόγω περιπτέρου. Εφόσον ο ιδιοκτήτης του βρισκόταν, όπως κατέθεσε, μέσα στο περίπτερο, δε φαίνεται να είχε ορατότητα προς το φωτεινό σηματοδότη που ρύθμιζε την κυκλοφορία των πεζών στην οδό Ευτυχίδου (βλ.
και προσκομιζόμενη φωτογραφία με αρ. σχ. 2.9 της ενάγουσας, στην οποία, ενώ ο σηματοδότης που ρύθμιζε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην οδό Ευτυχίδου με κατεύθυνση από Λ. Β. Κωνσταντίνου προς οδό Υμηττού, θα μπορούσε να βρίσκεται στο οπτικό πεδίο του ιδιοκτήτη του περιπτέρου, αντιθέτως, ο σηματοδότης που ρύθμιζε την κυκλοφορία των πεζών στο ίδιο ρεύμα, λόγω της κάθετης θέσης του σε σχέση με τον έτερο σηματοδότη, δε θα μπορούσε να βρίσκεται στο οπτικό πεδίο εκείνου).
Επίσης, δε θα μπορούσε να βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο ο φωτεινός σηματοδότης για την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού Ευτυχίδου (στο ρεύμα πορείας από οδό Υμηττού προς Λ. Β. Κωνσταντίνου), πριν τη διασταύρωση αυτής με την οδό Σπύρου Μερκούρη, στον οποίο βρισκόταν αρχικά ο πρώτος εναγόμενος. Όσον αφορά δε στο προσκομιζόμενο από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα στο παρόν δικαστήριο κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, video, το οποίο σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του Α.
Π. είναι από κάμερα του … που είναι στη συμβολή των οδών … και …, πρόκειται για video συνολικής χρονικής διάρκειας 3 sec., πολύ κακής ποιότητας, στο οποίο δεν είναι εμφανής η ημερομηνία και η ώρα λήψης του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι αυτό λήφθηκε την ημέρα του συμβάντος λίγο πριν από αυτό.
Το δίκυκλο δε που φαίνεται να κινείται από αριστερά προς τα δεξιά είναι αδύνατο, με βάση την κακή ποιότητα της εικόνας του, να προκύψει ότι πρόκειται για δίκυκλο ίδιου τύπου με το δίκυκλο του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου εφεσίβλητου, διότι φέρει μπαγκαζιέρα ανοικτού χρώματος (πιθανώς λευκού) στο πίσω τμήμα του, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται για παραδόσεις φαγητού (delivery).
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε πως ο πρώτος εναγόμενος παραβίασε τη διάβαση πεζών, καθόσον, το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα εκτός της διάβασης πεζών. Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε πως ο πρώτος εναγόμενος είχε αναπτύξει ταχύτητα 60-70 χιλιομέτρων, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από το σημείο στο οποίο βρέθηκε η κηλίδα αίματος εκείνης, σε σχέση με το σημείο της σύγκρουσης (βλ.
το ανωτέρω σχεδιάγραμμα της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας), αλλά και από την αυτόπτη μάρτυρα Δ. Χ., η οποία, στη λεπτομερή της κατάθεση δεν ανέφερε κάτι σχετικό για υπερβολική ταχύτητα του ενάγοντος, ενώ αναφέρει ότι "...Από απέναντι είχε ξεκινήσει η κυκλοφορία στο ρεύμα της Ευτυχίδου με κατεύθυνση προς Λ. Βασ.
Κων/νου και τη στιγμή που η κοπέλα έτρεχε τρεις μηχανές πλησίαζαν προς το μέρος της και σκέφτηκα δεν μπορεί κάποια θα την χτυπήσει". Η περιγραφή αυτή της αυτόπτη μάρτυρα, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτυπώνει τον τρόπο εκκίνησης των οχημάτων μετά από στάση στους φωτεινούς σηματοδότες και ιδιαίτερα των μηχανών, οι οποίες, λόγω της κατασκευής τους αναπτύσσουν πολύ γρήγορα ταχύτητα και ξεκινούν πρώτες την κίνησή τους, σε σχέση με τα άλλα οχήματα, όπως και το ογκώδες τζιπ, που ήταν σταματημένο μπροστά από την αυτόπτη μάρτυρα.
Άλλωστε από την ένορκη κατάθεσή της προκύπτει ότι η αυτόπτης μάρτυρας, ενώ περίμενε ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία της να γίνει από στιγμή σε στιγμή πράσινος για να ξεκινήσει, όταν είδε την πεζή να περνά από μπροστά της τρέχοντας είχε εστιάσει στην εξέλιξη του εν λόγω συμβάντος, με τους κινδύνους που διέτρεχε η πεζή από την έναρξη της κίνησης των οχημάτων από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι στο φωτεινό σηματοδότη που είχε στην πορεία της.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση τοποθετείται περίπου στο μέσο του ρεύματος πορείας της οδού Ευτυχίδου από την οδό Υμηττού προς τη Λ. Β. Κωνσταντίνου. Μάλιστα, η απόσταση που διήνυσε ο πρώτος εναγόμενος από το φωτεινό σηματοδότη της οδού Ευτυχίδου, πριν τη συμβολή αυτής με την οδό Σπύρου Μερκούρη μέχρι το σημείο σύγκρουσης, αποδείχθηκε πως ήταν περίπου 35 μέτρα.
Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο πρώτος εναγόμενος βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα πορείας του. Άλλωστε, κάτι τέτοιο θα είχε επισημανθεί και στην κατάθεση της Δ.
Χ., η οποία, το μόνο που ανέφερε σχετικά ήταν πως η πεζή φορούσε σκούρα ρούχα και πως στο σημείο δεν υπάρχει επαρκής φωτισμός. Σύμφωνα δε με τις συνθήκες που επικρατούσαν, όπως νύχτα και μη επαρκής τεχνικός φωτισμός, η κίνηση της μοτοσικλέτας του πρώτου εναγομένου, όπως και των υπολοίπων, έγινε αμέσως αντιληπτή από την αυτόπτη μάρτυρα, προφανώς, από τα φώτα πορείας τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις προδιαγραφές των μοτοσικλετών, τα φώτα πορείας τους ανάβουν αμέσως με τη θέση σε λειτουργία των μηχανών τους. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι, ο μέσος οδηγός αντιλαμβάνεται μόνον ό,τι βρίσκεται εντός του πεδίου της κεντρικής του όρασης και πως χρειάζεται χρόνο τουλάχιστον ενός δευτερολέπτου για να αντιδράσει ενώπιον του οποιουδήποτε εμποδίου που βρίσκει στον δρόμο του, ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν εφικτό να αντιληφθεί έγκαιρα και να αποφύγει τη σύγκρουση με την πεζή, λόγω των στενών τοπικών και χρονικών ορίων που είχε στη διάθεσή του.
Έτσι, ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε την ενάγουσα (η οποία κινείτο τρέχοντας) εντελώς ξαφνικά και δεν κατάφερε να αποφύγει το προαναφερόμενο αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό Ευτυχίδου από σημείο εκτός της διάβασης πεζών, παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη για την κυκλοφορία των πεζών, επιπλέον, δεν έλεγξε, ως όφειλε, την κίνηση των οχημάτων στην προαναφερόμενη οδό, παρά το ότι μπορούσε να το πράξει πριν την είσοδο της στο οδόστρωμα, αλλά και πριν εισέλθει στο ρεύμα πορείας που κινείτο ο εναγόμενος.
Από τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, ότι, αποκλειστικά υπαίτια του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι η ενάγουσα, η οποία εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού Ευτυχίδου από σημείο όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και δεν επιτρέπεται η κίνηση πεζών στο οδόστρωμα, παρά το ότι σε μικρή απόσταση, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, υπήρχε διάβαση πεζών και φωτεινός σηματοδότης που ρύθμιζε την κίνηση οχημάτων και πεζών.
Περαιτέρω, η ενάγουσα αφού διέσχισε τρέχοντας το ρεύμα πορείας της οδού Ευτυχίδου που οδηγεί προς την οδό Υμηττού, στη συνέχεια εισήλθε και στο αντίθετο ρεύμα πορείας, χωρίς προηγουμένους να ελέγξει για την κίνηση των οχημάτων στην οδό Ευτυχίδου, η οποία ήταν ευθεία, θα μπορούσε, δε, να αντιληφθεί την ύπαρξη τριών μοτοσικλετών που πλησίαζαν προς το μέρος της.
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος κινείτο κατά τον προαναφερόμενο χρόνο σύννομα και εισήλθε στη διασταύρωση των οδών Ευτυχίδου και Σπύρου Μερκούρη τη στιγμή που ο φωτεινός σηματοδότης στο δικό του ρεύμα πορείας είχε πράσινη ένδειξη. Εξάλλου, ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την παράσυρση της πεζής (ενάγουσας) ούτε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό ή να τροχοπεδήσει τη μοτοσικλέτα του, καθώς τη στιγμή που εκείνη εισήλθε στο ρεύμα πορείας αυτού, η μοτοσικλέτα του απείχε από την ενάγουσα ελάχιστα.
Επιπροσθέτως, εκείνη δεν μπορούσε νωρίτερα να γίνει ορατή από τον πρώτο εναγόμενο, καθώς, η ενάγουσα κινήθηκε, αρχικά ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα και ύστερα πίσω από το εν λόγω ογκώδες όχημα (τύπου τζιπ), το οποίο περιόριζε περαιτέρω την ορατότητά του. Το γεγονός δε ότι κινείτο τρέχοντας, φορώντας σκουρόχρωμα ρούχα, από σημείο όπου ο τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής, δεν κατέστησε δυνατό σε εκείνον να αντιληφθεί την ύπαρξη και κίνηση της πεζής (ενάγουσας) στο οδόστρωμα, παρά μόνον λίγο πριν την επαφή του με το σώμα της.
Έτσι, εκείνος δε βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, δεδομένου ότι ούτε έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, καθώς είχε ταχύτητα περίπου 40 χιλ/ώρα, η ανάπτυξη δε της ταχύτητας αυτής στον χρόνο των 3 sec., όπως προαναφέρθηκε, που χρειάστηκε η ενάγουσα (πεζή) για να διασχίσει κάθετα την οδό έως το σημείο παράσυρσής της είναι εφικτή με μέση επιτάχυνση του δικύκλου σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του (βλ.
την προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους Απριλίου 2020 συμπληρωματική έρευνα και τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης συνθηκών τροχαίου ατυχήματος της ΣΤ. ΑΛΑΤΑΣ-ΑΛ. ΓΑΛΑΝΟΣ ΟΕ), ούτε παραβίασε κάποιον κανόνα οδηγικής συμπεριφοράς". Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα και ο επελθών κατ' αυτό τραυματισμός της ενάγουσας πεζής, ήδη αναιρεσείουσας, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της ιδίας και ότι δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα ο εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α.
Α., οδηγός της, ασφαλισμένης στη δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 2547/2019 οριστική απόφαση, με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με όμοια κρίση, είχε απορρίψει την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση, αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και τον κατ' αυτό τραυματισμό της, και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της ασφαλισμένης στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν παραβίασε, κατά την υπαγωγή των ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.
α', β' και ε' του Κ.Ο.Κ. (τις οποίες δεν μνημονεύει μεν αριθμητικά η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως, από το σύνολο των αιτιολογιών της, προκύπτει το πραγματικό τους) και των άρθρων 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας πεζής για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της ασφαλισμένης στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε η ενάγουσα πεζή, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι αυτή, ευρισκόμενη αρχικά επί του πεζοδρομίου της οδού Ευτυχίδου, στην κατεύθυνση αυτής που οδηγεί από τη Λ.
Βασιλέως Κωνσταντίνου προς την οδό Υμηττού, και έχοντας την πρόθεση να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα κατεύθυνσης (με δύο λωρίδες κυκλοφορίας καθένα από αυτά) της ανωτέρω οδού και να περάσει στο πεζοδρόμιο της αντίθετης (προς την οδό Υμηττού) κατεύθυνσης, ενώ ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει την υπάρχουσα, σε απόσταση 3- 3,50 περίπου μέτρων από το σημείο εκείνο, διάβαση πεζών, στην οποία υπάρχει φωτεινός σηματοδότης πεζών, δεν συμμορφώθηκε στην υποχρέωσή της αυτή, αλλά, παρότι ο σηματοδότης πεζών στην παρακείμενη αυτή διάβαση είχε ήδη γίνει ερυθρός, κατήλθε τρέχοντας στο οδόστρωμα, κινούμενη, αρχικά μεταξύ σταθμευμένων στο προς Υμηττό ρεύμα πορείας οχημάτων, στη συνέχεια δε, πίσω από ογκώδες όχημα (τύπου τζιπ), που ήταν ακινητοποιημένο προ του υπάρχοντος στη πορεία του ερυθρού σηματοδότη, φτάνοντας, δε, στη διπλή, διαχωριστική των ρευμάτων κατεύθυνσης, γραμμή, συνέχισε την κίνησή της, χωρίς κανένα προηγούμενο έλεγχο της κίνησης οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, διέσχισε, τρέχοντας, την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας του προς Λ.
Β. Κωνσταντίνου ρεύματος πορείας, εισήλθε στην επόμενη λωρίδα και παρεμβλήθηκε στην πορεία της κινούμενης σ' αυτή μοτοσυκλέτας του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Α. Α., η οποία προσέκρουσε επ' αυτής. Ως προς τη συμπεριφορά δε του τελευταίου (Α. Α.), το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε ότι αυτός, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα του και κινούμενος με αυτή επί της ανωτέρω οδού Ευτυχίδου, με κατεύθυνση από την οδό Υμηττού προς Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, είχε ακινητοποιήσει το όχημά του προ της ερυθρής ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, στη διασταύρωση με την οδό Σπύρου Μερκούρη, στη συνέχεια δε, με την αφή του πράσινου φωτός, ξεκίνησε, σύννομα, να διασχίζει τη διασταύρωση, με ταχύτητα περίπου 40 χιλ./ω, αντί της ανωτάτης επιτρεπόμενης, στο σημείο εκείνο, των 50 χιλ./ω, λόγω δε της προηγηθείσας, ως άνω, κίνησης της ενάγουσας (αρχικά μεταξύ σταθμευμένων οχημάτων και στη συνέχεια όπισθεν του προσωρινά ακινητοποιημένου ογκώδους οχήματος), αλλά και λόγω του ότι ήταν νύκτα, χωρίς επαρκή τεχνητό φωτισμό, η δε ενάγουσα φορούσε σκουρόχρωμα ενδύματα, αντιλήφθηκε την κίνησή της όταν αυτή βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από τη μοτοσυκλέτα του, με αποτέλεσμα να μην έχει το χρόνο και τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει ή να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, για να την αποφύγει.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 α', 7 παρ. 2, 12 και 19 του Κ.Ο.Κ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις, περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για το λόγο ότι α) παρότι δέχεται ότι το ογκώδες όχημα, πίσω από το οποίο η ίδια (αναιρεσείουσα) επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα, καθώς και το όπισθεν αυτού όχημα της αυτόπτη μάρτυρα Δ. Χ., ήταν ακινητοποιημένα, λόγω του ερυθρού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία τους, εν συνεχεία, δέχεται, αντιφατικά, ότι στο αντίθετο ρεύμα, στο οποίο εκινείτο η μοτοσυκλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, είχε ξεκινήσει η κυκλοφορία, λόγω του ότι είχε ανάψει πράσινο και β) ενώ δέχεται ότι η μοτοσυκλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκινείτο στη δεξιά λωρίδα του προς Υμηττό ρεύματος κυκλοφορίας και, συνεπώς, ότι η αναιρεσείουσα είχε ήδη διασχίσει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας της οδού Ευτυχίδου, τις δύο του προς την οδό Υμηττού ρεύματος κατεύθυνσης και τη μία του προς τη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν αντιλήφθηκε την κίνησή της και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό για να την αποφύγει.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, δεν συνιστούν ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις στην αιτιολογία της αποφάσεως, αλλά ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής, περί των συνθηκών του ατυχήματος, που δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό και, συνακόλουθα, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με αυτές, υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο, στο 6ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως (τέλος εμπρόσθιας και αρχή οπίσθιας όψης αυτής), αιτιολογεί, επαρκώς και χωρίς καμία αντίφαση, ότι η ταχύτερη εκκίνηση της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσείοντος, οφείλεται στο γεγονός ότι, οι μοτοσυκλέτες, λόγω κατασκευής, εκκινούν και αναπτύσσουν ταχύτητα πολύ γρήγορα, εν αντιθέσει με άλλα οχήματα, όπως το ογκώδες τζιπ, που ήταν ακινητοποιημένο έμπροσθεν του οχήματος της ως άνω μάρτυρα.
Επίσης, αιτιολογεί επαρκώς την παραδοχή του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν αντιλήφθηκε την κίνηση της αναιρεσείουσας και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό για να την αποφύγει, αναφέροντας, επί λέξει, στο 7ο φύλλο της, ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος "δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την παράσυρση της πεζής (ενάγουσας) ούτε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό ή να τροχοπεδήσει τη μοτοσικλέτα του, καθώς, τη στιγμή που εκείνη εισήλθε στο ρεύμα πορείας αυτού, η μοτοσικλέτα του απείχε από την ενάγουσα ελάχιστα.
Επιπροσθέτως, εκείνη δεν μπορούσε νωρίτερα να γίνει ορατή από τον πρώτο εναγόμενο, καθώς, η ενάγουσα κινήθηκε, αρχικά ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα και ύστερα πίσω από το εν λόγω ογκώδες όχημα (τύπου τζιπ), το οποίο περιόριζε περαιτέρω την ορατότητά του. Το γεγονός δε ότι κινείτο τρέχοντας, φορώντας σκουρόχρωμα ρούχα, από σημείο όπου ο τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής, δεν κατέστησε δυνατό σε εκείνον να αντιληφθεί την ύπαρξη και κίνηση της πεζής (ενάγουσας) στο οδόστρωμα, παρά μόνον λίγο πριν την επαφή του με το σώμα της".
Συνεπώς, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν με επίκληση, προς απόδειξη του τρόπου λειτουργίας της φωτεινής σηματοδότησης του κόμβου Σπύρου Μερκούρη- Ευτυχίδου, υπ' αριθμ. 13423/12-11-2018 έγγραφο του τμήματος συντήρησης φωτεινής σηματοδότησης, ηλεκτροφωτισμού και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων της Περιφέρειας Αττικής.
Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με την παραδοχή της, ότι οι σηματοδότες οχημάτων των αντιθέτως κινουμένων, στη διασταύρωση των οδών Ευτυχίδου και Σπύρου Μερκούρη, οχημάτων, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο και την ίδια χρονική διάρκεια, όπως και από έγγραφο αυτό προκύπτει, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και το ως άνω, φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη, έγγραφο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν, με την αιτίαση ότι, στην προσβαλλομένη απόφασή του, περιγράφει το περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρα της ενάγουσας, η οποία, όπως αναφέρει, "κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου", ενώ, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά, ουδείς μάρτυρας κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλην άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, Φ. Μ., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 2547/2019 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρά την, από προφανή παραδρομή και άνευ σημασίας, αναφορά, στο 5ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ως άνω μάρτυρας εξετάστηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Συνεπώς, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2021 (αρ. κατ. 6632/849/2021) αίτηση και τον επ' αυτής από 30-12-2022 (αρ. κατ. 198/30-12-2022) πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2540/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ