Supreme Court dismisses appeal for vague employer argument failing to prove good faith breach of labor law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by AGET HERAKLES against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The employer argued that minor calculation errors in severance pay did not justify the employee's resignation, claiming good faith. The court rejected this because the employer failed to specify concrete facts proving a reasonable doubt or excusable mistake, rendering the argument vague and legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; An employer's appeal based on a vague claim of good faith regarding minor calculation errors in severance pay is inadmissible if it fails to establish specific facts creating reasonable doubt or excusable mistake.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1216 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1216/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια και Αλεξίου Παπασταύρου, οι οποίοι δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 14/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 220/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 28-2-2019 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 6/4-3-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 220/27-11-2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της ασκηθείσας εφέσεως της αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας και εναγομένης, κατά της με αριθ. 14/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας επί της από 24-1-2014 και με αριθ. κατάθεσης 5/27-1-2014 αγωγής του αναιρεσίβλητου και των λοιπών, αναφερομένων σ' αυτή, δέκα εννέα (19) εναγόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 4-3-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 27-11-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος με την ως άνω αγωγή του ισχυρίστηκε ότι η γενόμενη από την εναγομένη εργοδότριά του την 1-11-2013 καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη, πλην άλλων, και λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, καθόσον καταβλήθηκε σ' αυτόν μικρότερο ποσό από το νόμιμο.
Ζήτησε δε, για το λόγο αυτό, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2-11-2013 έως 31-3-2014, άλλως να του καταβληθεί η διαφορά της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 18.933,75 ευρώ. Με την πρωτόδικη, με αριθ. 14/2015, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, έγινε δεκτή η αγωγή κατά τη δεύτερη και τρίτη βάση της, διότι κρίθηκε ότι η καταγγελία έγινε αιφνίδια, χωρίς την έγκαιρη ενημέρωση και διαβούλευση που επιβάλλει το π.δ 240/2006 και αντιβαίνει στα άρθρα 174, 180 και 281 Α.Κ.
και επομένως κρίθηκε άκυρη η καταγγελία, επιδικάστηκαν δε μισθοί υπερημερίας στον αναιρεσίβλητο για το ως άνω χρονικό διάστημα. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία άσκησε έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τον αναιρεσίβλητο (4ο εφεσίβλητο και 4ο ενάγοντα), αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, διότι η καταβληθείσα σ' αυτόν αποζημίωση, ποσού 50.685,95 ευρώ, ήταν μικρότερη από τη νόμιμη, ποσού 60.692,815 ευρώ, κατά το ποσό των 10.007 ευρώ (60.692,815 - 50.685,95) και ακολούθως επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2013 έως 31-3-2014, ύψους 11.644,35 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου υποπαρ. ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 -2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4046/2012 του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 -2016" (ΦΕΚ Α 222) προβλέπεται για εργαζόμενους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των 17 ετών, ότι καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αποζημίωσης, η οποία αυξάνεται κατά ένα μηνιαίο μισθό για κάθε επιπλέον έτος υπηρεσίας μέχρι και τους 12 μηνιαίους μισθούς για όσους έχουν συμπληρώσει 28 έτη και άνω προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη.
Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: ι) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσής του, και ιι) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι την ειδικά προβλεπόμενη αποζημίωση της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 34 του ν. 4111/2013, την δικαιούνται μόνο εργαζόμενοι οι οποίοι στις 12-11-2012, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4093/2012, συμπλήρωσαν στον ίδιο εργοδότη υπηρεσία 17 ετών και άνω .
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ` ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από τον νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι είναι καθόλα έγκυρος ο όρος ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που προβλέπει τη χορήγηση στον εργαζόμενο μεγαλύτερης αποζημίωσης απόλυσης από την οριζόμενη στον νόμο (ΑΠ 355/2020). Άλλωστε η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού, μέσα στον χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά, με ανακοίνωση του, υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται, δηλαδή, το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο. Η συνήθεια δε αυτή μπορεί να αναφέρεται και στο ύψος της καταβαλλόμενης κατά την αποχώρηση του μισθωτού αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 1144/1983, ΑΠ 847/2020, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 226/2014, ΑΠ 258/2012, ΑΠ 1277/2010, ΑΠ 1801/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 220/2017, απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η, από 1-11-2013, καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη, διότι δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής:
Ότι η εναγομένη εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ Α.Ε", με έδρα στο 19,3 χλμ της Λεωφόρου Μαρκοπούλου στην Παιανία Αττικής, εκμεταλλεύεται βιομηχανική επιχείρηση τσιμεντοβιομηχανίας και προς τούτο διατηρεί τρία εργοστάσια παραγωγής τσιμέντου στο Βόλο, στο Μηλάκι Αλιβερίου και στην Χαλκίδα Εύβοιας.
Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και εργάστηκαν στο εργοστάσιο της εναγομένης στη Χαλκίδα, δυνάμει συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τους χρόνους και με τις ειδικότητες που αναφέρονται σ' αυτή και ειδικότερα ο τέταρτος ενάγων προσλήφθηκε στις 12/11/1990 με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου.
Ότι η εργασιακή σύμβαση του τέταρτου ενάγοντος έληξε με καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, η οποία έλαβε χώρα την 1.11.2013. Ότι, περαιτέρω, ο ενάγων αυτός ισχυρίζονται ότι η εναγομένη εργοδότρια κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, δεν του κατέβαλε ολόκληρη την οφειλόμενη αποζημίωση βάσει των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του τον τελευταίο μήνα πριν από την καταγγελία με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό αποδείχθηκε ότι κατά την επιχειρησιακή πρακτική, που είχε διαμορφωθεί και προκειμένου να καθίσταται ευχερής ο συνυπολογισμός στο βασικό μηνιαίο μισθό των εναγόντων Α) αφενός μεν της αναλογίας για τις μηνιαίες προσαυξήσεις των διαφόρων επιδομάτων, που χορηγούνταν μόνιμα, σταθερά και τακτικά και δη των επιδομάτων για εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες, σε όσους εργάζονταν με εναλλασσόμενη βάρδια, για τις παροχές σε είδος (κουπόνια για τις εορτές Πάσχα και Χριστουγέννων), για πριμ συμμετοχής, για οικονομική ενίσχυση σπουδών μαθητών - σπουδαστών -νηπίων, ως και επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού, για όσους είχαν τέκνα και για επίδομα αλλαγής προγράμματος εργασίας, σε όσους είχαν συμφωνήσει με την διοίκηση της εταιρείας την αλλαγή του προγράμματος εργασίας τους, προκείμενου να καλυφθεί η απώλεια ενός μέρους των προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας, Β) αφετέρου δε της αναλογίας για τις μηνιαίες προσαυξήσεις των επιδομάτων κανονικής αδείας, των εορτών του Πάσχα και των Χριστουγέννων και της παροχής εργασίας κατά τις νύχτες και τις Κυριακές, είχε διαμορφωθεί συγκεκριμένος τύπος υπολογισμού της αποζημίωσης και ειδικότερα ο ακόλουθος:
βασικός μισθός + μηνιαία αναλογία επιδομάτων όποιων και για όσους τα λάμβαναν (Κυριακές - αργίες, κουπόνια, πριμ συμμετοχής, επίδομα οικονομικής ενίσχυσης μαθητών - σπουδαστών, επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού και επίδομα αλλαγής προγράμματος εργασίας) Χ 1,2135422 (συντελεστής υπολογισμού στην αποζημίωση της μηνιαίας αναλογίας για προσαυξήσεις επιδομάτων αδείας και εορτών) Χ 1,2520 (συντελεστής υπολογισμού στην αποζημίωση της μηνιαίας αναλογίας για προσαυξήσεις λόγω παροχής εργασίας τη νύχτα και κατά την ημέρα της Κυριακής).
Ότι ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού της οφειλόμενης στους ενάγοντες αποζημίωσης αποδεικνύεται από τις με ημερομηνίες 17/3/2008 και 28/7/2008 έγγραφες αναλύσεις καταβολής αποζημίωσης άλλων εργαζόμενων της εναγομένης, από τις οποίες προκύπτουν οι ανωτέρω συντελεστές προσαύξησης των επιδομάτων, την γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβήτησε η εναγομένη, από την υπ' αριθ.
…/2016 ένορκη βεβαίωση της πρώην εργαζόμενης στο εργοστάσιο της εναγομένης, Φ. Ο. -Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, ενώ ο συνυπολογισμός των επιδομάτων (Κυριακές - αργίες, κουπόνια, πριμ συμμετοχής, επίδομα οικονομικής ενίσχυσης μαθητών - σπουδαστών, επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού και επίδομα αλλαγής προγράμματος εργασίας) ως σταθερών αποδοχών επί σειρά ετών αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 312/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 596/2103 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας), που έκρινε ότι υφίσταται αξίωση των εναγόντων για σπουδαστικά επιδόματα, την υπ' αριθμ. 318/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 597/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας), που έκρινε ότι υφίσταται αξίωση των εναγόντων για επίδομα σε είδος (κουπόνια), την υπ' αριθμ. 118/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας (επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 1/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), που έκρινε την αξίωση των εναγόντων για το πριμ συμμετοχής.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι όσον αφορά τις τακτικές αποδοχές των εναγόντων (πέραν των ως άνω επιδομάτων) λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα εργασίας τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα έγγραφα ανάλυσης μηνιαίων αποδοχών και όχι τα υπέρτερα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή τους, καθόσον για τα ποσά αυτά δεν προσκομίζονται έγγραφα, δεν έχουν επιδικαστεί τελεσίδικα με δικαστικές αποφάσεις για τον τελευταίο μήνα πριν την απόλυση τους, και κυρίως οι ενάγοντες δεν επικαλούνται με την αγωγή τους ότι η εργοδότρια τους κατέβαλε μειωμένες αποδοχές, ούτε ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι τους κατέβαλε μειωμένες αποδοχές και ότι όφειλε να τους καταβάλει μεγαλύτερες αποδοχές, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα το ύψος των διαφορών των επιμέρους κονδυλίων, παρά μόνον επικαλέστηκαν ότι λάμβαναν υπέρτερα των κατωτέρω αναφερομένων ποσών, και ότι η εργοδότρια τους υπολόγισε εσφαλμένα τις αποζημιώσεις τους, αφού δεν εφάρμοσε τον ως άνω τύπο υπολογισμού αποζημίωσης.
Ότι, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα τύπο υπολογισμού της αποζημίωσης, ο τέταρτος ενάγων, Χ. Κ., κατά το χρόνο της καταγγελίας είχε τακτικές αποδοχές ποσού 2.328,87 ευρώ [=2.156,56 ευρώ (οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, αποτελούμενες από τον βασικό μισθό ποσού 784,76 ευρώ και τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας ποσού 431,61 ευρώ, συζύγου 78,48 ευρώ, ανθυγιεινής εργασίας ποσού 258,97 ευρώ, εικοσαετίας ποσού 110,55 ευρώ και διαφορά καταβαλλόμενου ποσού 492,19 ευρώ) + 172,31 ευρώ (η μηνιαία αναλογία για τα επιδόματα Κυριακής αργίας 14,95 ευρώ μ.ο/μήνα, κουπονιών ποσού 820,00 ευρώ/έτος και 68,33 ευρώ μ.ο/μήνα, πριμ συμμετοχής ποσού 600 ευρώ/έτος και 50,00 ευρώ μ.ο/μήνα, σπουδαστικό δύο τέκνων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από 468,40 ευρώ/έτος, ήτοι 39,03 ευρώ/μήνα)].
Συνεπώς, η οφειλόμενη αποζημίωση ως υπαλλήλου με 22 έτη υπηρεσίας ανέρχεται: α) Για το χρόνο υπηρεσίας μέχρι την συμπλήρωση 16 ετών και άνω στην εναγομένη : 2.328,87 ευρώ Χ 12 μήνες Χ 1,2135422 (συντελεστής υπολογισμού επιδόματος αδείας κλπ) χ 1,2520 (αναλογία νυχτερινών και Κυριακών) = 42.460,558 ευρώ, + β) επιπλέον αποζημίωση (για τον άνω των 17 ετών χρόνο υπηρεσίας του στην εναγομένη σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ. 12 αρ.3 του ν. 4093/2012) : 2.000,00 ευρώ Χ 6 μήνες Χ 1,2135422 (συντελεστής υπολογισμού επιδόματος αδείας κλπ) χ 1,2520 (αναλογία νυχτερινών και Κυριακών) = 18.232,257 και συνολικά 60.692,815 ευρώ. Δέχεται στη συνέχεια το εφετείο ότι η εναγομένη κατέβαλε ως αποζημίωση στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 50.685,95 ευρώ και συνεπώς η καταβληθείσα αποζημίωση υπολείπεται της οφειλομένης σ' αυτόν.
Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος Χ. Κ. είναι άκυρη λόγω μη προσήκουσας καταβολής αποζημίωσης και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του για καταβολή μισθών υπερημερίας, από 2.11.2013 (επομένη της καταγγελίας) έως 31.3.2014, ήτοι μισθοί υπερημερίας πέντε μηνών, που ανέρχονται στο ποσό των 2.328,87 χ 5 = 11.644,35 ευρώ. Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερθέντων πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 14/30.1.2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση και να απορριφθεί η από 24.1.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5/27.1.2014 αγωγή για όλους τους ενάγοντες πλην του τέταρτου εξ αυτών, για τον οποίο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει με την εναγομένη και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας πέντε μηνών συνολικού ποσού 11.644,35 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 1εδ. α ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών με την αποζημίωση απόλυσης διατάξεων και ειδικότερα αυτή της υποπαραγράφου ΙΑ 12 § 3 (i, ii) ν. 4093/2012, υπολόγισε εσφαλμένα την πρόσθετη αποζημίωση για τον μετά την συμπλήρωση 17 ετών χρόνο υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου Χ.
Κ., δηλαδή υπολόγισε αυτή με μηνιαίες αποδοχές, που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που θέτουν οι ανωτέρω διατάξεις, καθόσον προσαύξησε τη νόμιμη μηνιαία βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως των 2.000 ευρώ κατά την αναλογία των επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (συντελεστής 1,2135422), και κατά την αναλογία αμοιβής νυκτερινής εργασίας και εργασίας Κυριακών (συντελεστής 1,2520), πράγμα που οδηγεί σε υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου ορίου και έχει ως συνέπεια να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η οφειλόμενη για τον, πέραν των 16 ετών, χρόνο υπηρεσίας, αποζημίωση ανέρχονταν σε 18.232,26 ευρώ, αντί του ορθού των 12.000 ευρώ (2.000 ευρώ Χ 6 μήνες).
Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και ειδικότερα τη διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ 12 παρ. 3 (i,ii) του ν. 4093/2012, κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσιβλήτου, αφού δέχθηκε ότι ο υπολογισμός αυτής έγινε με βάση τις τακτικές αποδοχές των 2.000 ευρώ τον μήνα, όπως ορίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, αλλά το ποσό αυτό προσαύξησε κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας και των επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων (συντελεστής 1,2135422) και το προκύψαν μέγεθος το προσαύξησε και κατά την αναλογία αμοιβής νυκτερινής εργασίας και εργασίας Κυριακών (συντελεστής 1,2520), για τον λόγο ότι, με βάση τις παραπάνω παραδοχές της, είχε δημιουργηθεί στην αναιρεσείουσα επιχειρησιακή συνήθεια ως προς τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης, ο οποίος αφορούσε όλους τους εργαζόμενους και δεν μεταβλήθηκε μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, η συνήθεια δε αυτή μπορεί να αναφέρεται και στην αποζημίωση απόλυσης.
Επομένως, εφόσον λόγω της επιχειρησιακής αυτής συνήθειας υπολογίσθηκε η αποζημίωση απόλυσης με τον προαναφερόμενο τρόπο, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το εφετείο, αντί να ικανοποιήσει το κύριο αίτημα του τέταρτου ενάγοντος περί ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του σχέσης λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως, θα έπρεπε να δεχθεί το επικουρικό αίτημα αυτού για συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης, που ανερχόταν, κατ' αυτή, σε 3.774,64 ευρώ και όχι σε 10.006,90 ευρώ.
Η έρευνα του λόγου αυτού, μετά την απόρριψη του πρώτου σκέλους, παρέλκει, εφόσον στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των 3.774,64 ευρώ και όχι στο πράγματι οφειλόμενο ποσό των 10.006,90 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'' , κατά την ως άνω έννοια, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιοδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή να αποφανθεί για κάθε είδους αυτοτελή ισχυρισμό που αποτελεί πράγμα κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 113/2016, ΑΠ 145/2014, ΑΠ 1892/2009).Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).
Για την πληρότητα του παραπάνω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης αν γινόταν δεκτά και πως θα επηρέαζαν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επίσης πρέπει να παρατίθενται όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επί ένστασης δε πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα νομίμως στο εφετείο περιστατικά που τη συγκροτούν (ΑΠ 81/2020, 668/2016).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8, άλλως 9 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενη ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της κατά της βάσης της αγωγής, με την οποία ο αναιρεσίβλητος επιδίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, περί συγγνωστής πλάνης αυτής, την οποία πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως άφησε αδίκαστη την ως άνω ένστασή της, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι υπολόγισε την αποζημίωση, κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές του κατά το χρόνο αυτό, η μικρή δε διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης είναι παραδεκτή κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι δεν οφειλόταν σε πρόθεσή της ή σε κακοβουλία της.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη, με τη σιωπή της προσβαλλόμενης απόφασης, την ένστασή της περί συγγνωστής πλάνης (άρθρο 288 ΑΚ), είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του την επίμαχη ένσταση, που δεν αποτελεί ''αίτηση'', δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι προέβαλε προφορικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά, έστω και συνοπτικά, την ανωτέρω ένσταση, ποιο ήταν το περιεχόμενο της ένστασης αυτής, έτσι όπως προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο, ώστε να κριθεί αν ήταν ορισμένη και νόμιμη.
Εξάλλου, το περιεχόμενο της ένστασης αυτής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας και αυτών ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στηρίζεται στα εξής, κατά λέξη, περιστατικά, ήτοι ότι : '' και αν ακόμη καταβλήθηκαν μειωμένες αποζημιώσεις, όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι, πράγμα που δεν είναι αλήθεια, οι διαφορές τις οποίες επισημαίνουν είναι σε ποσοστά των οφειλόμενων κατά την άποψή τους ποσών πολύ μικρές και επειδή υπολόγισα τα καταβληθέντα ποσά με πλήρη καλοπιστία και με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους δεν δικαιολογείται εξαιτίας αυτών των μικρών διαφορών ακυρότητα των καταγγελιών, αλλά μόνο ενδεχόμενη συμπλήρωση των αποζημιώσεων.
Η καλοπιστία μου αποδεικνύεται και από την άμεση καταβολή του συνολικού ποσού των αποζημιώσεων, ενώ εδικαιούμην εκ του νόμου να τις καταβάλλω σε δόσεις των δύο μηνών''. Η ένσταση αυτή, με το παραπάνω περιεχόμενο, ήταν αόριστη και τούτο διότι δεν επικαλείται η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να στοιχειοθετούν το πραγματικό της , δηλαδή εύλογη αμφιβολία ή συγγνωστή πλάνη που να δικαιολογούν με βάση την καλή πίστη την μη προσήκουσα καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Ειδικότερα, δεν εκθέτει η αναιρεσείουσα τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου, τους λόγους του εσφαλμένου υπολογισμού αυτής, ούτε επικαλείται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατέβαλε την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια την οποία κάθε συνετός εργοδότης οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές και παρόλα αυτά δεν μπόρεσε να καταβάλει την προσήκουσα αποζημίωση, ενόψει μάλιστα του ότι η αναιρεσείουσα είναι μεγάλη και οργανωμένη ανώνυμη εταιρεία, διαθέτουσα λογιστικό και νομικό τμήμα.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας σιωπηρά την εν λόγω ένσταση δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι αόριστος, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αφού αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει ν' απορριφθεί η, από 28-2-2019, αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ" και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, Χ. Κ., σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 28-2-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 6/4-3-2019, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 220/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ